Κυριακή, Απριλίου 27, 2014

"ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ" Ή ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ;

Πρέπει, φοβάμαι, να το πάρουμε απόφαση ότι οι εφηβικές σειρές φαντασίας θα μας ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια ακόμα (προσοχή: σειρές είπα, όχι ταινίες. Αυτό είναι το χειρότερο). Και γιατί όχι άλλωστε; Αφού το Χόλιγουντ βγάζει πάμπολλα δολάρια απ' αυτές, κορόιδα είναι οι παραγωγοί και οι εταιρίες;
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
 Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...

Σάββατο, Απριλίου 26, 2014

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ "ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ"

Στην Παταγονία του 1960 ένας γερμανός γιατρός που ζει εκεί συναντά τυχαία μια αργεντινή οικογένεια με δύο παιδιά. Η 12χρονη κόρη έχει πρόβλημα στην ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα να δείχνει μικρότερη απ' όσο είναι. Ο γιατρός αποφασίζει να εφαρμόσει μια δικής του επινόησης θεραπεία για την ανάπτυξη της μικρής, με τη συγκατάθεση της μητέρας, δίχως όμως να το γνωρίζει ο πατέρας. Από την αρχή σχεδόν του φιλμ καταλαβαίνουμε ότι ο γιατρός δεν είναι άλλος από τον φυγόδικο διαβόητο και εφιαλτικό Μένγκελε, τον αδίστακτο γιατρό των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, που ζει κρυφά στην Αργεντινή.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ταινία της αργεντινής Lucia Puenzo "Ο Γερμανός Γιατρός" (Wakolda) του 2013.  Η ιστορία είναι ειδωμένη μέσα από τα μάτια του 12χρονου κοριτσιού, το οποίο βεβαίως, μέσα στην άγνοιά του, δεν έχει κανένα λόγο να μη συμπαθεί τον ευγενή κύριο που προσπαθεί να τη βοηθήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το φιλμ επικεντρώνεται στο να μας δείξει "το ανθρώπινο πρόσωπο" ενός καθάρματος. Αντίθετα, ο αδίστακτος και εμμονικός - στα όρια της παράνοιας - χαρακτήρας του σκιαγραφείται σιγά - σιγά με πετυχημένο τρόπο. Η Puenzo επιλέγει έναν χαμηλότονο τρόπο αφήγησης, μας δίνει ανάγλυφα την ψυχολογία των ηρώων και, συγχρόνως, χρησιμοποιεί διάφορους συμβολισμούς για να δώσει μια παράδοξη και ενίοτε εφιαλτική νότα στην ταινία της (ο απειλητικός καιρός, τα αχανή, μοναχικά τοπία της Παταγονίας, οι κούκλες που κατασκευάζει ο πατέρας και γοητεύουν τον Μένγκελε, ο οποίος, μέσα από έναν πολύ ταιριαστό παραλληλισμό, θέλει να τις κάνει ομοιόμορφες κλπ.). Σημειωτέον ότι, καθόλου τυχαία, Wakolda (ο πρωτότυπος τίτλος του φιλμ) είναι το όνομα μιας αγαπημένης κούκλας της μικρής.
Βρήκα την ταινία αξιόλογη και γοητευτική. Καταφέρνει, νομίζω, να δημιουργεί μια υποβόσκουσα απειλητική ατμόσφαιρα και ένα υπόγειο σασπένς, ενώ - όντας χαμηλότονη, όπως προείπαμε - ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικο και το παράδοξο. Ναι, το κακό διαθέτει τη σκοτεινή γοητεία του... Ταυτόχρονα σκιαγραφεί μια εποχή και μια αληθινή ιστορική στιγμή, τότε που η Λατινική Αμερική είχε γίνει καταφύγιο ναζιστών εγκληματιών, των οποίων η επιροή εκεί, όπως ξεκάθαρα δείχνεται, δεν υπήρξε καθόλου αμελητέα. Σκέπτομαι μερικές φορές ότι η "μαγιά" αυτή ίσως και να έχει σχέση με το ότι στην ήπειρο αυτή ευδοκίμησαν για κάμποσες μεταπολεμικές δεκαετίες μερικές από τις στυγνότερες και αιματηρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο 20ός αιώνας...
Προς το τέλος βέβαια το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος περιπέτειας, με το σασπένς και το timing να παίζουν τον κύριο λόγο. Αυτό όμως διαρκεί λίγο και δεν νομίζω ότι διαταράσσει την όλη υποβλητική του ατμόσφαιρα.

