Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2014

ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΜΕ ANIMATION (ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ)

To 2013 ο εικαστικός και σκηνοθέτης Άγγελος Σπάρταλης ξαφνιάζει ευχάριστα το ελληνικό (τουλάχιστον) κοινό με ένα από τα πολύ λίγα ελληνικά animation μεγάλου μήκους: Το "Από τη Γη στη Σελήνη", βασισμένο βεβαίως στο ομώνυμο έργο του Ιούλιου Βερν.
Η ιστορία είναι λίγο - πολύ γνωστή: Ένας ιδιοφυής εφευρέτης προτείνει να σταλεί μια τεράστια οβίδα - σκάφος που θα εκτοξευτεί από ένα γιγαντιαίο κανόνι. Η δύναμη της ώθησης θα είναι τέτοια ώστε θα περάσει την γήινη ατμόσφαιρα και θα φτάσει στη σελήνη. Ο ίδιος και δύο τολμηροί σύντροφοί του θα επανδρώσουν το παράτολμο εγχείρημα. Από ποιο σημείο της Αμερικής όμως θα εκτοξευτεί το βλήμα; Δεν υπάρχει ένας μόνο διεκδικητής. Περιττό να πούμε ότι στην εποχή του το βιβλίο ανήκε ξεκάθαρα στον χώρο που σήμερα θα αποκαλούσαμε επιστημονική φαντασία.
Ο Σπάρταλης βεβαίως διασκευάζει το μυθιστόρημα. Ενώ η ιστορία διαδραματίζεται το 186κάτι, όπως και στο βιβλίο, έχει προσθέσει πάμπολλους αναχρονισμούς και αναφορές σε σύγχρονα ή, εν πάσει περιπτώσει, μεταγενέστερα πρόσωπα και γεγονότα. Επίσης υπάρχουν άφθονες αναφορές στην τέχνη (ψάξτε στις πολύπλοκες και "φορτωμένες" εικόνες και θα ανακαλύψετε πολλές), αλλά και στη λογοτεχνία. Ταυτόχρονα προσθέτει το έντονο χιουμοριστικό στοιχείο, ώστε να σατιρίσει σημερινές καταστάσεις. Θέλοντας να τονίσει την παγκόσμια φύση ενός τέτοιου εγχειρήματος, δημιουργεί μια βαβέλ από γλώσσες τις οποίες μιλούν οι ήρωές του. Μόνο που - μια που πρόκειται για ελληνικό φιλμ - οι ήρωες αυτοί μιλάνε διαφορετικές ελληνικές ντοπιολαλιές (από κρητικά μέχρι επτανησιακά), τοσο μάλιστα που ορισμένοι απ' αυτούς απαιτούν και προβάλλονται με υπότιτλους. Η ταινία νοηματικά στηλιτεύει έντονα τον μιλιταρισμό, τη μανία του κέρδους, ενώ συγχρόνως αποτελεί ύμνο στη φιλία και τη συνεργασία.
Άφησα τελευταίο το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο: Το στιλ του animation. Αυτό μπορεί να ξενίσει αρκετούς εθισμένους στη "στρογγυλή" και καλογυαλισμένη ντισνεϊκή αισθητική, αφού μάλιστα η κίνηση είναι κάπως σπασμωδική και η εικόνα επίπεδη. Όλες οι εικόνες αποτελούνται από περίεργα, ιδιόρυθμης αισθητικής κολάζ. Ακόμα και τα πρόσωπα των ηρώων είναι συχνά μισά - μισά, αποτελούμενα από φωτογραφίες διαφορετικών προσώπων (π.χ. το μισό πρόσωπο του γάλλου τυχοδιώκτη είναι το ασπρόμαυρο πρόσωπο του Ρεμπό και το άλλο μισό ένα πρόσωπο σε προφίλ). Το ίδιο συμβαίνει και με τα τοπία ή τα σκηνικά, που αποτελούνται από σειρές επικολλημένων φωτογραφιών. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και ασυνήθιστο. Το είπα και πριν: Μπορεί πολλούς να ξενίσει, ωστόσο είναι σίγουρα πρωτότυπο και πολύ προσωπικό σαν αισθητική. Ας τονίσουμε επίσης ότι τα τραγούδια του φιλμ (υπάρχουν κάμποσα) τραγουδούν ο Διονύσης Σαβόπουλος και ο Ψαραντώνης.
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει το όλο αποτέλεσμα (εγώ το βρήκα γοητευτικό μέσα στην ιδιορυθμία του). Αναμφισβήτητα όμως είναι πρωτότυπο. Και κυρίως προκαλεί θαυμασμό επειδή είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο και έγινε από ελάχιστους ανθρώπους (τον σκηνοθέτη, την οικογένεια και την παρέα του) στη διάρκεια κάμποσων χρόνων και με πραγματικά ελάχιστα χρήματα. Οπότε μιλάμε για άθλο επιμονής. Μπράβο!

Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2014

ΟΙ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ (ΚΑΙ ΠΑΛΙ)

