Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2014

ΤΑ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΕΝΟ ΑΠΌ ΤΟ ΓΚΑΝ ΧΙΛ"

Από τα κλασικά γουέστερν που "ζουν" μέχρι σήμερα, "Το Τελευταίο Τρένο από το Γκαν Χιλ" γυρίστηκε το 1959 από τον έμπειρο John Sturges (1910-1992). Περιέχει πολλά "στάνταρ" του είδους, αλλά προσφέρεται και για γενικότερο προβληματισμό.
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...

Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

Η ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τελικά ο σχετικά άγνωστος Matt Reeves δεν είναι καθόλου τυχαίος σκηνοθέτης. Μετά τα "Cloverfield" και το αμερικάνικο "Άσε το Κακό να Μπει", καθόλου κακά και τα δύο, μπαίνει στον κόσμο της σειράς του "Πλανήτη των Πιθήκων" με τον υπότιτλο "Η Αυγή" (2014). Και νομίζω ότι τα καταφέρνει εξ ίσου καλά.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.

Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2014

ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ "ΤΡΙΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ" ΣΤΟ "THE MAN BETWEEN"

Ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης Carol Reed (1906-1976) είχε γυρίσει το 1949 την καλύτερη ισως ταινία του, τον "Τρίτο Άνθρωπο". Το 1953 γυρίζει το κατασκοπικό "The Man Between" σε μια προσπάθεια να επαναλάβει τον προηγούμενο θρίαμβό του. Η ταινία είναι νομίζω καλή, αλλά δεν φτάνει το κλασικό αριστούργημα του 1949.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.

Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014

FIVE CΑRD STUD: ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ Ή ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ;


Ο Henry Hathaway (1898-1985) υπήρξε από τους τυπικούς, πολύ παραγωγικούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, που δοκιμάστηκαν σε πολλά είδη. Δεν θεωρείται μεγάλος δημιουργός, απλώς καλός και αποτελεσματικός τεχνίτης. Το "Five Card Stud" γυρίστηκε το 1968 και είναι μια από τις σχετικά τελευταίες ταινίες της καριέρας του (γύριζε από το 1930!).
Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία. Διαθέτει όμως μια σημαντική ιδιορυθμία, για την οποία θα σας πω πιο κάτω. Λίγα όμως για την ιστορία: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, στο τυπικό σαλούν, 6 άνθρωποι παίζουν πόκερ. Όταν κάποιος απ' αυτούς συλλαμβάνεται να κλέβει, οι μεθυσμένοι συμπαίκτες του (πλην ενός, του μοναδικού επαγγελματία χαρτοπαίκτη), τον λυντσάρουν και τον κρεμάνε, παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου. Από εκεί και πέρα ένας - ένας αρχίζουν να δολοφονούνται, πάντοτε δι' απαγχονισμού. Ποιος είναι ο ένοχος και γιατί κάνει ό,τι κάνει;
Νομίζω ότι αντιληφθήκατε την ιδιορυθμία για την οποία έλεγα: Πρόκειται για ένα γουέστερν με καθαρά αστυνομική πλοκή, στα χνάρια μάλιστα των κλασικών ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι. Ενώ υπάρχουν όλες οι συμβάσεις του είδους (οι καουμπόιδες, το ξύλο στο σαλούν, το ουίσκι, το πιστολίδι, ο οίκος ανοχής με την επικεφαλής "μαντάμ", το ράντσο κλπ.), η πλοκή είναι καθαρά αστυνομική. Αυτό που ενδιαφέρει τον θεατή δεν είναι τόσο το ποιος θα κερδίσει σε μια μονομαχία, αλλά το "ποιος το έκανε", όπως στα αστυνομικά. Κοινώς "βρείτε το δολοφόνο". Και για να γίνει ακομα πιο αστυνομικό το όλο πράγμα, όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα φιλμ ή βιβλία, το σενάριο στρέφει τις υποψίες πότε στον ένα χαρακτήρα και πότε στον άλλο, υπάρχουν δηκαδή πολλοί ύποπτοι.
Η παρουσία του Ντιν Μάρτιν στο ρόλο του "καλού" χαρτοπαίκτη και γυναικά, αλλά κυρίως του πάντοτε "καλτ" Ρόμπερτ Μίτσαμ και του νεαρού τότε Ρούντι Μακ Ντάουελ είναι ευπρόσδεκτες, αν και αρκετές από τις άλλες ηθοποιίες δεν μου φάνηκαν και εξαιρετικές. Συνολικά λοιπόν η ταινία - δίχως να διεκδικεί δάφνες - βλέπεται νομίζω ευχάριστα, κυρίως λόγω της πρωτότυπης ανάμειξης των ειδών.
ΥΓ: Πάντοτε όταν βλέπω ένα παλιό γουέστερν - ακομα κι αν δεν είναι "προβληματισμένο", είναι δηλαδή εντελώς τυποποιημένο, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τις τοσο βάρβαρες ρίζες αυτης της χώρας μόλις εκατό τόσα χρόνια από σήμερα. Το έχουμε βέβαια συνηθίσει από τις ταινίες και δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά σκεφτείτε πόση καθημερινή βία υπήρχε στην κοινωνία αυτή. Και μόνο το ότι οι άνθρωποι οπλοφορούσαν (πράγμα αδιανόητο για την Ευρώπη της εποχής) αρκεί. Άσε που δεν ήταν και τίποτα να κρεμάσουν οι συμπαίχτες του κάποιον που έκλεβε στο πόκερ...