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2014

ΣΤΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ "GRAND BUDAPEST"

Το 2014 ο πολύ ιδιαίτερος Wes Anderson επιστρέφει με το "The Grand Budapest Hotel", μια ακόμη προσθήκη στη σειρά της ιδιόρυθμης φιλμογραφίας του. Αυτή τη φορά επιλέγει τη φόρμα της περιπετειώδους κωμωδίας.
Βασισμένη χαλαρά σε ένα έργο του Στάφαν Τσβάιχ, η ταινία μας μεταφέρει σε μια φανταστική κεντροευρωπαϊκή χώρα στο μεσοπόλεμο, στα βουνά της οποίας δεσπόζει το θρυλικό ξενοδοχείο "Grand Budapest", και μας αφηγείται την ιστορία του περίφημου αρχιθαλαμηπόλου του Gustave H. Αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας, "παρηγορητής" ώριμων κυριών, προικισμένος με στιλ, ευγένεια  και εξαιρετική ευφράδεια, ο ήρωάς μας είναι ο διασημότερος στο επάγγελμά του. Όταν ο βάρβαρος ναζισμός επικρατεί στην Ευρώπη, ο ήρωάς μας θα κατηγορηθεί από συγγενείς μιας πλούσιας κυρίας που μετά θάνατον του αφήνει έναν πολύτιμο πίνακα, θα φυλακιστεί και μια απίθανη απόδραση θα μπει στα σκαριά. Την ιστορία αφηγείται ο μικρός προστατευόμενος και μαθητευόμενός του, ο οποίος αργότερα θα τον διαδεχτεί.
Η ταινία υιοθετεί διάφορα στιλ. Άλλοτε θυμίζει βωβό σινεμά, άλλοτε μπαρόκ ταινίες (ακολουθώντας το μπαρόκ μεσοπολεμικό κλίμα), άλλοτε κάτι απροσδιόριστα παλιομοδίτικο. Πάντα όμως το σασπένς κυριαρχεί όπως, βέβαια, και το πάντοτε ιδιόρυθμο χιούμορ του Anderson. Γενικά, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε με μια λέξη, αυτή θα ήταν "στιλάτη". Αυτό όμως είναι, νομίζω, δεδομένο για τον συγκεκριμέο δημιουργό. Με γρήγορο ρυθμό, συχνά ευρηματική (θυμηθείτε, ας πούμε, τη "διεθνή", κάτι σαν μασωνεία, των... αρχιθαλαμηπόλων) , νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, τοσο με τα ευρήματα όσο και με την ιδιαίτερη εικόνα της. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στο διαφορετικό, ενώ αντιπαραβάλλει ένα είδος παλιομοδίτικης ευγένειας με τη φασιστική βαρβαρότητα, ενώ μιλά (με χιούμορ βεβαίως) για έναν κόσμο που χάνεται. Όσο για το κυριολεκτικά all-star καστ, τι να πει κανείς. Σπάνια έχουν εμφανιστεί στο ίδιο φιλμ τόσοι γνωστοί ηθοποιοί μαζί. Κρατείστε την ανάσα σας: Εκτός του πρωταγωνιστή Ρέιφ Φάινς έχουμε τους Τίλντα Σουίντον, Μπιλ Μάρεϊ, Ουίλαμ Νταφόε, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάρεϊ Άμπρααμς, Αντριέν Μπρόντι, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τζουντ Λο, Έντουαρντ Νόρτον, Λεά Σεϊντού, Ματιέ Αμαλρίκ... Απίστευτο...
Γενικά, όπως καταλάβατε, τη βρήκα διασκεδαστική. Δεν σας κρύβω όμως ότι το "Moonlight Kingdom", η προηγούμενη ταινία υου Άντερσον, μου άρεσε περισσότερο.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2014

"ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ" ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ

«Το Μικρό Ψάρι» του 2014 είναι η τέταρτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και, κατά τη γνώμη μου, η ωριμότερή του. Στο φιλμ αυτό το διαρκές υβρεολόγιο (σήμα κατατεθέν του δημιουργού, που προσέδιδε μια ένταση και βιαιότητα σχεδόν σωματική στα προηγούμενα φιλμ του, κυρίως τα δύο πρώτα) έχει κάπως υποχωρήσει, για να δώσει τη θέση του σε μια πιο βαθιά, αλλά εξ ίσου συγκλονιστική εσωτερική αγωνία.
Ο ήρωας είναι ένας αποφυλακισμένος, που δουλεύει σε φούρνο, ταυτόχρονα όμως είναι και πληρωμένος δολοφόνος, εκτελώντας συμβόλαια θανάτου. Μοναχικός, λιγομίλητος, υπόκειται διαρκώς λεκτική βία από παντού γύρω του. Την αντιμετωπίζει όμως στωικά, σιωπηλά,, ζει ασκητικά και δίνει όλα σχεδόν τα (μπόλικα) λεφτά που βγάζει στον αδελφό του φυλακισμένου Λεωνίδα, ο οποίος του έχει σώσει τη ζωή, για να πάρει σάρκα και οστά ένα παράτολμο σχέδιο απόδρασης του τελευταίου. Όταν όμως ο ήρωάς μας νοιώσει προδομένος, η βία είναι πλέον μονόδρομος.
Όπως καταλάβατε η ταινία δανείζεται πολλά από τα φιλμ νουάρ (του Μελβίλ κυρίως). Ο μοναχικός, λιγομίλητος ήρωας, δολοφόνος μεν, αλλά με μια προσωπική, άτεγκτη ηθική, αποτελεί αρχετυπική φιγούρα του είδους. Παράλληλα ο Οικονομίδης κάνει για μια ακόμα φορά μια σκληρότατη, άγρια θα λέγαμε, κριτική της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας της κρίσης. Η παρακμή της - κι αυτό δείχνεται ξεκάθαρα - δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά πρώτιστα ηθική: Η εκπόρνευση, η έλλειψη κάθε δισταγμού μπροστά στην απόκτηση χρήματος, η απάτη, η παντελής απουσία ηθικής από τον εργασιακό χώρο μέχρι οπουδήποτε, η εκμετάλλευση, είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν σ’ αυτή. Μπροστά σ’ αυτή την ηθική εξαθλίωση ένας πληρωμένος φονιάς μοιάζει να είναι πολύ πιο ηθικός, τίμιος και δίκαιος από τον βόρβορο που τον περιβάλλει. Κι αυτό σπάνια έχει δειχτεί, νομίζω, τόσο ξεκάθαρα στο σινεμά (και όχι μόνο το ελληνικό). Όπως επίσης και ο κοινωνικός εγκλωβισμός, η βαθύτατη μοναξιά η από παντού πίεση του πρωταγωνιστή που γίνεται αφόρητη.
Όλα τα παραπάνω συνεπικουρούνται τόσο από την εσωτερική, εξαίρετη ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρίκη, όσο και από την απροσδόκητα εντυπωσιακή ερμηνεία του γνωστού δημιουργού κόμικς (και παντελώς ερασιτέχνη ηθοποιού) Πέτρου Ζερβού στο ρόλο του γείτονα και μοναδικού ίσως φίλου του ήρωα.