Η ισπανική σχολή του φανταστικού σινεμά καλά κρατεί. Το 2013 οι David και Alex Pastor γυρίζουν το «Los Ultimos Dias” (Οι Τελευταίες Μέρες), μια ακόμα παραλλαγή του πολυχρησιμοποιημένου θέματος του τέλους του κόσμου (όπως τον ξέρουμε τουλάχιστον).
Η πρωτοτυπία της ταινίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός καταστρέφεται αυτή τη φορά. Δεν θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο τέταρτο ή εικοσάλεπτο, γιατί αξίζει αυτό το σύντομο έστω σασπένς. Οι άνθρωποι πάντως είναι παγιδευμένοι στα κτίρια, ενώ η πλήρης κατάρρευση των πάντων γύρω τους συνεχίζεται. Το φιλμ περιγράφει την οδύσσεια του ήρωα στην απελπισμένη προσπάθειά του να βρει μέσα στο χάος την έγκυο φίλη του. Συναντήσεις με αμφιλεγόμενους ανθρώπους, συγκρούσεις και βία, καταστροφές και κλειστοφοβικό «υπόγειο» κλίμα κυριαρχούν στην αναζήτηση αυτή.
Η αγχωτική ατμόσφαιρα και το μετακαταστροφικό τοπίο είναι, νομίζω, δοσμένα με επιτυχία. Επίσης το σασπένς είναι αρκετό για να κρατήσει τον θεατή (εμένα τουλάχιστον). Και, είπαμε, η αιτία της καταστροφής είναι πρωτότυπη (αν και ανεξήγητη). Ίσως να έχουμε να κάνουμε με μια παραβολή του σύγχρονου τρόπου ζωής και των μακροχρόνιων επιπτώσεών του. Πάντως έτσι δίνεται στους δημιουργούς η ευκαιρία να κινηματογραφήσουν την ταινία σε αποκλειστικά κλειστούς – και συχνά υπόγειους – χώρους, κερδίζοντας έτσι σε ατμοσφαιρικότητα.

Αντιρρήσεις έχω για το σχετικά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, το οποίο αφήνει βέβαια ανέπαφη την ελπίδα, δεν παύει όμως να είναι μάλλον αφελές. Συνολικά πάντως βρήκα την ταινία συμπαθητική, αν και δεν την κατατάσσω στις σημαντικές του σύγχρονου ισπανόφωνου φανταστικού κινηματογράφου.

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2014

"TWO WAY STRETCH" Ή ΠΟΙΟΣ ΚΥΒΡΝΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ;

Κατά τη δεκαετία του 50 η Βρετανία ανέπτυξε το δικό της στιλ κωμωδίας με επίκεντρο τα περίφημα Ealing Studios, χρησιμοποιώντας μια ομάδα σκηνοθετών, σεναριογράφων και ηθοποιών (ανάμεσα στους τελευταίους και οι Άλεκ Γκίνες και Πίτερ Σέλερς). Μια από τις τελευταίες επιτυχημένες ταινίες της περιόδου αυτής υπήρξε το "Two Way Stretch" του Robert Day, που γυρίστηκε το 1960. Ο τελευταίος υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης, γύρισε όμως και μερικές ταινίες μεταξύ 1957 και 1967.
Ο Πίτερ Σέλερς είναι φυλακισμένος για απάτες και ληστείες. Ενώ θέλει λίγες μόνο μέρες για να αποφυλακιστεί, βάζει σε λειτουργία ένα τέλειο σχέδιο: Με μια ομάδα συγκρατουμένων του θα αποδράσουν από τη φυλακή, θα πραγματοποιήσουν μια μεγάλη ληστεία διαμαντιών και θα... επιστρέψουν σ΄αυτή δίχως κανείς να αντιληφτεί ότι έλειπαν για λίγες ώρες. Ποιο μπορεί να είναι τελειότερο άλοθι, αφού υποτίθεται ότι βρίσκονται διαρκώς στη φυλακή; Κι ομως, πάντοτε υπάρχουν κάποιοι αστάθμητοι παράγοντες...
Η κωμωδία στην ταινία λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα. Κατ' αρχήν εξαιρετικά αστείες είναι οι συνθήκες στις φυλακές, που τις βλέπουμε πριν το σχέδιο τεθεί σε εφαρμογή. Ο "εγκέφαλος" Πίτερ Σέλερς και η ομάδα γύρω του είναι αυτοί που ουσιαστικά διοικούν τη φυλακή, αφού οι σχέσεις κρατούμενων - δεσμοφυλάκων έχουν ανατραπεί πλήρως. Από την άλλη οι αστείες καταστάσεις με τον μοναδικό αυστηρό, σαδιστή σχεδόν, δεσμοφύλακα επαναλαμβάνονται σε όλη τη διάρκεια του φιλμ και αποτελούν πηγή διαρκούς γέλιου. Ταυτόχρονα το σασπένς λειτουργεί άψογα, καθώς οι κάθε λογής απρόοπτες καταστάσεις κρατούν τον θεατή. Τέλος η ηθογραφική διάσταση των σχέσεων των κρατουμένων με τις οικογένειές τους είναι επίσης απολαυστική. 
Γενικά πιστεύω ότι η κωμωδία αυτή (όπως και πολλές άλλες της βρετανικής σχολής των
Ealing Studios) διατηρούν αμείωτη τη φρεσκάδα τους παρά την πάροδο τόσων δεκαετιών. Το συχνά μαύρο χιούμορ τους, η ανατρεπτική διάθεση και τα πανέξυπνα σενάρια και διάλογοι εγγυώνται γι' αυτό. Αν αγνοείτε αυτή την περίοδο και την σχετικά ξεχασμένη αυτή πτυχή του παγκοσμιου κινηματογράφου, συνιστώ ολόψυχα να την ψάξετε. Νομίζω ότι η διασκέδαση που κρύβεται στις ασπρόμαυρες εικόνες της είναι εγγυημένη. Και μάλιστα πολύ πιο εκλεπτυσμένη και ευφυής από μεγάλο μέρος των σύγχρονων κωμωδιών.
 