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2014

Ο ΟΝΤΩΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΣ κ. ΣΠΙΒΕΤ

Ο Jean-Pierre Jeunet υπήρξε από την αρχή της καριέρας του (τότε δίδυμο με τον Καρό) ένας πάνω απ' όλα στυλίστας σκηνοθέτης. Το στιλ του έγκειται σε ένα συνδυασμό ευφάνταστης σκηνοθεσίας, feelgood παιδικότητας, ιδιαίτερης εικόνας και παραμυθένιας διάθεσης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε ατόφια στον αγγλόφωνο αυτή τη φορά "Απρόβλεπτο κ. Σπίβετ" (The Young and Prodigious T.S.Spivet) του 2013.
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...

Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014

H "FEDORA" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ



Η "Fedora" του 1978 είναι η προτελευταία ταινία του μεγάλου Billy Wilder (1906-2002). Είναι η δεύτερη φορά που ο δημιουργός - από τους σημαντικότερους του Χόλιγουντ - καταπιάνεται με το θέμα της παράνοιας του star system και των κρυμμένων μυστικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας μετά το αριστουργηματικό Sunset Boulevard (Η Λεωφόρος της; Δύσης). Και διαθέτει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού είναι γυρισμένο στην Κέρκυρα.
Ένας ξεπεσμένος παραγωγός φτάνει στην Κέρκυρα, σε μια βίλα της οποίας ζει εντελώς απομονωμένη μια παλιά, ηλικιωμένη πλέον, σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για να της προτείνει ένα "θριαμβευτικό come back". Εκεί θα διαπιστώσει ότι η πρώην σταρ ζει σε ένα είδος αιχμαλωσίας στη βίλα, η οποία "διοικείται" ουσιαστικά από μία αυταρχική γριά κόμισα. Από εκεί και πέρα οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις θα διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας πούμε από την αρχή ότι η "Φεντόρα" δεν είναι σε καμία περίπτωση "Sunset Boulevard". Ο Γουάιλντερ, λογικά, είναι πιο κουρασμένος (72 ετών τότε), ο Ουίλιαμ Χόλντεν (επίσης πρωταγωνιστής της παλιότερης ταινίας) το ίδιο. Γενικά οι ηθοποιίες δεν είναι ό, τι καλύτερο, ενώ στο φιλμ κυριαρχεί μια περίεργη αίσθηση του γκροτέσκο. Μέχρι εδώ όμως τα αρνητικά. Θα ξαναπώ ότι το φιλμ είναι συγκλονιστικό.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή βλέπουμε τον θάνατο της σταρ στις γραμμές ενός τρένου. Το φιλμ είναι λοιπόν ένα φλας μπακ για το πώς φτάσαμε ως εκεί και, πιστέψτε με, κρατά καθηλωμένο τον θεατή κι ας είναι γνωστή η κατάληξη. Η σημασία του βρίσκεται στα θέματα που θίγει: Το πρώτο - πρώτο είναι το σκληρό τίμημα της δόξας. Οι σταρ κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, το οποίο ενίοτε οδηγεί στην καθαρή παράνοια. Φυσικά και η ματαιοδοξία στον απόλυτο βαθμό είναι πανταχού παρούσα. Οι προσωπικές σχέσεις, η οικογένεια, ο έρωτας, η μητρότητα,  περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Όλα θυσιάζονται για να κρατηθεί η απαστράπτουσα εικόνα, η τέλεια βιτρίνα, για να διατηρηθεί η δόξα όσο περισσότερο μπορεί. Ταυτόχρονα, όπως φυσικά και αλλού, η απληστία είναι και εδώ δεδομένη.
Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να ισχύουν και σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Πάντως η κατά Wilder εικόνα των εσωτερικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου κολακευτική. Οι ήρωες είναι όλοι τσακισμένοι με διάφορους τρόπους. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τις συμπληγάδες της βιομηχανίας της δόξας. Πέραν από τη μελέτη του ίδιου του σινεμά πάντως και την προφανή αυτοαναφορικότητα (ο Μάικλ Γιορκ παίζει τον εαυτό του, το γύρισμα μιας "Μαντάμ Μποβαρί" παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη), το φιλμ αποτελεί μια πολύ δυνατή μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας, παράνοιας, απληστίας.
Όχι, δεν είναι  Sunset Boulevard. Παρ΄όλα αυτά όμως - και παρά τα όποια προβλήματα - θα πρότεινα ανεπιφύλακτα να μην το χάσετε.