Όπως καταλάβατε βρήκα την ταινία έως και συγκλονιστική. Και μάλιστα δίχως να επικεντρώνεται τόσο στην κατάδειξη της βίας καθεαυτής. Είναι η ψυχολογική βία αυτή που πραγματικά τσακίζει κόκαλα. 

Παρασκευή, Απριλίου 11, 2014

ΕΝΑΣ ΑΚΟΥΣΙΩΣ ΑΣΤΕΙΟΣ "ΝΩΕ"

Φυσικά και ήταν παράξενη η απόφαση του Darren Aronofsky να μεταφέρει στην οθόνη την ιστορία του… Νώε και του σχετικού κατακλυσμού. Έτσι το 2014 προβλήθηκε το «Noah» και, μια που πρόκειται για Αρονόφσκι, είπα να το δω.
Απογοητεύτηκα οικτρά. Αυτός ο Νώε νομίζω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μάλλον… αστείος είναι (ακουσίως βεβαίως). Η ταινία ούτε ακριβώς βιβλική είναι (η ματιά ενός πιστού) ούτε, σε καμία περίπτωση, ανατρεπτική, αμφισβητώντας την αυθεντία των Γραφών. Μάλλον με… περιπέτεια fantasy μου έμοιαζε, κι αυτή όχι από τις καλές (αλλιώς δεν θα είχα αντίρρηση). Φυσικά ο θεός υπάρχει (ο Δημιουργός, όπως τον αποκαλούν οι πάντες), και το όλο πράγμα μετατρέπεται σε ταινία δράσης με μάλλον χαζά διαλείμματα ζοφερού δράματος. Υπάρχουν και πολλοί πέτρινοι γίγαντες (εντυπωσιακοί σαν εφέ), οι οποίοι είναι οι… εκπεσόντες άγγελοι και βοηθούν τον Νώε και την οικογένειά του, υπάρχει ο αρχι-κακός (να μην χάσουμε την ευκαιρία), ο οποίος επιβιώνει του κατακλυσμού και… κρύβεται ως λαθρεπιβάτης στην κιβωτό (για να έχουμε προφανώς και το τελική μονομαχία προς το τέλος) και, κυρίως, υπάρχει ο Νώε κάπως ως βάρβαρος, να πολεμά και να σκοτώνει ως άλλος Κόναν, αποδεκατίζοντας σαν σούπερ ήρωας τους (άπιστους) εχθρούς. Νομίζω πως, όπως και να έβγαινε τελικά η ταινία, η ιδέα του Νώε ως δεινού, μπρατσαρά πολεμιστή να σφάζει και να σκοτώνει είναι επιεικώς αστεία.
Όπως σας είπα υπάρχει και το δράμα. Ο Νώε, παρερμηνεύοντας τις εντολές του Δημιουργού, αποφασίζει να σκοτώσει το ίδιο του το νεογέννητο εγγόνι, προσπαθώντας να εξαλείψει την ανθρώπινη φυλή. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά… η αγάπη θα νικήσει (δεν σας κάνω spoiler. Αν δεν νικούσε προφανώς δεν θα υπήρχαμε εμείς σήμερα να βλέπουμε ταινίες).

Το κακό είναι ότι πάνω απ’ όλα βρήκα το φιλμ αμήχανο και αναποφάσιστο. Διότι ούτε ρυθμό μου φάνηκε ότι είχε, οπότε δεν κατάφερε να με κρατήσει ως βιβλική σούπερ περιπέτεια, ούτε καν ιδιαίτερα θεαματικό ήταν (στο εξ ίσου χαζό «2012», ας πούμε, ο κόσμος καταστρεφόταν πολύ πιο θεαματικά), ενώ το δράμα και τα διλήμματα τα βρήκα αφελή, οπότε, ούτε ως «σοβαρό» φιλμ προβληματισμού μπορεί κατά τη γνώμη μου να σταθεί. Συνολικά λοιπόν, με συγχωρείτε, αλλά δεν κατάλαβα τι τον έπιασε ξαφνικά τον Αρονόφσκι και γιατί έκανε ό, τι έκανε. Εντάξει, δήλωσε ότι το είχε από μικρός απωθημένο, αλλά δεν νομίζω ότι το πραγμάτωσε με τον καλύτερο τρόπο…