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ (;) NYMPHOMANIAC

Τι είναι τελικά το "Nymphomaniac", η πρόκληση του τρομερού δανού Lars von Trier για το 2013; Πρόκληση για την πρόκληση; Φάρσα ή σάτιρα; Φιλοσοφικό δοκίμιο; Μια παραβολή για τον έρωτα; Ένα ευφυές κινημτατογραφικό παιχνίδι; Απλώς μια ιστορία, διασκεδαστική στο πρώτο μέρος, σκοτεινή στο δεύτερο; Μάλλον όλα μαζί αυτά, τείνω να καταλήξω. Κι ίσως κι άλλα ακόμα.
Ένας διανοούμενος εργένης βρίσκει σ' ένα στενό μια τραυματισμένη γυναίκα. Την μεταφέρει στο αυστηρό, ασκητικό διαμέρισμά του κι αυτή, όταν συνέρχεται, του διηγείται την ιστορία της ζωής της και κυρίως την ατέλειωτη σειρά των ερωτικών της εμπειριών. Η κοπέλα, όπως η ίδια λέει, είναι νυμφομανής και το Α και το Ω της ζωής της είναι το σεξ με όλες τις πιθανές μορφές του. Το καθαρό σεξ, δίχως έρωτα, όπως τουλάχιστον επιδιώκει στα χρόνια της νιότης της. Πώς κατέληξε όμως στην τελευταία κατάσταση, τραυματισμένη στο δρόμο;
Το πρώτο που μπορούμε με ευκολία να παρατηρήσουμε είναι ότι ο Τρίερ παίζει με την αφήγηση. Ή, αν προτιμάτε, αφήνεται στην ηδονή της αφήγησης. Χωρίζει λοιπόν την ιστορία του σε κεφάλαια (8 αν θυμάμαι καλά και στα δύο μέρη του τετράωρου φιλμ), δίνει τίτλους στο καθένα, υιοθετεί διαφορετικές γραφές, παίζει με διάφορα γραφικά. H δομή της ιστορίας του, ένα διαρκές flash back φυσικά μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα, είναι η εξής: Η γυναίκα αφηγείται κάποια φάση (και κάποιες ερωτικές περιπέτειες) μιας συγκεκριμένης περιόδου της ζωής της και στη συνέχεια επανερχόμαστε στο σήμερα, όπου ακολουθεί ένας διάλογος ανάμεσα στους δύο. Μετά επιστρέφουμε στη συνέχεια της εξιστόρησης του παρελθόντος. Το όλο πράγμα δηλαδή, εκτός από την άμεση αναφορά στις "Χίλιες και Μία Νύχτες" με την παραμυθού και τον ακροατή, προσωπικά μου θύμισε τη δομή των έργων του μαρκήσιου Ντε Σαντ, όπου τις άγριες ερωτικές πράξεις ακολουθούν μακροί φιλοσοφικοί διάλογοι. Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι η φύση και το στιλ αυτών των μετά-τη-σεξουαλική-αφήγηση-συζητήσεων. Εδώ φαίνεται πόσο παίζει ο σκηνοθέτης. Οι συζητήσεις αυτές είναι πραγματικά επί παντός επιστητού: Από το ψάρεμα σε ποτάμια μέχρι τη μουσική του Μπαχ και από φιλοσοφία και μαθηματικά μέχρι το ύφος των βυζαντινών εικόνων ή τους περί ενοχής προβληματισμούς. Οι συνομιλητές άλλοτε διαφωνούν ριζικά κι άλλοτε συμφωνούν θαυμάσια και προσθέτουν ο ένας στις απόψεις (ή τις γνώσεις) του άλλου. Γενικά η γυναίκα μοιάζει να εκπροσωπεί το συναίσθημα ή το ένστικτο και ο άντρας τη λογική ή την εγκράτεια. Πρόκειται δηλαδή, όπως καταλαβαίνουμε κυρίως στο τέλος, για δύο αντίθετους, συμβολικούς χαρακτήρες. 
Όλα αυτά δίνονται με ένα μείγμα από χιούμορ (ναι, το φιλμ έχει και αρκετή πλάκα) και "σοβαρές" καταστάσεις, οι οποίες θα υπερισχύσουν στο δεύτερο μέρος μέχρι την άγρια, απαισιόδοξη κατάληξη. Στο μεταξύ έχουμε δει ένα πλήθος από τολμηρές σκηνές κάθε είδους και συνδυασμού. Ποιο μπορεί να είναι το συμπέρασμα; Ίσως (ίσως, λέω, γιατί τίποτα δεν είναι ποτέ σίγουρο για τις αληθινές προθέσεις του Τρίερ) ο σκηνοθέτης θέλει τελικά να τονίσει ότι όσο απολαυστικό και απελευθερωτικό είναι το ελεύθερο σεξ και η ηδονή, ποτέ δεν μπορεί να είναι μόνο. Όσο κι αν κάποιος προσπαθεί, παραβαίνοντας κάθε κοινωνικό κανόνα ή ταμπού, πάντα το βαθύτερο συναίσθημα, ο έρωτας, θα παρεισφρύσει, θα καταστείλει την απόλυτη ελευθερία του σεξ. Από την άλλη ίσως μας λέει ότι η απόλυτη απώλεια συναισθήματος και η καθαρή αναζήτηση ηδονής συνεπάγονται κάποιο βαρύ τίμημα. Όλα αυτά όπως τουλάχιστον είναι δομημένη η κοινωνία μας.
Όλα τα παραπάνω, είπαμε, με ένα "ίσως". Στο μεταξύ προτείνω να αφεθείτε στα ιδιοφυή σκηνοθετικά και διανοητικά παιχνίδια του Τρίερ. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου στο επίμαχο θέμα, όχι, δεν τη θεωρώ "πορνό" (δεν έχω δει την "σκληρή" βερσιόν, αλλά έμαθα ότι ελάχιστα διαφέρει στο σημείο αυτό). Δεν νομίζω ότι σκοπός είναι να ερεθίσει, όπως τα κανονικά πορνό. Σε μένα τουλάχιστον δεν συνέβει κάτι τέτοιο. Προκλητική ναι. Πέρα για πέρα, λόγω του ίδιου του θέματος και της παρέλασης ποικίλων ερωτικών πράξεων. 'Αλλωστε ο δανός αρέσκεται και απολαμβάνει όσο τίποτα να προκαλεί με κάθε τρόπο (και εξωκινημταογραφικό). Όχι όμως πορνό.
Αν πάντως είστε ιδιαίτερα σεμνότυφοι, καλού κακού αλλάξτε κινηματογράφο.




Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2014

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΪΜΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΕΦΑΤΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ

Ο βρετανός Martin Gooch είναι σκηνοθέτης (μικρού μήκους και τηλεοπτικών κυρίως) και ηθοποιός, έχει όμως γυρίσει και μεγάλου μήκους ταινίες. Η δεύτερη απ' αυτές, το "The Search for Simon" του 2013 ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη.
Υπάρχουν ταινίες που απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό και όχι σε όλους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατ' εξοχήν τετοια περίπτωση. Το κοινό είναι αυτό της επιστημονικής φαντασίας, της φαντασίας γενικότερα, αλλά και αυτό που γνωρίζει (ελπίζω να μη  πιστεύει κιόλας) τις θεωρίες συνωμοσίας, τις δοξασίες περί  των "παρα- τέτοιων" φαινομενων, τα περί UFO κλπ. Το κοινό αυτό μπορεί να καταλάβει τις άπειρες τέτοιες αναφορές του φιλμ και, ως εκ τούτου, να  διασκεδάσει πραγματικά.Διότι πρόκειται για μια ασυνήθιστη κωμωδία - μαύρη μερικές φορές - αλλά και για μια σάτιρα όλων αυτών.
Ο ήρωας του φιλμ είναι εμμονικός σε βαθμό τρέλας, Όντας σαραντάρης, ψάχνει εδώ και 30 χρόνια τον αδελφό του Σάιμον που εξαφανίστηκε όταν ο ίδιος ήταν 10 χρονών. Ο Ντέιβιντ πιστεύει ακράδαντα ότι τον αδελφό του έχουν απαγάγει εξωγήινοι και είναι κάτι παραπάνω από βαθιά μπλεγμένος στα περί UFOλογίας και συνωμοσιολογίας θέματα. Φυσικά αρκετοί τον εκμεταλλεύονται για να του πάρουν χρήματα με αντάλλαγμα "πολύτιμες" πληροφορίες, οι περισσότεροι όμως τον βαριούνται φριχτά λόγω της εμμονής του. Φυσικά δεν έχει πια φίλους (εκτός από έναν), μένει με τη μητέρα του και για σχέση ούτε κατά διάνοια... Κάποια στιγμή θα αποκαλυφτεί η αλήθεια, αλλά το πράγμα θα έχει και συνέχεια.
Συχνά πολύ αστείο, αρκετές φορές πικρό, ακόμα και συγκινητικό σε κάποια σημεία, το φιλμ αντιμετωπίζει με συμπάθεια τον ημίτρελο ήρωά του, υποστηρίζει ότι συχνά είναι καλύτερα να "αφήνεις τον τρελό στην τρέλα του", αυτό που όμως κάνει πάνω απ' όλα είναι να σατιρίζει τη μανία με τα UFO, τη συνωμοσιολογία, τα παιχνίδια φαντασίας (και μερικά ιδιαίτερα βρετανικά παχνίδια - εμμονές) και άλλα πολλά και να κριτικάρει τη βαθύτερη μοναξιά που κρύβουν πολλές από αυτές τις καταστάσεις. Ταυτόχρονα, όπως είπαμε στην αρχή, βρίθει από αναφορές κάθε είδους. Ένα ευχάριστο παιχνίδι του μυημένου θεατή είναι να εντοπίσει όσο περισσότερες από αυτές μπορεί (προσέξτε, κρύβονται παντού, στο λόγο, στην εικόνα, στα βάθη των πλάνων...) Πολύ καλός ο βασικός ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Gooch. Γενικά απόλαυσα την ταινία, την βρήκα έξυπνη, πλακατζίδικη και τρυφερή συγχρόνως, αλλά, το είπα, θα την ευχαριστηθούν μόνο όσοι έχουν κάποια γνώση αυτών των θεμάτων.
ΥΓ: Και μία προσωπική cult λεπτομέρεια: Η μητέρα του ήρωα ερμηνεύεται από την Κάρολ Κλίβελαντ, η οποία δεν είναι άλλη από τη μοναδική γυναίκα (προκλητική τότε και συνήθως με σούπερ μίνι) που εμφανιζόταν επί 5 χρόνια στο θρυλικό τηλεοπτικό "Flying Circus" των ανυπέρβλητων Μοντυ Πάιθον (ναι, και σ' αυτούς υπάρχουν αναφορές)

Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2014

ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΙΣ "ΑΠΑΓΩΓΕΣ"

