Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2014

WORLD ON A WIRE: ΟΤΑΝ Ο ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ ΕΚΑΝΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Ο γερμανός Reiner Werner Fassbinder (1945-1982), παρά τα λίγα χρόνια που έζησε, υπήρξε παραγωγικότατος αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες έργο, τόσο για το σινεμά όσο και για την τηλεόραση. Προσωπικά αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του "Welt am Draht" (World on a Wire) του 1973. Στην πραγματικότητα πρόσκειται για μια μίνι τηλεοπτική σειρά, η οποία όμως βλέπεται κανονικότατα και σαν ταινία. Το παράξενο (για τον Φασμπίντερ) είναι ότι πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, βασισμένο μάλιστα σε διήγημα γνωστού συγραφέα του είδους, του Daniel Galouye με αυθεντικό τίτλο "Simulacron-3", που θυμίζει θα έλεγα το κλίμα των κειμένων του Φίλιπ Ντικ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης,  βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.

Κυριακή, Ιουνίου 29, 2014

ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ "6η ΑΙΣΘΗΣΗ"

Το 1999 ο ινδικής καταγωγής M. Night Shyamalan γυρίζει την τρίτη του ταινία, που μέχρι σήμερα νομίζω ότι παραμένει η καλύτερη και γνωστότερή του (μεταξύ μας τώρα κάποιες από τις επόμενες πραγματικά δεν βλέπονται): Την περίφημη "6η Α'ισθηση", ένα μεταφυσικό θρίλερ που μέχρι τις μέρες μας παραμένει εμβληματικό στο είδος του και έχει γίνει ουσιαστικά μέρος της καθημερινής ποπ κουλτούρας (ατάκες, ανέκδοτα με το τέλος κλπ.)
Η αλήθεια είναι ότι τεράστιο μέρος της φήμης και της επιτυχιας του βασίζεται όντως στο απόλυτα ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς με μια φράση - spoiler μπορείς κυριολεκτικά να καταστρέψεις την θέαση του φιλμ (και φυσικά, παρά το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφόφιλων γνωρίζουν αυτό το τέλος, δεν είμαι εγώ που θα σας αποκαλύψω αυτή τη φράση). Ωστόσο παρακολουθώντας ξανά την ταινία, διαπίστωσα ότι γενικότερα είναι εξαιρετικά καλοχτισμένη και ατμοσφαιρική και αιχμαλωτίζει σε όλη της τη διάρκεια το ενδιαφέρον του θεατή.
Ο Μπρους Γουίλις είναι παιδοψυχολόγος. Την ευτυχισμένη του οικογενειακή ζωή σκιάζει μόνο μια παλιά περίπτωση τραγικής του αποτυχίας με ένα παιδί, το οποίο, μεγαλώνοντας, θα δημιουργήσει εφιαλτική κατάσταση στο σπίτι του γιατρού. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει την περίπτωση ενός άλλου παιδιού, ο ήρωας βλέπει την ευκαιρία να επουλώσει το τραύμα του και να επανορθώσει κατά κάποιο τρόπο την παλιά του αποτυχία. Όμως εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς σιγά - σιγά αρχίζει να εισχωρεί στο χώρο του μεταφυσικού...
Η ατμόσφαιρα του φιλμ δομείται σταδιακά, σκηνή - σκηνή, και γίνεται όλο και πιο υποβλητική και, σε κάποια σημεία, πραγματικά τρομακτική. Το εδιαφέρον είναι ότι ο θεατής δεν το καταλαβαίνει αρχικά, σιγά - σιγά όμως βρίσκει τον εαυτό του να αγωνιά όλο και πιο πολύ με τα τεκταινόμενα (αυτό τουλάχιστον συνέβει με μένα). Εξ άλλου πρόκειται για το "χαμηλότονο" - και ίσως γι' αυτό πιο τρομαχτικό τελικά - είδος θρίλερ που προσωπικά μου αρέσει. Η περίφημη αποκάλυψη στο τέλος προκαλεί πραγματικά ανατριχίλα και αποτελεί το "κερασάκι στην τούρτα". Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με τη σπάνια περίπτωση όπου το κερασάκι αυτό έχει σχεδόν το ίδιο βάρος με την τούρτα καθ εαυτή... Κατά βάθος πάντως, αν το εξετάσετε καλύτερα, πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία (όσο κι αν φαίνεται παράδοξο), που τελικά προτείνει ένα ασυνήθιστο είδος λύτρωσης.
Κρίμα που ο Σιάμαλαν δεν επανέλαβε ποτέ κάτι τόσο καλό.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ "ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ"