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2014

"ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ" Ή Η ΚΙΝΑ ΤΗΣ (ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ) ΗΘΙΚΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Ο Zhangke Jia είναι ένας γνωστός κινέζος σκηνοθέτης, που αρέσκεται να αποτυπώνει στην οθόνη το τραχύ και καθόλου κολακευτικό πρόσωπο της σύγχρονης Κίνας. Οι ταινίες του είναι ρεαλιστικές και απεικονίζουν μια απόλυτα πιστευτή πραγματικότητα.
Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και στην "Αίσθηση Αμαρτίας" (Tian zhu ding για να ξεσκονίσετε τα κινέζικά σας) του 2013. Αυτή τη φορά επιλέγει την δομή της σπονδυλωτής ταινίας. Το φιλμ αποτελείται από 4 ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες, που αποτυπώνουν μια δύσκολη καθημερινότητα, έχουν ωστόσο έναν κοινό παρονομαστή: Ένα αναπόφευκτο (;) ξέσπασμα βίας στο τέλος της κάθε μιας. Έτσι οι ιστορίες αυτές παύουν να είναι κοινές και καθημερινές και παρά την απόλυτα ρεαλιστική και συνηθισμένη απεικόνισή τους, σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ιστορίες που γίνονται ειδήσεις στα μέσα επικοινωνίας. Παρακολουθούμε λοιπόν την ιστορία ενός παθιασμένου με τη δικαιοσύνη κάτοικου ενός διεφθαρμένου χωριού, αυτή ενός δολοφόνου με παντελή έλλειψη οποιασδήποτε ηθικής, αυτή μιας γυναίκας που νοιώθει προδομένη στη σχέση της με ένα παντρεμένο και δέχεται τη σεξουαλική επίθεση ενός άθλιου πλούσιου και, τέλος, την ιστορία ενός νεαρού που αλλάζει δουλειές και τελικά καταλήγει σερβιτόρος σε έναν πολυτελέστατο οίκο ανοχής.
Πώς; Η (πρώην) κομουνιστική Κίνα διαθέτει βαθιά διεφθαρμένες κοινότητες, οίκους ανοχής, διεστραμένους πλούσιους και δολοφόνους για το κέρδος; Κι όμως: Το άγριο, ανελέητο πέρασμα από την πιο απόλυτη (υποτίθεται) μορφή σοσιαλισμού σε έναν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτο, στυγνό καπιταλισμό δημιουργεί τερατώδεις καταστάσεις, οι οποίες μάλιστα είναι βιαιότερες και πιο ανεξέλεγκτες από αυτές της (συνηθισμένης στον καπιταλισμό) Δύσης. Τα πάντα μοιάζουν να έχουν ξεπουληθεί μπροστά στον πόθο του κέρδους. Το παρανοϊκό στην περίπτωση της Κίνας είναι ότι όλα αυτά συντελούνται ακόμα κάτω από μια σοσιαλιστική φρασεολογία. Βλέπετε, εκεί οι κυβερνήσεις δεν έχουν επίσημα αποποιηθεί το (επίσης στυγνό) κομουνιστικό καθεστώς, οπότε η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ερμαφρόδιτη. Όπως ερμαφρόδιτη παραμένει και η συνεχής σύγκρουση παράδοσης και παλιάς νοοτροπίας αφ' ενός και σύγχρονης εποχής από την άλλη, πράγμα που τονίζεται επαρκώς στο φιλμ με διάφορους τρόπους (το παραδοσιακό, λαϊκό θέατρο δρόμου που μαγεύει πλήθος θεατών συνυπάρχει με την σύγχρονη τεχνολογία και τη δίψα του κέρδους).
Με στέρεα αφήγηση, δίχως κάτι exreme από κινηματογραφική άποψη, η ταινία νομίζω ότι αξίζει για την καταγραφή μιας σχιζοφρενούς πραγματικότητς και για την κατάδειξη των τραγικών συνεπειών της βίαιης, ανεξέλεγκτης εισβολής του καπιταλισμού και της απότομης αλλαγής αξιών που αυτή η εισβολή συνεπάγεται.