Ο Glen Scantlebury είναι γνωστός μοντέρ και έχει δουλέψει σε πολλές ταινίες, από τον «Δράκουλα» του Κόπολα ως τον «Αρμαγεδώνα» και τη «Λάρα Κροφτ». Ωστόσο κατά καιρούς γυρίζει και δικές του ταινίες, πάντα σε συν-σκηνοθεσία με τη σύζυγό του Lucy Phillips. Η τρίτη από αυτές είναι το «Abducted» του 2013.
Ένα νεαρό ζευγάρι που κάνει διακοπές στο Λος Άντζελες απάγεται ξαφνικά από αγνώστους και κλείνεται σε έναν απρόσωπο χώρο, σαν φυλακή. Οι μυστηριώδεις απαγωγείς, που φοράνε μόνιμα πορτοκαλιές φόρμες και μάσκες, άλλοτε τους αφήνουν μαζί κι άλλοτε τους απομονώνουν. Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι δεν είναι οι μόνοι απαχθέντες. Στον πολύπλοκο χώρο, σε διαφορετικά κελιά, υπάρχουν κι άλλα νεαρά ζευγάρια που έχουν απαχθεί. Το χειρότερο είναι ότι οι άγνωστοι κάνουν πειράματα στο σώμα τους με ανεξιχνίαστο σκοπό. Πρόκειται για τρομοκράτες, για την ίδια την κυβέρνηση, για εξωγήινους ή… τι; Στο μεταξύ οι απόπειρες απόδρασης που σχεδιάζονται αποτυγχάνουν η μία μετά την άλλη.
Low budget  θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, γυρισμένο εξ ολοκλήρου σχεδόν σε κλειστούς χώρους, καταφέρνει νομίζω να κρατά τον θεατή με τη ένταση και το σασπένς που διαθέτει. Πιστεύω επίσης ότι η ιδέα που διατηρεί το ενδιαφέρον είναι το παντελώς άγνωστο τόσο της φύσης των απαγωγέων όσο και των ανεξιχνίαστων σκοπών τους. Δεν υπάρχουν εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους, για τους στόχους τους και, βέβαια, για την ίδια τους την ταυτότητα. Αυτή ακριβώς η έλλειψη σκοπού ή ξεκάθαρων επιδιώξεων του εχθρού είναι που κάνει το κλίμα πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες. Εφιαλτικό μάλλον θα ήταν προτιμότερο να πω. Ταυτόχρονα το φιλμ ρίχνει και κάποιες ματιές στην ψυχολογία και τους διαφορετικούς χαρακτήρες των έγκλειστων και στις μεταξύ τους σχέσεις. Οι οποίες βεβαίως δεν είναι και τόσο απλό να εξελιχθούν, καθώς οι απαγωγείς τους κλείνουν σε κελιά με διαφορετικούς, τυχαίους ουσιαστικά συνδυασμούς.
Δεν είναι κάτι ιδιαίτερα σπουδαίο, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, ωστόσο το βρήκα αρκετά αποτελεσματικό. Φυσικά μην ψάχνετε για έντονη δράση ή, πολύ περισσότερο, εφέ. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία πετυχαίνει τους στόχους της.



Τρίτη, Μαρτίου 18, 2014

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ (SFF-Rated) 2014 ΣΤΟΝ "ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ"


Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2014

TO "DALLAS BUYERS CLUB" ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΗΡΩΑ

Τον εκ Κεμπέκ καναδό Jean-Marc Vallee τον θυμάμαι από το ενδιαφέρον C.R.A.Z.Y. του 2005. Το 2013 γυρίζει το "Dallas Bue\yers Club" και διακρίνεται στα Όσκαρ, κυρίως στην πολύ καλή ηθοποιία του Μάθιου ΜακΚόναχι.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1985 ο μάτσο, ομοφοβικός, εθισμένος σε σεξ με πόρνες  και μικροαπατεώνας Ρον Γούντρουφ βρίσκεται ότι πάσχει από AIDS και οι γιατροί του δίνουν λίγους μήνες ζωής. Φυσικά το σοκ είναι μεγάλο, αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι την εποχή αυτή το AIDS θεωρούνταν ασθένεια μόνο των ομοφυλόφιλων. Όταν μαθαίνει ότι το βασικό φάρμακο που χορηγείται παρατείνει μεν για λίγο τη ζωή, αλλά σκοτώνει λόγω παρενεργειών, πειραματίζεται με παράνομα στις ΗΠΑ κοκτέιλ φαρμάκων και όταν διαπιστώνει ότι με αυτά πάει καλύτερα αρχίζει να τα εισάγει ημιπαράνομα στη χώρα και να τα πουλά σε άλλους ασθενείς κάνοντας κυριολεκτικά χρυσές δουλειές. Σαν δεξί χέρι, ο μάτσο - ή πρώην μάτσο - αυτός τύπος έχει ένα τραβεστί.
Η ταινία διαθέτει όλες τις κλασικές οσκαρικές αρετές. Στέρεο σενάριο και αφήγηση, ενδιαφέροντες και αρκετά πολύπλοκους χαρακτήρες, "πάσχοντες" ήρωες κλπ. Και φυσικά πολύ καλές ηθοποιίες (εξ ίσου καλός με τον πρωταγωνιστή είναι ο Τζάρεντ Λέτο). Διαθέτει όμως και κάποια άλλα θετικά στοιχεία: Επιτίθεται ξεκάθαρα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ (το τότε τουλάχιστον, αλλά δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει ριζικά τα πράγματα), υπονοώντας ότι πολλά γίνονται (ή δεν γίνονται) για το συμφέρον των φαρμακευτικών εταιριών και δευτερευόντως μόνο για την υγεία του κόσμου. Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει χειρότερη καταγγελία για την προσανατολισμένη στο κέρδος και όχι στον άνθρωπο κοινωνία μας. Ακόμα πιο ενδιαφέροντα όμως βρίσκω τον βασικό χαρακτήρα: Ο Γούντρουφ κάθε άλλο παρά αλτρουιστής είναι. Από την αρχή σκιαγραφείται σαν ένας αρνητικός, αντιπαθής χαρακτήρας (είπαμε: απατεώνας, ομοφοβικός, μάτσο...). Αλλά και όταν αρχίζει να πουλά τα φάρμακα και να βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το αμερικάνικο σύστημα υγείας, σώζοντας έτσι εκατοντάδες ζωές, δεν το κάνει από καλοσύνη, αλλά σαν κύριο στόχο έχει το κέρδος. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται άλλωστε όταν διαπιστώνει ότι κάποια κοκτέιλ φαρμάκων λειτουργούν πολύ καλύτερα από την "επίσημη" συνταγή: "Εδώ υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες να οικονομήσουμε". Άλλωστε ο φυσικός "μάτσο" τσαμπουκάς του είναι αυτός που έχει το πάνω χέρι και όχι οποιασδήποτε μορφής "αγάπη προς τον πλησίον". Φυσικά κάπου στο δρόμο θα μαλακώσει, ο χαρακτήρας του θα βελτιωθεί κάπως, αλλά η βασική αρνητική του διάσταση παραμένει.Θα γίνει έτσι ένας πραγματικός "ήρωας κατά λάθος".
Για όλα αυτά, και για την καταγραφή της εποχής του πρώτου τρόμου του AIDS, όταν η ασθένεια σάρωνε, κυρίως όμως για τον βασικό χαρακτήρα και τις αντιφάσεις του, θεωρώ σημαντική αυτή τη low budget, ανεξάρτητη παραγωγή, που τόση εντύπωση έκανε παντού (και στα  Όσκαρ).