Ο Τομ Κρουζ (τον οποίο σε γενικές γραμμές μάλλον αντιπαθώ), καταφέρνει ωστόσο να παίζει σε αν μη τι άλλο αξιοπρεπή blogbuster δράσης και - πολύ συχνά - επιστημονικής φαντασίας. Σ' αυτό το είδος ανήκει και το "Edge of Tomorrow" (Στα Όρια του Αύριο) που γύρισε το 2014 ο συνήθως καλός σε περιπέτειες Doug Liman.
Τι έχουμε εδώ; Τη "Μέρα της Μαρμότας" σε "σοβαρή", βίαιη και περιπετειώδη βερσιόν. Ανηλεείς (και χταποδοειδείς) εξωγήινοι εισβολείς έχουν σχεδόν διαλύσει τον πλανήτη. Ο ήρωας στέλνεται να πολεμήσει σε μις επιχείρηση που είναι το αντίστοιχο της απόβασης στη Νορμανδία, ένα αληθινό σφαγείο, και πεθαίνει την πρώτη κιόλας μέρα. Προς μεγάλη όμως έκπληξη του ίδιου, αμέσως ξαναζωντανεύει στην ίδια χρονική στιγμή του πρωινού της προηγούμενης μέρας. Σύντομα αντιλαμβάνεται λοιπόν ότι ουσιαστικά ζει ξανά και ξανά την ίδια μέρα σε μια αέναη λούπα. Κάθε φορά που πεθαίνει ξαναβρίσκεται στο ίδιο αυτό πρωινό, κουβαλώντας όμως τις αναμνήσεις όσων έζησε στις συνεχείς αυτές επαναλήψεις. Έτσι μπορεί να καταστρώσει τη στρατηγική του, αφού ξέρει πολύ καλά τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή και έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει διαφορετικά. Ως πού μπορεί να οδηγήσει αυτό, όταν μάλιστα έχει τη βοήθεια μιας ηρωίδας του πολέμου, την οποία όλοι σέβονται;
Εντάξει, η ταινία διαθέτει προφανώς δράση και είναι καλογυρισμένη - αυτό μας έλειπε, να μην είναι - ωστόσο, όσο κι αν το ενδιαφέρον ανανεώνεται υποτίθεται με τα όσα συμβαίνουν κάθε - ίδια, αλλά και εντελώς διαφορετική ταυτόχρονα - μέρα, το δικό μου εξαντλήθηκε μάλλον σύντομα. Ναι κάθε μέρα, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες της προηγούμενης, οι ήρωες προχωράνε ένα βήμα πιο πέρα και δοκιμάζουν μια νέα εκδοχή. Ωστόσο όλο αυτό δεν έπαυε να μου θυμίζει πίστες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, όπου κάθε φορά προχωράς λίγο και μετά "πεθαίνεις" και ξαναρχίζεις την επόμενη παρτίδα για να κερδίσεις μια ακόμα πίστα και να "ξαναπεθάνεις"... Ομολογώ ότι παρά την συχνά καταιγιστική πολεμική δράση βαρέθηκα.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία για  blogbuster του είδους και σίγουρα διαθέτει μια ασυνήθιστη (ξαναχρησιμοποιημένη πάντως) ιδέα. Σίγουρα επίσης θα αρέσει σε φανς του συνδυασμού πολεμικού- επιστημονικής φαντασίας φιλμ. Εμένα πάντως με κούρασε.
ΥΓ: Παρά τη γκρίνια μου εκτιμώ την επιμονή του Κρουζ να διαλέγει περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας. Το "Oblivion" μάλιστα μου είχε αρέσει κιόλας.

Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2014

ΣΟΚΑΡΙΣΤΙΚΟ "ΜΑΥΡΟ ΨΩΜΙ"

Προφανώς σχεδόν κάθε φορά που γράφω για ταινία του σύγχρονου ισπανικού σινεμά θα αναφέρομαι στη σχολή που έχει δημιουργηθεί εκεί : Σκοτεινές ιστορίες (συχνά φανταστικές), παιδιά ήρωες, πολιτικές προεκτάσεις (συνήθως σε σχέση με τον τραυματικό εμφύλιο και τον εφιαλτικό φασισμό που ακολούθησε). Και ιδιαίτερη, ανησυχητική ατμόσφαιρα.
Το "Μαύρο Ψωμί" (Pa Negre) που γύρισε το 2010 ο Agusti Villaronga δεν ξεφεύγει από τις γενικές αυτές γραμμές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία του φανταστικού (αν και αιωρείται η ύπαρξη ενός φαντάσματος, που είναι βέβαια ένας θρύλος της περιοχής). Βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 40 στη φτωχή επαρχία μετά τη φασιστική επικράτηση. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός παιδιού, το οποίο ανακαλύπτει στο δάσος τα πτώματα δύο άγρια δολοφονημένων (ο ένας παιδί επίσης). Από εκεί και πέρα τα ένοχα, συγκλονιστικά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύτονται το ένα μετά το άλλο, μέχρι τη σοκαριστική πραγματικά κατάληξη.
Ταυτόχρονα ταινία ενηλικίωσης (άγριας και βίαιης), μπλέκει το σασπένς με την στηλίτευση της φριχτής πολιτικής κατάστασης, την αβάσταχτη φτώχεια και την αδικία του κόσμου και τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα με το καταπιεστικό περιβάλλον της σκοτεινής επαρχίας, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικά πολυεπίπεδο δράμα. Η ιστορία έχει μια ασυνήθιστη πλευρά: Συνήθως, ακόμα και σε πιο πολύπλοκες ταινίες από τα αβαθή ψυχολογικά χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ (άσχετο αν μερικά απ' αυτά είναι διασκεδαστικά), υπάρχει διαχωρισμός καλού - κακού. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο άγρια και ωμά: Όπως θα αντιληφτείτε όσο προχωρά το φιλμ, κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι, μα όλοι, κρύβουν βρώμικα ή/και φριχτά μυστικά. Οι ανατροπές καραδοκούν σε κάθε "γωνία" της ταινίας. Αυτή ακριβώς η ζοφερή ατμόσφαιρα θα παρασύρει και τον νεαρό ήρωα. Τελικά κι αυτός θα αποκτήσει τη σκληρότητα της κοινωνίας γύρω του.
Απ' όλα αυτά βγαίνει ένα αβίαστο συμπέρασμα, το οποίο βρήκα εξαιρετικό: Η εφιαλτική ανέχεια και ο ωμός φασισμός (η καταπίεση εν γένει) διεισδύουν σε κάθε κοινωνικό κύταρο διαφθείροντάς το, σαπίζοντάς το, είτε πρόκειται για φτωχούς είτε για πλούσιους, είτε για νικητές είτε για ηττημένους. Σε μια ζοφερή απ' όλες τις απόψεις κοινωνία το μόνο που μένει είναι το κακό.
Πολύ δυνατή και καλογυρισμένη ταινία, συχνά συγκλονιστική, πλην όμως χρήζει μιας σαφούς προειδοποίησης: Παραείναι μαύρη, ζοφερή, εφιαλτική, δραματική. Προορίζεται για πραγματικά γερά στομάχια και πρέπει να είστε έτοιμοι γι΄αυτό. Όχι για υπερβίαιες σκηνές που περιέχει (δεν υπάρχουν τέτοιες, εκτός ίως από τη  πρώτη), αλλά για την ίδια την ιστορία και τις αποκαλύψεις, που παραείναι φριχτές για να τις αντέξει κανείς εύκολα. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα για το δύσκολο της θέασης.