Παρασκευή, Απριλίου 04, 2014

LFO: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ


Το «LFO: The Movie” είναι μια παράξενη σουηδική ταινία που γύρισε το 2013 ο Antonio Tublen  (είναι η 2η μεγάλου μήκους ταινία του).Κάπως ασυνήθιστη, λίγο «πειραματική» στη δομή της, διαθέτει ωστόσο στρωτή ιστορία και, τελικά, μου φάνηκε ενδιαφέρουσα. 
Ο ήρωας κάνει πειράματα με τον ήχο στο υπόγειο του σπιτιού του. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει μια ηχητική συχνότητα με την οποία μπορεί να υπνωτίζει τους ανθρώπους και, τελικά, να τους κάνει υποχείριά του. Μετά από κάποια πειράματα στον εαυτό του, αρχίζει να χρησιμοποιεί σαν πειραματόζωα το ζευγάρι των γειτόνων του, με ποικίλα αποτελέσματα (και σεξουαλικά μεταξύ άλλων). Σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι οι σποραδικές συνομιλίες με τη σύζυγό του βρίσκονται μόνο στο κεφάλι του, αφού αυτή, εδώ και κάποιον καιρό, είναι νεκρή. Στη συνάχεια, και αφού έχει «βαρεθεί» τους γείτονες, ο ήρωάς μας είναι έτοιμος για τον κόσμο...
Πρόκειται για μια ασυνήθιστη μαύρη κωμωδία. Μην περιμένετε βεβαίως κάτι ξεκαρδιστικό, κάθε άλλο. Το χιούμορ είναι υπόγειο και, όπως είπαμε, συχνά μαύρο. Και, βέβαια, τίθενται και σεναριακά ερωτήματα για την πνευματική κατάσταση του πρωταγωνιστή... Ουσιαστικά πάντως πρόκειται για μια «πειραγμένη» ματιά πάνω στο θέμα της αναζήτησης δύναμης και εξουσίας και την κατάχρησή της. Η εξουσία, βλέπετε, πάντοτε διαφθείρει και οδηγεί στην εκμετάλλευση των άλλων, ακόμα κι αν αρχικά υπάρχουν καλές προθέσεις. Οπότε βρίσκω πολύ σημαντικό το ερώτημα που θέτει το φιλμ: μπορούν οι άνθρωποι να αντισταθούν αν τους δοθεί απόλυτη εξουσία ή σύντομα θα παρασυρθούν σε κατήφορο στερώντας την ελευθερία και τη βούληση των άλλων;
Έχει ενδιαφέρον το πώς ο σκηνοθέτης παρουσιάζει την βαθμιαία εξέλιξη – προς όλο και σκοτεινότερα βάθη - του πρωταγωνιστή και πώς, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ταυτίζει σιγά – σιγά τη μέθη της απόλυτης δύναμης με την παράνοια. Θα τονίσω και πάλι: Μην περιμένετε σε καμία περίπτωση μια ταινία χολιγουντιανής επιστημονικής φαντασίας, με έντονη δράση κλπ. Εδώ έχουμε άλλο κλίμα και άλλους αφηγηματικούς κώδικες. Αν είστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό, πιστεύω ότι το φιλμ έχει ενδιαφέρον.