Παρασκευή, Μαρτίου 14, 2014

ΜΑΖΟΡΕΤΕΣ - ΒΑΜΠΙΡ (ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΑ)

Το είδος των ταινιών τρόμου, στην σύγχρονη εποχή της παρακμής του, παράγει πολλά σκουπίδια (πιστεύω ότι το ποσοστό τους είναι υψηλότερο από παλιότερα). Η προσωπική μου άποψη είναι ότι σ’ αυτά συγκαταλέγεται και το «All Cheerleaders Die” του 2013 των Lucky McKee και Chris Silvertson. Πρόκειται βεβαίως για τον τυπικό πλέον συνδυασμό τρόμου και χαβαλέ, αλλά δεν βρισκόμαστε νομίζω στα καλύτερά του…
Σε ένα αμερικάνικο λύκειο (κλασικά) οι μαζορέτες (ηλίθιος αμερικάνικος θεσμός που ποτέ δεν κατάλαβα ή/και συμπάθησα) αποκαλούνται bitches και τα φτιάχνουν βεβαίως με τους παίκτες της ομάδας αμερικάνικου ποδοσφαίρου του σχολείου. Μετά τον θάνατο μιας απ’ αυτές, και αφού παρακολουθήσουμε διάφορα χαζοχαρούμενα αισθηματικά μπλεξίματα, η ηρωίδα αποφασίζει να εκδικηθεί αγόρια και κορίτσια για τον προαναφερθέντα θάνατο. Γίνεται λοιπόν κι αυτή μαζορέτα, για να «αλώσει» το σύστημα από τα μέσα. Κάπου στο δρόμο θα μπει και το υπερφυσικό στοιχείο με τους ρούνους μιας άλλης μαθήτριας, που εξασκεί μαγεία, και από ένα σημείο και μετά ολόκληρο το κοριτσίστικο team μετατρέπεται σε βαμπίρ και εκδικείται τα απαράδεκτα αγόρια.
 Θα μπορούσε να έχει ίσως πλάκα, αλλά νομίζω ότι αποτυγχάνει και σ’ αυτό. Γελοίο σενάριο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί φεμινιστικό της κακιάς ώρας (δεν έχω τίποτα με τα φεμινιστικά, κάθε άλλο μάλιστα, απλώς κρίνω το συγκεκριμένο), προβλέψιμες καταστάσεις, λίγο soft σεξ (και λίγο λεσβιακό για να μας γαργαλήσει), εύκολα εφέ με τους λαμπυρίζοντες σε διάφορα electric χρώματα ρούνους και άλλα τέτοια με έκαναν μάλλον να πλήξω παρά να διασκεδάσω. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο ένας από τους δύο σκηνοθέτες, ο Lucky McKee, είχε ξεκινήσει το 2002 με το πολύ πιο ενδιαφέρον φιλμ τρόμου «May”. Η συνέχεια, αν κρίνω από βαθμολογίες των ταινιών, δεν υπήρξε ανάλογη.

Πάντως ίσως κάποιοι διασκεδάσουν με την ταινία, πάντα με διάθεση χαβαλέ, με μπύρες και ό, τι άλλο, και έχοντας εξ αρχής πολύ χαμηλές προσδοκίες.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2014

Ο ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ "ΟΜΑΡ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ ΔΡΑΜΑ

Παλαιστινιακή ταινία; Ναι, και μάλιστα εξαιρετική. Μιλάμε για το «Omar» (2013) του Hany Abu-Assad, του οποίου είχαμε δει και το «Παράδεισος Τώρα» το 2005. Ο σκηνοθέτης αυτός δεν είναι καθόλου τυχαίος.
Η ταινία μας μεταφέρει στην καθημερινή βία της κατεχόμενης από τους ισραηλινούς Παλαιστίνης. Ο νεαρός Ομάρ με δύο φίλους του σκοτώνουν έναν ισραηλινό στρατιώτη. Ο Ομάρ θα συλληφθεί, αλλά στόχος των αρχών δεν είναι να τον τιμωρήσουν, αλλά να τον χρησιμοποιήσουν για να φτάσουν στον αρχηγό της οργάνωσης. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται, οι ρόλοι των πάντων θα πάψουν να είναι ξεκάθαροι και ο ήρωας θα βρεθεί μπροστά σε διαρκή αδιέξοδα, τα οποία μάλιστα αφορούν και τη σχέση του με την Νάντια, με την οποία είναι ερωτευμένος.
Το σίγουρο είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει έτοιμες λύσεις. Οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις είναι πολύπλοκες, τα όρια του καλού και του κακού (ή των «καλών» και των «κακών») συγκεχυμένα. Η αξία του φιλμ, κατά τη γνώμη μου, έγκειται σ’ αυτό ακριβώς το πολυεπίπεδο που διαθέτει (ακόμα και ο ισραηλινός αστυνομικός έχει τις ανθρώπινες πλευρές του). Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κύκλος του αίματος συνεχίζεται αέναα και ότι η διαρκής βία αλλοιώνει, παραμορφώνει κάθε προσπάθεια για «κανονική» ζωή (ό, τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα). Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις πόσο οι νεαροί, παιδιά σχεδόν, θεωρούν απόλυτα φυσικό να πολεμήσουν βίαια ενάντια σ΄ αυτούς που θεωρούν κατακτητές και να ενταχθούν σε σχετικές οργανώσεις. Ταυτόχρονα η ταινία μιλά για τη φρίκη των διαχωρισμών κάθε είδους. Το πελώριο τσιμεντένιο τοίχος που έχουν χτίσει οι ισραηλινοί για να εμποδίσουν τη διέλευση παλαιστινίων από τα κατεχόμενα προς το Ισραήλ, και στο οποίο σκαρφαλώνει συχνά ο ήρωας, λειτουργεί σαν δυνατό σύμβολο των διαχωρισμών αυτών.
Κινηματογραφικά η ταινία διαθέτει έντονο σασπένς, κάνει νομίζω τον θεατή να βιώσει το καθημερινό αδιέξοδο του Ομάρ, αλλά και όλων των άλλων γύρω του στην πολύπαθη αυτή περιοχή. Το σενάριο είναι στέρεο και δυνατό, οι καταστάσεις αλλάζουν διαρκώς και η τελική σκηνή πραγματικά συγκλονιστική. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι η ταινία ήταν υποψήφια για Ξενόγλωσσο Όσκαρ (δεν το πήρε βέβαια, γιατί σιγά μη δίνανε Όσκαρ σε φιλμ που μιλά για τον αγώνα για την παλαιστινιακή ανεξαρτησία. Και μόνο που προτάθηκε όμως…)