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

"ΜΑΝΑ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΒΑΘΙΑ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Για τον εξαιρετικό κορεάτη σκηνοθέτη Joon-ho Bong έχω γράψει κι άλλες φορές. Η ταινία του "Mother" (Madeo) του 2009 επιβεβαίωσε τη γνώμη μου γι' αυτόν. Πρόκειται για ένα από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω δει τελευταία.
Η μεσήλικη ηρωίδα είναι μια μόνη μητέρα με έναν μονάκριβο γιο τον οποίο υπεραγαπά. Ωστόσο ο τελευταίος δεν διακρίνεται για την εξυπνάδα του. Για την ακρίβεια βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από αυτό που θα αποκαλούσαμε νοητική καθυστέρηση. Η μητέρα ζει πουλώντας θεραπευτικά ή / και "μαγικά" βότανα και κάποιες φορές εξασκεί παράνομες ιατρικές πρακτικές. Όταν ο γιος συλλαμβάνεται κατηγορούμενος για τον αποτρόπαιο φόνο μιας νεαρής κοπέλας, η μητέρα, σίγουρη για την αθωότητά του, θα κινήσει γη και ουρανό για να τον ελευθερώσει. Ο ίδιος άλλωστε δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί και πολύ τον εαυτό του.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στο φιλμ (το οποίο, για να προλάβω και όσους δεν αντέχουν τους χαμηλούς ρυθμούς, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάλλον αργό και το οποίο σε "πιάνει" από την αρχή με την ποιητική και τρελή ταυτόχρονα αρχική σκηνή): Την εξαιρετική ηθοποία της Hye-ja Kim στον βασικό ρόλο; Την πνιγηρή ατμόσφαιρα της κορεάτικης επαρχίας, που τόσο καλά μπορεί να δίνει ο Joon-ho Bong; Το δυνατό σενάριο με τις διαρκείς ανατροπές, που κρατάνε σε εγρήγορση τον θεατή; Το ανατρεπτικό τέλος, που σε συγκλονίζει με την αποκάλυψή του και τον τρόπο "αντιμετώπισής" της;
Οι χαρακτήρες είναι αμφίσημοι, διφορούμενοι, θετικοί και αρνητικοί συγχρόνως. Η ηρωίδα κινείται ανάμεσα στη βαθύτατη αγάπη και την αυτοθυσία από τη μία και την παράνοια από την άλλη και δεν διστάζει ούτε στιγμή να φτάσει στα άκρα για να προστατεύσει το γιο της. Και είναι τόσο έξυπνα δομημένες οι καταστάσεις, ώστε στο τέλος είναι αδύνατο να την κατατάξεις κάπου, να αξιολογήσεις τις πράξεις της. Πολλές μάνες άλλωστε θα προτιμούσαν να διαπράξουν κακό για να προστατέψουν το παιδί τους.
Στο φιλμ βλέπουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά του Joon-ho Bong που είδαμε και στο "Μνήμες Εγκλήματος": Την απεικόνιση της μουντής και πνιγηρής επαρχίας, για την οποία μιλήσαμε, τους αμφίσημους χαρακτήρες με τα δυσδιάκριτα όρια καλού - κακού, τις ανθρώπινες εμμονές, το υποδόρειο χιούμορ παρά το ότι πρόκειται για δράματα με αστυνομική πλοκή... Και πάνω απ' όλα - ξεχωρίζω εγώ - τον βαθύτατο σκεπτικισμό του για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και τη δυνατότητά της να ανακαλύπτει την αλήθεια.
Προσωπικά μου άρεσε πολύ. Αν δεν φοβάστε τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μην ανησυχείτε, σε καμία περίπτωση δεν είναι Αγγελόπουλος) ψάξτε το.


Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014

ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΚΙΑ Η MALEFICENT;