Πέμπτη, Απριλίου 03, 2014

Ο "ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ" ΚΑΙ Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΜΙΖΕΡΙΑ

Υπάρχει – το έχουμε ξαναπεί – ένας πολύ ιδιαίτερος βρετανικός ρεαλισμός, ένα στιλ που αποτυπώνει ανελέητα στην οθόνη μια πολύ ιδιαίτερη βρετανική μιζέρια. Πρώτοι διδάξαντες και γνωστότεροι εκπρόσωποι οι Ken Loach και Mike Leigh. Σ’ αυτά ακριβώς τα χνάρια κινείται η πρώτη μεγάλου μήκους fiction ταινία της, βρετανής φυσικά, Clio BarnardΟ Εγωιστής Γίγαντας» του 2013.
Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία δύο παιδιών 13 και 15 χρονών σε μια ξεχασμένη, καταθλιπτική επαρχιακή πόλη της Βρετανίας. Ο ένας, ο Άρμπορ,  είναι υπερκινητικός και πάσχει από αδυναμία συγκέντρωσης και έλλειμματική προσοχή. Αποβάλλεται από το σχολείο και πείθει τον (μοναδικό) φίλο του, τον Σουίφτι, να το εγκαταλείψουν και να ασχοληθούν με κάτι πολύ πιο προσοδοφόρο: Την κλοπή καλωδίων για τον χαλκό τους. Αυτά και άλλα μεταλλικά σκουπίδια πουλάνε στον «μεγαλορακοσυλλέκτη» Κίτεν. Αυτός ωστόσο μοιάζει να προτιμά και να εμπιστεύεται περισσότερο τον Σουίφτι. Σύντομα το δράμα θα πυροδοτηθεί.
Εξαιρετικοί χαρακτήρες, πολύ καλές ηθοποιίες, βαθύς κοινωνικός ρεαλισμός και απεικόνιση μιας μίζερης, πνιγηρής καθημερινότητας είναι τα χαρακτηριστικά του φιλμ, που το βρίσκω από τα καλύτερα στο είδος του. Αυτό που πραγματικά σοκάρει πάντως είναι η εικόνα μιας άθλιας σε όλα τα επίπεδα κοινωνίας ενός προηγμένου, υποτίθεται, δυτικού κράτους. Φτώχεια σε βαθμό εξαθλίωσης, παιδική εργασία και εκμετάλλευση, εγκληματικότητα, έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος, οράματος ή προοπτικής, συνθέτουν μια ζοφερή πραγματικότητα, δίχως ίχνος ελπίδας για κάποια αλλαγή. Αυτό που τονίζεται είναι το απόλυτο τέλος της όποιας μορφής κοινωνικής κατανόησης, αλληλοβοήθειας, συμπόνιας. Είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε επίπεδο πολιτείας. Η κοινωνία κινείται γύρω από το χρήμα και μόνο και με το όραμα του εύκολου πλουτισμού – και μόνο, επίσης – μεγαλώνουν νέες γενιές. Η χρεοκοπία είναι απόλυτη και σε όλα τα επίπεδα.
Η γενική αυτή εικόνα τονίζεται από το γκρίζο, άσχημο και μελαγχολικό  τοπίο που περιβάλλει τους ήρωες. Ακόμα και τα πράσινα τοπία της υπαίθρου μοιάζουν να γονατίζουν κάτω από τους πελώριους όγκους των φουγάρων του πυρηνικού εργοστασίου της περιοχής, κάτω από τις συντριπτικές σκιές των οποίων θα συντελεστεί το τελικό δράμα.
Αν δεν είστε φίλοι του απόλυτου ρεαλισμού – από τον οποίο όμως δεν λείπει και το τρυφερό και με κατανόηση κοίταγμα των ηρώων – τότε δεν είναι η ταινία σας. Αν όμως σας ενδιαφέρουν όλα αυτά, το ξαναείπα, το θεωρώ από τα καλύτερα δείγματα. Για να είμαι ακριβής το βρίσκω συγκλονιστικό.
ΥΓ: Όπως δείχνει ο τίτλος, το φιλμ είναι ελεύθερα – πολύ ελεύθερα – εμπνευσμένο από το ομώνυμο διήγημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Μεταλλαγμένο όμως. Δίχως ελπίδα…


eXTReMe Tracker