Πέμπτη, Μαρτίου 06, 2014

ΤΑ "ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΣΤΙΛΕΤΑ" ΚΑΙ Η ΟΠΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Το 2000 ο "Τίγρης και Δράκος" του Ang Lee εντυπωσίασε το δυτικό κοινό και κίνησε το ενδιαφέρον του για τις πολεμικές περιπέτειες εποχής. Ο κινέζος Yimou Zhang "απάντησε" το 2002 με το εντυπωσιακότατο "Hero" και συνέχισε στο ίδιο κλίμα το 2004 με τα "Ιπτάμενα Στιλέτα" (House of Flying Daggers ήταν ο αγγλικός τίτλος).
Βρισκόμαστε στην Κίνα κάπου στον 9ο αιώνα. Η δυναστεία Τανγκ έχει παρακμάσει και οι κυβερνήσεις είναι διεφθαρμένες και άδικες. Κάπου εκεί δημιουργείται η μυστική οργάνωση "Ιπτάμενα Στιλετα" και κάνει ό,τι ο Ρομπέν των Δασών στη δύση: Κλέβει από πλούσιους και δίνει στους πεινασμένους φτωχούς. Η αστυνομία υποπτεύεται ότι μια κοπέλα που δουλεύει σε πορνείο έχει σχέση με την οργάνωση. Στέλνει λοιπόν έναν αξιωματικό να την παρακολουθήσει. Η πανέμορφη κοπέλα είναι τυφλή. Ο αστυνομικός τη συλλαμβάνει, αλλά, σε συνενόηση με τον συνάδελφό του, προσποιείται ότι τη σώζει, την ελευθερώνει και την ακολουθεί για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να φτάσει έτσι στην καρδιά της οργάνωσης. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται. Τα πάντα θα ανατραπούν όχι μόνο σε συναισθηματικό επίπεδο, αλλά και σε πολλά άλλα, καθώς οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Με ένα πολύπλοκο σενάριο που καταφέρνει να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή, η ταινία βασίζεται στις ανατροπές και τις απροσδόκητες εξελίξεις. Ωστόσο, όπως ακριβώς και με τα φιλμ που προαναφέραμε, η αξία της δεν βρίσκεται εκεί, νομίζω, αλλά στο οπτικό μέρος. Πλούσια παραγωγή, εντυπωσιακή σκηνογραφία τόσο στα μαγευτικά εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά και κυρίως εκπληκτικά χορογραφημένες μάχες - είναι πραγματικά σα να παρακολουθείς μπαλέτο - είναι πιθανό να κόψουν την ανάσα σε πολλούς. Ούτως ή άλλως ο Γιμού είναι βιρτουόζος στο είδος, όπως είχε αποδείξει με τον "Ήρωα". Και προσθετει και στοιχεία ποίησης (θυμηθείτε την τελική σκηνή, με τη μονομαχία που συνεχίζεται ενώ ο καιρός - ή ίσως οι εποχές - αλλάζουν γύρω απο τους δύο ήρωες).
Δράμα, ανατροπές και εξωτικό υπερθέαμα λοιπόν αποτελούν το χορταστικό μενού του φιλμ. Κι μάλιστα όλα εκτελεσμένα με μια εκπληκτική δεξιοτεχνία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε κάπου ξαναδεί  (το δυτικό κοινό τουλάχιστον στα δύο φιλμ που προανέφερα). Έτσι βρίσκω μεν την ταινία εντυπωσιακότατατη, αλλά και σε ένα κλίμα που έχω πλέον μάθει καλά. Αν πάντως σας γοητεύει το είδος αυτό των "ιπτάμενων" πολεμικών τεχνών, με τα εκπληκτικά σκηνικά και το μεγάλο θέαμα, μην το χάσετε.

Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2014

Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ



Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά, είτε αρέσει είτε όχι στο ευρύ κοινό, ακολουθεί μια πορεία που τουλάχιστον ως ενδιαφέρουσα θα τη χαρακτήριζα. Στην αλυσίδα των «παράξενων» ταινιών του έρχεται το 2013 να προστεθεί και «Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της πρωτοεμφανιζόμενης Ελίνας Ψύκου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας διάσημος τηλεπαρουσιαστής κιτς πρωινάδικου, όπως όλα αυτά που κατακλύζουν το βόθρο της ελληνικής (και όχι μόνο) τηλεόρασης. Προκειμένου να τονώσει ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητα και τον θόρυβο γύρω από το όνομά του, ο Παρασκευάς σκηνοθετεί (με τη βοήθεια του καναλάρχη του) την απαγωγή του. Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα είναι να κρυφτεί σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο κάπου στην επαρχία, το οποίο παραμένει κλειστό το χειμώνα. Ολομόναχος εκεί αρχίζει να βαδίζει σταθερά στο δρόμο της τρέλας, ενώ τα μίντια όντως παθαίνουν φρενίτιδα γύρω από την ξαφνική του εξαφάνισή. Όταν κάποια στιγμή αποφασίζει να εγκαταλείψει το πελώριο, έρημο ξενοδοχείο, η παράνοια αυξάνεται όλο και περισσότερο και ο ήρωας είναι όλο και πιο αναποφάσιστος για το πότε είναι η καλύτερη στιγμή για τη θριαμβευτική επιστροφή…
Με έναν εξαιρετικό Χρήστο Στέριογλου, που το κρατά όλο στις πλάτες του, το φιλμ ξεκινά ως ένα είδος ελληνικής εκδοχής της «Λάμψης» (δίχως το στοιχείο του τρόμου) για να αλλάξει στο δεύτερο μέρος, στο οποίο ωστόσο εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στην παράνοια. Αποτελεί μια εύστοχη, κατά τη γνώμη μου, σάτιρα των μίντια και της τηλεόρασης ιδιαίτερα και δείχνει με εξαιρετικό τρόπο την απύθμενη κενότητα, τη βλακεία και το απόλυτο τίποτα που κρύβεται πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα. Όλα αυτά αντανακλώνται στο πρόσωπο του ήρωα: Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι ο άνθρωπος αυτός όταν βρίσκεται μακριά από τις κάμερες και την τηλεοπτική δόξα διαθέτει μια αληθινά ανύπαρκτη προσωπικότητα, είναι ένα τίποτα. Σαν βαμπίρ, τρέφεται μόνο από την (κιτς) λάμψη της δόξας και, φυσικά, μέσα σε απόλυτη έλλειψη κάθε μορφής ηθικής είναι πρόθυμος να φτάσει στα άκρα για να παραμείνει στην επιφάνεια.
Ξέρω ότι η ταινία δεν προορίζεται για ευρύ κοινό, είναι αρκετά ιδιόρρυθμη για κάτι τέτοιο. Ωστόσο προσωπικά μου άρεσε πολύ και εκτίμησα τη λιτότητα, αλλά και τη στέρεη δομή και εξέλιξή της. Ίσως βέβαια να μου άρεσε και επειδή χτύπησε μια βαθιά, πολύ προσωπική «φλέβα» μου: Την βαθύτατη απέχθειά μου για την τηλεόραση και τον κόσμο που κινείται γύρω της. Πάντως τη θεωρώ αξιόλογη ταινία. Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τα επόμενα βήματα της Ψύκου.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2014

ΕΝΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΦΙΛΜ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ



Ομολογώ ότι ελάχιστα πράγματα γνωρίζω για τον αιγυπτιακό κινηματογράφο. Ωστόσο η ταινία «Δολοφονία Φωτογράφου» (Mesawar Qateel) που γύρισε ο Kareem El-Adl το 2012 με εντυπωσίασε. Προσέξτε όμως: Δεν με εντυπωσίασε ως ταινία μιας άγνωστης, «εξωτικής» κινηματογραφίας, που έχει σχέση με τη ζωή και την ατμόσφαιρα του τόπου, αλλά σαν ένα καλογυρισμένο, εντυπωσιακό θα έλεγα, χολιγουντιανών προδιαγραφών θρίλερ. Οπότε μην το ψάξετε για να δείτε κάτι «έθνικ», αλλά σαν ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο δυτικής αισθητικής φιλμ.
Ο ήρωας είναι διάσημος αιγύπτιος φωτογράφος. Όταν η γυναίκα του δολοφονείται ενώ ο ίδιος είναι μαζί της στο σπίτι, αρχίζει, με τη βοήθεια ενός συγγενή του αστυνομικού, μια έρευνα για να βρει το δολοφόνο. Κάπου εκεί ένας παράξενος τύπος στο μετρό, κάτι σαν κλοσάρ, του πουλά μια αρχαία κάμερα, οι φωτογραφίες της οποίας δεν είναι ακριβώς ό,τι βρίσκεται μπροστά στο φακό της… Από εκεί και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται. Μήπως τελικά κάποιος ή κάτι μπορεί να δει στο μέλλον;
Το φιλμ δεν έχει, νομίζω, τίποτα να ζηλέψει από ένα αμερικάνικο θρίλερ (καλό εννοώ, διότι από μόνη της η φράση δεν λέει τίποτα, αφού έχουμε δει πάμπολλά κακά δείγματα του είδους). Το σασπένς είναι συνεχές, οι ανατροπές – προς το τέλος κυρίως – απροσδόκητες, η ιστορία πρωτότυπη και έξυπνη. Εντύπωση επίσης προκαλεί η «φανταχτερή» σκηνοθεσία. Παράδοξες κινήσεις της κάμερας, πειραγμένα χρώματα, μυστηριώδη νυχτερινά… Ίσως μάλιστα να θεωρώ και κάπως too much όλα αυτά, αλλά είναι μάλλον αναμενόμενο από μια σχετικά άγνωστη – αν και ανεπτυγμένη, ποσοτικά τουλάχιστον – κινηματογραφία να υποκύπτει σε κάποιους πειρασμούς εντυπωσιασμού. Σε γενικές γραμμές πάντως θεωρώ την ταινία μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη, καθώς μάλιστα είναι και το πρώτο φιλμ του αραβικού κόσμου που βλέπω, το οποίο κινείται στο χώρο του φανταστικού. Πολύ επιτυχημένα θα έλεγα.
ΥΓ: Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του El-Adl. Η πρώτη, που δεν έχω δει, έχει πάρει καλή βαθμολογία στο IMDB. Θα γίνουμε άραγε μάρτυρες μιας ανάλογης συνέχειας;

eXTReMe Tracker