Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "HUNGER GAMES" ΜΥΡΙΖΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



Το πρώτο «Hunger Game” με είχε αφήσει αδιάφορο. Στο δεύτερο μέρος, που γύρισε ο Francis Lawrence το 2013 με τον υπότιτλο “Catching Fire”, παρά το ότι αντιπαθώ γενικά τα δεύτερα μέρη (αν και δεν είναι ακριβώς σίκουελ, αφού αποτελεί συνέχεια του πρώτου και είναι δύσκολο να το παρακολουθήσει κανείς αν δεν ξέρει την πρώτη ταινία), ομολογώ ότι τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πολύ. Οι χαρακτήρες είναι πιο ολοκληρωμένοι, η πλοκή πιο σφιχτή, το θέαμα παραμένει ικανοποιητικό και η ιστορία γίνεται επαναστατικότερη. Η πρωταγωνίστρια Τζένιφερ Λόρενς ούτως ή άλλως παραμένει καλή.
Καθώς η ηρωίδα νικήτρια των 74ων Αγώνων Πείνας γίνεται ίνδαλμα των εκατομμυρίων καταπιεσμένων και πάμφτωχων κατοίκων της Πάνεμ (παρά το ότι αναγκάζεται από τη στυγνή εξουσία να παίξει το ρόλο της ερωτευμένης με τον συν-νικητή της για μιντιακούς λόγους), ο πρόεδρος Σνόου καταλαβαίνει ότι πρέπει να τη βγάλει από τη μέση. Διστάζοντας όμως να τη σκοτώσει εν ψυχρώ, επινοεί ένα σατανικό σχέδιο : Στους 75ους Αγώνες Πείνας αντιμέτωποι θα είναι οι νικητές όλων των προηγούμενων αγώνων.
Το φιλμ μας μεταφέρει αρκετά πειστικά στο δυστοπικό, φασιστικό ουσιαστικά μέλλον που οραματίστηκε η συγγραφέας Σούζαν Κόλινς, κρατά κατά τη γνώμη μου περισσότερο το ενδιαφέρον του θεατή, διατηρεί ένα αισθηματικού τύπου ενδιαφέρον, καθώς η Κάτνις διχάζεται ανάμεσα σε δύο διεκδικητές της, οι οποίοι είναι αμφότεροι θετικοί χαρακτήρες και τονίζει – έστω με απλό τρόπο – τόσο την κριτική ενάντια στην καταπιεστική εξουσία, όσο και την κριτική ενάντια στο (κιτς) θέαμα των μίντια, που λειτουργούν ως απόλυτοι υπηρέτες, στηρίγματα και φερέφωνα της εξουσίας που προαναφέραμε. Έτσι λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα εφηβικό μεν μπλόγκμπάστερ, με θετικά «μηνύματα» ωστόσο και το οποίο παρακολουθείται άνετα και από ενήλικες. Χωρίς λοιπόν να τρελαθώ κιόλας, ΟΚ, όλα καλά!

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2013

Η "ΜΙΚΡΑ ΑΓΓΛΙΑ" ΩΣ ΔΥΝΑΤΟ ΔΡΑΜΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ

Η «Μικρά Αγγλία» είναι η ταινία που γύρισε ο Παντελής Βούλγαρης το 2013 μεταφέροντας στην οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη. Το φιλμ μας μεταφέρει στην Άνδρο του μεσοπολέμου, ένα νησί με πολλές ιδιαιτερότητες (εξ ου και «Μικρά Αγγλία»), κοσμοπολίτικο, με ευρωπαϊκή κουλτούρα και, κυρίως, στενότατα εξαρτημένο από τη θάλασσα, αφού οι περισσότεροι άντρες είναι ναυτικοί και πολλοί απ’ αυτούς αξιωματικοί, καπετάνιοι ή και πλοιοκτήτες. Η ταινία παρακολουθεί τον άκαρπο (εξ αιτίας της ψυχρής υπολογίστριας μητέρας που αρνείται τον γάμο και την παντρεύει με άλλον, πλουσιότερο καπετάνιο) αλλά παθιασμένο έρωτα της μεγαλύτερης από δύο αδελφές και τον μεταγενέστερο γάμο του αγαπημένου της με τη μικρότερη αδελφή. Έτσι τα δύο ζεύγη αναγκάζονται να συνυπάρξουν στην ίδια στέγη και το δράμα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Θεωρώ ότι πρόκειται για μια από τις καλές ταινίες του Βούλγαρη. Εξαιρετική φωτογραφία (πανέμορφη αλλά και μουντή και  «άχρωμη» ταυτόχρονα), θαυμάσιες ερμηνείες, κυρίως από τη μικρή κόρη και τη μάνα, και, το σπουδαιότερο, δυνατή και πειστική καταγραφή του πάθους που κυριαρχεί στο φιλμ. Έτσι το τελικό αποτέλεσμα κατάφερε να με συγκινήσει. Ίσως βέβαια η διάρκεια να είναι υπερβολική και να χρειαζόταν λίγο κόψιμο, αλλά θεωρώ μικρό το κακό. Το συνολικό αποτέλεσμα μου άφησε θετικές εντυπώσεις.
Υπάρχουν βέβαια και οι αντιρρήσεις. Η σημαντικότερη απ’ αυτές είναι η εμμονή του σκηνοθέτη στην ποιητική – λογοτεχνική εκφορά του λόγου. Πρόκειται φυσικά για άποψη. Όταν όμως αυτή συνυπάρχει με τον φυσικό, καθημερινό λόγο που – ευτυχώς – κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος, προσωπικά μου «κλωτσάει» και μου ακούγεται αφύσικη και ψεύτικη. Ομολογώ ότι η συνύπαρξη αυτή με απώθησε. Από την άλλη υπάρχει η εμμονή στην καταγραφή της δυστυχίας (προερχόμενης από κοινωνικές αιτίες βεβαίως), πράγμα που είναι μόνιμο μοτίβι των βιβλίων της Καρυστιάνη, όπως και οι σχετικά αργοί ρυθμοί. Αυτά όμως οφείλουμε να τα ξέρουμε από την αρχή και να τα σεβαστούμε.
Πολύ θετικό για μένα πάντως – εκτός της δύναμης των αισθημάτων που κυριαρχούν, όπως είπα πριν -  είναι το ότι, πέραν της κυρίαρχης ερωτικής ιστορίας, «διάβασα» την ταινία σαν ένα είδος καταγγελίας της καταπίεσης των γυναικών ακόμα και σε ευημερούσες κοινωνίες, όπως αυτή της Άνδρου της εποχής. Οι γυναίκες απαγορεύεται να αποφασίζουν για τη ζωή τους και να εκφράζουν τα αισθήματά τους. Τα στοιχεία που κρίνουν ολόκληρη τη ζωή και την ευτυχία τους είναι οικονομικά. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτό είναι κυρίαρχο όχι μόνο στην κεντρική ιστορία των δύο αδελφών, αλλά και σε όλες τις γυναίκες του νησιού. Οι στερημένες από συζύγους – ναυτικοί γαρ που εμφανίζονται αραιά και πού στο σπίτι τους -  στωικές, αλλά κατά βάθος δυστυχισμένες και εγκαταλειμμένες γυναίκες αποτελούν το μόνιμο φόντο της ιστορίας. Ακόμα και η στυγνή, άκαμπτη μητέρα, υπεύθυνη εν πολλοίς για την τραγωδία, δεν είναι παρά προϊόν της κοινωνικής αυτής κατάστασης, όπως δείχνεται με θαυμάσιο τρόπο.
Για όλα αυτά μπορώ να πω ότι, παρά τις επί μέρους αντιρρήσεις μου περί κλασικιστικού και λογοτεχνίζοντος ύφους, πρόκειται για αξιόλογη ταινία, η οποία κατάφερε να με συγκινήσει. Μπράβο σε έναν βετεράνο, με σταθερή ποιότητα, δημιοργό του ελληνικού σινεμά.