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014

ALPHAVILLE Ή Η ΚΑΤΑ ΓΚΟΝΤΑΡ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το "Aplhaville" είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που γύρισε ο Jean- Luc Godard το 1965. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η νοσταλγική ματιά του δημιουργού στα αμερικάνικα b-movies και στην pulp λογοτεχνία. Και είναι και διάφορα άλλα πράγματα.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.



Σάββατο, Ιουλίου 12, 2014

"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ": ΕΝΑ ΟΧΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Ο Tommy Lee Jones είχε αποδείξει με τις "Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράντο" ότι είναι και πολύ καλός σκηνοθέτης. Με τη δεύτερη ταινία του, το "Μέχρι το Τέλος" (The Homesman) του 2014 το επιβεβαιώνει απόλυτα.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2014

Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ "SENSO"

Το 1954 ο Lucchino Visconti (1906-1978) είχε ήδη απομακρυνθεί από τον νεορεαλισμό, απ' όπου ξεκίνησε, και είχε οδηγήσει το στιλ του σε ένα "βαρύ" μπαρόκ - πράγμα που συνδέεται και με τη δηλωμένη αγάπη του για την όπερα. Όλα αυτά είναι φανερά στο ιστορικό μελόδραμα "Senso", που γύρισε τη χρονιά εκείνη.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2014

ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΥΧΤΩΣΕΙ"

Ο Terence Young (1915-1994) παραμένει κυρίως γνωστός από μερικούς από τους πρώτους Τζέιμς Μποντ των 60ς με τον Σον Κόνερι. Κατά τη γνώμη μου όμως μια από τις καλύτερες ταινίες του είναι το "Wait Until Dark" (Περίμενε μέχρι να Νυχτώσει) του 1967 με την Ώντρεϊ Χέπμπορν, τον Άλαν Άρκιν και άλλους.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.

Σάββατο, Ιουλίου 05, 2014

Η "ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΙς ΣΧΕΣΕΙΣ

Στα 1963 ο Jean-Luc Godard στην ακμή του (προσωπικά μ' αρέσει μόνο η δεκαετία του 60 του ανατρεπτικού δημιουργού), γυρίζει την "Περιφρόνηση" (Le mepris) με μια εκθαμβωτική, σέξι Μπριζίτ Μπαρντό στον βασικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί ένα ταυτόχρονο στοχασμό τόσο για τις σχέσεις των δύο φύλων όσο και για τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2014

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

"Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου" βασίζονται σε βιβλίο της εξαιρετικής Patricia Highsmith, όπως αρκετές άλλες γνωστές ταινίες από την εποχή ήδη του "Άγνωστου του Τρένου" του Χίτσκοκ (1951). Γυρίστηκε το 2014 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου Hossein Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.

eXTReMe Tracker