Εν έτει 2014 ο σκηνογράφος Robert Stromberg κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο αποφασίζοντας να γυρίσει το παραμύθι της "Ωραίας Κοιμωμένης" και να κάνει φυσικά μια ταινία φανταστικού σινεμά, το "Maleficent". Έχοντας μάλιστα την Αντζελίνα Τζολί στον βασικό ρόλο έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα τραβήξει τα πλήθη.
Η Αντζελίνα παίζει εδώ το ρόλο της "κακιάς". Εκ πρώτης όψεως, γιατί στη συνέχεια θα δούμε κατά πόσον ισχύει αυτό. Φορά λοιπόν εντυπωσιακότατα κέρατα και πελώρια φτερά και γίνεται η βασίλισσα του μυθικού κόσμου του Μουρ, το οποίο παραμένει οικειοθελώς αποκλεισμένο για να αποφύγει την ανθρώπινη απληστία. Ώσπου ένας νεαρός που θα διεισδύσει σ' αυτό θα κάνει την Maleficent να τον ερωτευτεί και να νοιώσει ξανά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι όπως το ξέρουμε (ούτε στο σινεμά ούτε στο αυθεντικό παραμύθι).
Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από την πλευρά της "κακιάς", της Maleficent, η οποία βεβαίως θα γίνει η νεράιδα που θα καταραστεί την νεογέννητη πριγκήπισα να πέσει σε αιώνιο ύπνο μόλις κλείσει τα 16 της. Πλην όμως δεν πρόκειται για την οπτική γωνία ενός "κακού". Η όλη ιστορία μας εξηγεί καθαρά το πώς και το γιατί η ισχυρή νεράιδα έγινε κακιά. Και το κατά πόσον είναι κακιά κατά βάθος. Έτσι τελικά η Maleficent είναι ξεκάθαρα ο πιο συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας και μας κάνει να νοιώθουμε ότι και μεις στη θέση της τα ίδια θα κάναμε.
Έτσι λοιπόν μπορώ να πω ότι βρήκα την ταινία αρκετά συμπαθητική. Ο λόγος για μένα είναι η πλήρης ανατροπή του γνωστού παραμυθιού που επιχειρείται εδώ. Διότι δεν είναι μόνο η βασική ανατροπή για τη φύση της "κακιάς" που σας περιέγραψα. Υπάρχουν και πλήθος άλλων ανατροπών, αρκετές από τις οποίες και έξυπνες είναι και διασκεδαστικές. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα θεαματικό (αλοίμονο τώρα) πειραγμένο παραμύθι, αφού το θέαμα είναι πλέον δεδομένο για το σύγχρονο Χόλιγουντ. Ο φανταστικός κόσμος του Μουρ είναι αρκετά εντυπωσιακος, τα εφέ καλά, η ροή της ταινίας μια χαρά... τι άλλο θέλετε;
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα αρκετά (δίχως φυσικά να το θεωρώ και κανένα αριστούργημα). Κυρίως λόγω των πολλαπλών ανατροπών του αυθεντικού μύθου. Διότι, πιστέψτε με, αν έβλεπα την πασίγνωστη ιστορία έστω και με την αρκετά εντυπωσιακή εικόνα του φιλμ, θα βαριόμουν αφόρητα.

Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2014

ΕΝΑ ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ "ΠΑΡΤΙ"



Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι θεωρώ το «Πάρτι», που γύρισε το 1968 ο Blake Edwards, σαν μία από τις πιο αστείες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες ever. Το θεωρώ επίσης ως τον πιθανόν πιο αστείο ρόλο του Πίτερ Σέλερς.
Ο οποίος, βεβαίως, ερμηνεύει τον ρόλο ενός ινδού κομπάρσου σε χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και, αφού καταφέρνει να καταστρέψει ολόκληρο το σκηνικό της ταινίας, προσκαλείται από λάθος στο πάρτι του παραγωγού της, σε μια σούπερ χλιδάτη βίλα του Χόλογουντ. Κι εκεί, βεβαίως, με αλλεπάλληλες, εμπνευσμένες γκάφες, καταφέρνει – άθελά του πάντοτε - να επιφέρει το απόλυτο χάος.
Αυτό που θεωρώ εξαιρετικό στο φιλμ είναι η αντοχή του στο χρόνο. Ακόμα και σε πολλοστή πρόσφατη θέαση δεν μπορούσα να μην ξεκαρδιστώ για μια ακόμα φορά. Νομίζω ότι η διαχρονικότητα αυτή οφείλεται κυρίως στο ότι ο Edwards βασίζει όλο το φιλμ όχι τόσο σε λεκτικά αστεία - αν και το "Birdie birdie num num" άφησε εποχή - αλλά σε γκαγκς, που παραπέμπουν ακόμα και στην εποχή του βωβού. Ο Σέλερς παίζει με όλο του το σώμα και βγάζει όντως πολύ γέλιο.
Εκτός από το διασκεδαστικότατο της όλης υπόθεσης μπορούμε να εντοπίσουμε και κάποια άλλα στοιχεία στο φιλμ: Βγαλμένο κατ’ ευθείαν από τα 60ς, φέρει πολλά σημάδια από την πιο ταραγμένη (και ενδιαφέρουσα) δεκαετία της Αμερικής: Κατ’ αρχήν υπάρχει η ειρωνία και ο σαρκασμός για το ίδιο το Χόλιγουντ και τους μηχανισμούς του – αυτό δεν αφορά τα 60ς, είναι γενικότερο: Οι άσχετοι με την τέχνη παραγωγοί (στρατηγός στο συγκεκριμένο φιλμ), όλη η υποκρισία και ο συντηρητισμός των κύκλων της κινηματογραφικής βιομηχανίας (χαρακτηριστικός ο παραγωγός που τα βάφει μαύρα επειδή στο πάρτι καταφτάνει... ρώσικο μπαλέτο – εποχή ψυχρού πολέμου γαρ), η χλιδή, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, οι ηλίθιοι σταρ που κάνουν καμάκι, όλα δίνονται ανάγλυφα. Κι ακόμα υπάρχει η χίπικη νεανική κουλτούρα της εποχής, που αμφισβητεί όλα αυτά και που αντιπροσωπεύεται από την παρέα της κόρης του παραγωγού, η οποία γίνεται ο καταλύτης του τελικού μπάχαλου. Υπάρχει ακόμα, κάτω από την ξεκαρδιστική επιφάνεια, η μελαγχολία του αταίριαστου, γκαφατζή κεντρικού χαρακτήρα με την συγκινητική κατά βάθος μοναχικότητά του, ασυμβατότητα που τονίζεται όχι μόνο από την ταξική - οικονομική διαφορά με τους ανθρώπους του πάρτι, αλλά και από το γεγονός ότι ο ήρωας είναι ινδός.
Αρκετά όμως σας κούρασα με αναλύσεις. Ακόμα κι αν δεν σας ενδιαφέρει τίποτα απ' όλα αυτά, σας προκαλώ να απολαύσετε, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει, και μάλιστα κατ' επανάληψιν, μια από τις πιο αστείες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2014

ΤΟ ΑΝΗΣΥΧΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ GORE VIDAL

O Gore Vidal (1925-2012) υπήρξε ένας αμερικανός στοχαστής και συγγραφέας ενεργά πολιτικοποιημένος και με πολύ ριζοσπαστικές - για αμερικανό τουλάχιστον - απόψεις. Ο ίδιος είχε βάλει υποψηφιότητα δύο φορές με το Δημοκρατικό Κόμμα. Φίλος και συνεργάτης των Κένεντι (αν και δεν δίστασε να απομυθοποιήσει τον Τζον Κένεντι αργότερα) και "κολλητός" του ζεύγους Πολ Νιούμαν - Τζόαν Γούντγουορθ , πήρε μέρος σε μυθικές για την Αμερική "τηλεμαχίες", τόσο πολιτικές όσο και "ενδοσυγγραφικές" (έχει μείνει θρυλικός ο live επί της οθόνης καυγάς του με τον Norman Mailer).
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2014

ΔΥΟ ΓΕΝΙΕΣ Χ-ΜΕΝ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ

Οι X-Men είναι από τις λίγες υπερ-ηρωικές σειρές που μου αρέσουν - σχετικά, όχι ότι τρελαίνομαι κιόλας. Το 2014 η σειρά επιστρέφει με το "X-Men: Μέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος" (προτιμώ το αμερικάνικο Days of Future Past με την αναφορά στον κλασικό δίσκο των Moody Blues), το οποίο σηματοδοτεί και την επιστροφή στη σκηνοθεσία του "πρώτου διδάξαντος" Bryan Singer.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2014

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ "ΝΥΧΤΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"

Το 1967 είναι η χρονιά που ο Roman Polanski γυρίζει μια από τις λίγες κωμωδίες του, το "The Fearless Vampire Killers" (Η Νύχτα των Βρικολάκων" στην Ελλάδα). Είναι μία από τις πρώτες φορές που το θέμα των βαμπίρ αντιμετωπίζεται από κωμική σκοπιά.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την  ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.

Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2014

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "HOMBRE"

O Martin Ritt (1914-1990) υπήρξε από τους "αριστερούς" του Χόλιγουντ και το πλήρωσε στη δεκαετία του 50, αφού βρέθηκε στη διαβόητη μαύρη λίστα του Μακάρθι (σε μνήμες από την εποχή βασίζεται άλλωστε η ταινία του "Η Βιτρίνα" με τον Γούντι Άλεν). Στα 1967 πάντως γυρίζει το ενδιαφέρον γουέστερν "Hombre" με έναν αγέρωχο Πολ Νιούμαν στον ομώνυμο πρωταγωνιστικο ρόλο.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής  και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2014

"ΜΝΗΜΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" Ή ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Θεωρώ τον κορεάτη Joon-ho Bong πολύ σημαντικό δημιουργό. Είχα δει το "Host" και στη συνέχεια το "Snowpiercer", την πρώτη του διεθνή παραγωγή, οπότε γύρισα και σε παλιότερες δουλειές του. Οι "Μνήμες Εγκλήματος" (Salinui Chueok) του 2003 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.

eXTReMe Tracker