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 23, 2013

CIMARRON: ΤΟ ΕΠΟΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Το «Cimarron”, που γύρισε το 1960 ο Anthony Mann (1906-1967) θεωρείται γουέστερν, αλλά νομίζω ότι δεν είναι ακριβώς. Ξεκινά βέβαια σαν τέτοιο, αλλά σύντομα ξεφεύγει. Ας δούμε όμως λίγο την ιστορία:
Η ταινία αρχίζει από το περίφημο «άνοιγμα» προς την Οκλαχόμα. Η αχανής αυτή πολιτεία κάποια στιγμή παραχωρήθηκε δωρεάν στους άποικους για να πάρουν όποιο κομμάτι γης προλάβαιναν. Χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, μόνοι ή με τις οικογένειές τους, με άλογα ή με άμαξες, παρατάχτηκαν σε μια απέραντη γραμμή και όταν δόθηκε το σύνθημα από το ιππικό το πρωί μιας προκαθορισμένης μέρας, όρμησαν όλοι στις απέραντες πεδιάδες και «κατέκτησαν» όποιο κομμάτι γης πρόλαβε ή μπόρεσε ο καθένας! Φυσικά τα βίαια επεισόδια, ακόμα και οι φόνοι, δεν έλειψαν απ’ αυτό το «ό,τι προλάβετε». Έτσι λοιπόν ξεκινά το φιλμ, σαν ένα έπος. Στη συνέχεια όμως εξελίσσεται σε μια οικογενειακή σάγκα και ταυτόχρονα σε μια τοιχογραφία της πρώιμης ιστορίας της Αμερικής και στο πορτρέτο ενός τολμηρού, τίμιου και πάνω απ’ όλα ανήσυχου ανθρώπου. Ο αδέκαστος ήρωας θα αναλάβει την εφημερίδα της πόλης, θα πολεμήσει εθελοντικά σε πολέμους, παραμελώντας φυσικά την οικογένειά του, θα προταθεί σαν γερουσιαστής, θα συγκρουστεί επανειλημμένα με κάθε λογής κατεστημένο και τελικά, σε μεγάλη πια ηλικία… αλλά ας μη σας πω το τέλος.

Νομίζω ότι συνολικά το φιλμ πάσχει από ένα είδος ανομοιογένειας. Είναι σα να προσπαθεί να τα χωρέσει όλα σε δύο ώρες. Και το γουέστερν και την αμερικάνικη ιστορία και την βιογραφία του ήρωα που ποτέ δεν μπορεί να μείνει ήσυχος. Τελικά βρίσκω το αποτέλεσμα όχι απόλυτα πετυχημένο. Η αφήγηση γίνεται σε κάποια σημεία πλαδαρή, ενώ κάποιες υποπλοκές μένουν μετέωρες. Ίσως κατά ένα μέρος να φταίει και η αντικατάσταση προς το τέλος του Mann από τον Charles Walters, οπότε προστέθηκαν σκηνές, ίσως η ίδια η υπερφιλόδοξη προσπάθεια που προσπαθεί να χωρέσει τα πάντα σε μια ταινία. Συνολικά πάντως δεν το θεωρώ από τα αγαπημένα μου γουέστερν. Πάντως και εδώ, όπως και σε άλλα φιλμ του είδους, γίνονται αρκετές νύξεις για την «αρπακτική» απαρχή του αμερικάνικου κράτους και του μετέπειτα «αμερικάνικου ονείρου»: Όποιος προλάβει ας αρπάξει ό,τι προλάβει. Όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες αρχικά κι από εκεί και πέρα… όποιον πάρει ο χάρος. Όποιος έχασε έχασε, τι να κάνουμε…

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2013

ΕΝΑΣ "ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ" ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΑΝ

Το 2013 υπήρξε η χρονιά που γυρίστηκε η πρώτη ελληνική ταινία ηρωικής φαντασίας (fantasy), του είδους δηλαδή που συνδυάζει φανταστικούς κόσμους, ηρωικά κατορθώματα από συνήθως «μπρατσωμένους» ήρωες, μαγεία, τέρατα και πολλά σπαθιά (βλέπε Conan, ως αρχετυπικό παράδειγμα τόσο στο σινεμά όσο και στη λογοτεχνία). Πρόκειται για τον «Αδάμαστο» (Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα) του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους ταινία Θάνου Κερμίτση. Για να σας το πω από την αρχή, όχι, δεν είναι σπουδαίο φιλμ, αναμφισβήτητα όμως έχει αρκετές ιδιαιτερότητες που αξίζει να αναφερθούν.
Το όλο project βασίζεται στη σειρά κόμικς «Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα» του Γιάννη Ρουμπούλια, του οποίου είναι το story και ο οποίος πρωταγωνιστή στο ρόλο του βάρβαρου μαχητή που δραπετεύει από τους εχθρούς που τον έχουν συλλάβει απάγοντας και την κόρη του αρχηγού. Έτσι θα αρχίσει μια αμείλικτη καταδίωξη και κάποια στιγμή… η απαραίτητη στο είδος μαγεία θα κάνει την εμφάνισή της. Όπως καταλάβατε ο Κόναν είναι πανταχού παρόν και όλα τα κλασικά στερεότυπα του είδους επίσης.
Οι ιδιαιτερότητες που προανέφερα έχουν να κάνουν με τη χρηματοδότηση της ταινίας – λίγες χιλιάδες ευρώ μόλις - που συγκεντρώθηκαν από crowdfunding, τουτέστιν χορηγίες του κοινού από το ίντερνετ! Ήδη είναι επίτευγμα το ότι ένα δείγμα ενός πολυδάπανου από τη φύση του είδος κατάφερε να γυριστεί με τόσο λίγα χρήματα και – εννοείται – με εθελοντική δουλειά από πολλούς συντελεστές. Όλα αυτά δείχνουν το αναμφισβήτητο πάθος των δημιουργών, την τεράστια αγάπη τους για το είδος και, τελικά, χαίρομαι για την ευόδωση των προσπαθειών τους. Μπράβο!
Από εκεί και πέρα βέβαια η ταινία παραμένει σε κάποιους τομείς ερασιτεχνική. Σεναριακές αφέλειες και αφόρητες συμβάσεις του είδους, έλλειψη οποιασδήποτε πρωτοτυπίας, σημεία που η μικρή παραγωγή είναι εμφανής, μέτριες ηθοποιίες… για να αναφέρουμε μερικές μόνο από τις ατέλειες. Υπάρχουν κάποια σημεία μάλιστα όπου το όλο πράγμα μάλλον γέλιο προκαλεί - άθελά του βέβαια (αλήθεια, γιατί ο ήρωας τρέχει διαρκώς και άνευ λόγου αντί να περπατά σαν άνθρωπος; Εκτός αν έτσι κάνουν οι βάρβαροι μαχητές και δεν το ήξερα). Άλλο μείον για μένα είναι το ότι η μαγική ατμόσφαιρα,το φανταστικό στοιχείο δηλαδή, σκάνε εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα κάπου στα μισά, δίχως τίποτα σχεδόν να σε έχει προετοιμάσει γι’ αυτό. Μέχρι τότε νόμιζα ότι παρακολουθούσαμε μια ιστορία που διαδραματίζεται στη ρωμαϊκή εποχή.

Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλές άλλες αδυναμίες. Θα τις αποσιωπήσω όμως – δίχως ωστόσο να τις συγχωρήσω – σεβόμενος την κυριολεκτικά «ηρωική» προσπάθεια των δημιουργών. Μπράβο που κατάφεραν να ολοκληρώσουν το όνειρό τους και να κάνουν το πρώτο ελληνικό φιλμ του είδους. Την επόμενη φορά όμως ας προσέξουν περισσότερο… 

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2013

H "MISS VIOLENCE" ΚΑΙ Η ΠΝΙΓΗΡΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Θα πω από την αρχή ότι προσωπικά το «Miss Violence” (2013) του Αλέξανδρου Αβρανά μου άρεσε. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που γκρινιάζουν μόνιμα με οποιοδήποτε επίτευγμα ή ψάχνουν να βρουν καλά κρυμμένες συνωμοσίες πίσω από μια βράβευση. Ας μιλήσουμε όμως για την ταινία και όχι για τις κάθε είδους υστερικές αντιδράσεις.
Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα πολύ σκληρό – έως και σοκαριστικό – φιλμ. Ένα εντεκάχρονο κορίτσι αυτοκτονεί τη μέρα των γενεθλίων του. Από εκεί και πέρα η ταινία παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες της οικογένειας, που αποτελείται από έναν πραγματικό δικτάτορα παππού, ο οποίος ελέγχει τα πάντα εξασκώντας λίγες φορές σωματική βία, κυρίως όμως ψυχολογική, την κόρη του και τα τρία παιδιά της, και τα τρία αγνώστου πατρός. Σιγά – σιγά η κρυφή, συγκλονιστική αλήθεια αποκαλύπτεται και το φιλμ φτάνει στην κορύφωσή του.
Φυσικά πρόκειται για μια αλληγορία της πνιγηρότητας, της καταπίεσης και – στη συγκεκριμένη περίπτωση – της νοσηρότητας που επικρατεί στους κόλπους της οικογένειας ως θεσμού. Ταυτόχρονα έχουμε την εντονότατη κριτική του – συνηθισμένου ακόμα δυστυχώς – μοντέλου του «πατέρα – αφέντη», του κυρίαρχου αρσενικού που οι πάντες είναι υποχρεωμένοι να υπακούν τυφλά. Η κριτική του οικογενειακού μοντέλου πάντως φτάνει εδώ σε ακραία επίπεδα.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας, η μουντή, «άχρωμη» φωτογραφία, οι κλειστοί χώροι του διαμερίσματος, οι κλειστές πόρτες πίσω από τις οποίες συμβαίνουν ανομολόγητα πράγματα, τα με προσοχή επιλεγμένα άσχημα, απωθητικά θα έλεγα, τοπία της πόλης στα εξωτερικά πλάνα, όλα συγκλίνουν στη δημιουργία αυτού του πνιγηρού, κλειστοφοβικού κλίματος, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ. Σ’ αυτό ο Αβρανάς πετυχαίνει απόλυτα. Όπως πολύ πετυχημένη νομίζω είναι η διαρκής κλιμάκωση των όσων συμβαίνουν, οι όλο και πιο «γροθιά στο στομάχι» καταστάσεις, μέχρι να φτάσουμε στο δυνατό φινάλε. Φυσικά από την πρώτη κιόλας σκηνή έχουμε υποπτευτεί ότι κάτι καθόλου υγιές συμβαίνει στους κόλπους της οικογένειας, ο τρόπος όμως που κλιμακώνεται το «κακό» και αποκαλύπτονται βαθμιαία όλο και περισσότερες πτυχές του, είναι, νομίζω, υποδειγματικός.
Ναι, βρισκόμαστε για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια μπροστά σε ένα ακόμα (καλό κατά τη γνώμη μου) δείγμα του «greek weird cinema”, το οποίο επικεντρώνεται συνήθως στην κριτική του θεσμού της οικογένειας. Δεν θεωρώ όμως, παρά την ύπαρξη μιας παρόμοιας προβληματικής, ότι μοιάζει με τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου, πράγμα για το οποίο κατηγορήθηκε. Η σκηνοθεσία, το κινηματογραφικό ύφος, είναι νομίζω αρκετά διαφορετικά. Εξ άλλου εδώ μιλάμε για ένα πολύ πιο ρεαλιστικό φιλμ σε σχέση με τον σχετικό σουρεαλισμό που επικρατεί στα φιλμ του Λάνθιμου.
 Όπως και να το κάνουμε, βρήκα την ταινία πολύ δυνατή και πετυχημένη σ’ αυτό που θέλει να κάνει, αποτέλεσμα που συνεπικουρείται και από τις πολύ καλές ηθοποιίες. Αλλά, προειδοποιώ, πρόκειται για ταινία για γερά στομάχια. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα χαρούμενο εδώ…


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 16, 2013

Ο THOR ΞΑΝΑΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΣΦΥΡΙ ΤΟΥ


Έχω προ πολλού πάψει να παίρνω στα σοβαρά τη χολιγουντιανή βιομηχανία κατασκευής blogbuster που βασίζονται σε υπερηρωικά κόμικς. Ναι, δεν σας κρύβω ότι κάποιες φορές μπορεί και να διασκεδάσω στο δίωρο που διαρκούν... και μετά τα ξεχνώ σε χρόνο dt. Το πρόβλημα είναι ότι μου φαίνονται όλα ίδια. Ταινίες κενές περιεχομένου, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ, καταιγιστικής δράσης και συχνά διαθέτουν και χιούμορ (μερικές φορές αυτό βασίζεται σε εσωτερικές αναφορές στο είδος ή αλλού). Φυσικά εξαιρέσεις υπάρχουν (μια απ’ αυτές για μένα είναι π.χ. ο θαυμάσιος δεύτερος Batman του Nolan), αλλά πολύ φοβάμαι ότι με τα παραπάνω λόγια περιγράφω το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών αυτών.
Γι’ αυτό και δεν έχω πολλά να γράψω για τον 2ο αισίως Thor (αφού βγάζει δολάρια με το τσουβάλι, θα υπάρξουν προφανώς κι άλλες συνέχειες), το “Thor 2: Ο Σκοτεινός Κόσμος», που γύρισε το 2013 ο τηλεοπτικός κυρίως Alan Taylor. Καθώς ένας εχθρός πολύ φοβερότερος και αρχαιότερος από άλλους επανεμφανίζεται και ο Όντιν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, ο Θορ αναλαμβάνει δράση, πηγαινοέρχεται στις διαστάσεις (μεταξύ Γης και Άσγκαρντ δηλαδή), ξαναβρίσκει με την ευκαιρία την θνητή αγαπημένη του (την Νάταλι Πόρτμαν βεβαίως) και – αυτό κι αν είναι το αποκορύφωμα – αναγκάζεται να συμμαχήσει με τον σατανικό, φυλακισμένο για προηγούμενες ατασθαλίες, ετεροθαλή αδελφό του Λόκι, για να αντιμετωπίσουν μαζί το υπέρτατο Κακό. Ε, δεν λέω, κάποιες ψιλοανατροπές υπάρχουν στο τέλος...
Αυτά τα φοβερά. Αν επιμένετε τώρα μπορώ να σας πω ότι ναι, είναι από τις διασκεδαστικές ταινίες του είδους (αλλά, ως συνήθως, μετά την ξέχασα), ναι, έχει εντυπωσιακά εφέ και μπόλικη δράση (και κάποια βασικά πρόσωπα του συνεχιζόμενου μύθου πεθαίνουν) και ναι, διαθέτει και χιούμορ μαζί με την όποια τραγικότητα. Οπότε αν είστε φίλος του είδους θα το ευχαριστηθείτε. Ποπ κορν, αναψυκτικά... ξέρετε. Αλλά επειδή όλα τα καλά (:::) πράγματα έχουν ένα τέλος, πολύ αμφιβάλλω αν θα δω και το σίγουρα επερχόμενο νο 3.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 13, 2013

Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ BORGMAN ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ

To 2013 o ιδιόρρυθμος ολλανδός δημιουργός Alex van Warmerdam γυρίζει το «Borgman», το οποίο προσωπικά θεωρώ μάλλον την καλύτερη ταινία του. Εννοείται ότι βρισκόμαστε πάντα στο παράξενο κλίμα του σκηνοθέτη, οπότε μην περιμένετε ξεκάθαρες εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως αυτό ουδόλως με ενοχλεί. Το αντίθετο μάλλον.
Μια ομάδα περίεργων τύπων, κάτι σαν κλοσάρ που ζουν σε ένα είδος υπόγειων καταφύγιων σκαμμένων στο χώμα, αναγκάζονται βίαια να μετακομίσουν, άγνωστο γιατί. Ένας απ’ αυτούς θα διεισδύσει σιγά – σιγά στους κόλπους μιας ευκατάστατης, απόλυτα «καθώς πρέπει» αστικής (προς το μεγαλοαστικής) οικογένειας και, βαθμιαία, θα τη διαβρώσει εκ των έσω, φτάνοντας σε ακραίες καταστάσεις. Σιγά – σιγά πάντοτε και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας θα πάρουν μέρος σ’ αυτή την παράδοξη «άλωση».
Όπως ίσως καταλαβαίνετε, αν έχετε κι άλλες ταινίες του, εδώ συναντούμε όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη και μάλιστα, όπως είπα, στην καλύτερη κατά τη γνώμη μου εκδοχή τους: Τον σουρεαλισμό, το σαρκαστικό και κατάμαυρο χιούμορ, τις ακραίες καταστάσεις, οι οποίες όμως δίνονται με έναν τέτοιο τρόπο που μάλλον να χαμογελάς σε κάνουν, την διαρκή «επίθεση» του δημιουργού στις δομές της αστικής οικογένειας… Στο συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα ο Warmerdam εισχωρεί στο χώρο του φανταστικού. Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια ακριβώς είναι η φύση των ήσυχων και ύπουλα, πλην όμως μεθοδικότατα, δρώντων μελών της παράξενης ομάδας (όντων θα έπρεπε μάλλον να τους αποκαλέσω, γιατί και η ανθρώπινη ιδιότητά τους τίθεται – διακριτικά – υπό αμφισβήτηση). Βρίσκω πάντως εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η σταδιακή, αργή αλλά σταθερή, διάβρωση της απόλυτα τέλειας και άψογης εξωτερικά οικογένειας, η σταδιακή άλωσή της εκ των έσω…
Ταυτόχρονα η ταινία σχολιάζει, με διακριτικό πάντοτε τρόπο, τις κοινωνικές αντιθέσεις και διαφορές, την ταξική δομή της κοινωνίας, τη σχέση έλξης – απώθησης με το «ξένο», το διαφορετικό, το κρυμμένο, σκληρό πρόσωπο της ατσαλάκωτης και άψογης επιφανειακά οικογένειας των σύγχρονων κοινωνιών της ευμάρειας και ίσως και πολλά άλλα θέματα τα οποία θα ανακαλύψει ο θεατής.

Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Να είστε πάντως προετοιμασμένοι για τον σουρεαλισμό, την έλλειψη πολλών εξηγήσεων, το παράλογο που επικρατεί (μερικώς τουλάχιστον). «Διαβάστε» την λοιπόν με βάση τη γενική αίσθηση που θα σας αφήσει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 11, 2013

ΟΤΑΝ Η "ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ" ΓΙΝΕΤΑΙ ΘΕΑΤΡΟ

«Η Αφροδίτη με τις γούνες» είναι το μυθιστόρημα του Leopold von Sacher-Masoch, δημοσιευμένο το 1870, απ’ το οποίο προήλθε η λέξη μαζοχιζμός. Τον ίδιο ακριβώς τίτλο (La Venus a la Fourrure) έχει η ταινία του Roman Polanski του 2013. και, φυσικά, πρόκειται για ευθεία αναφορά στο έργο του Μαζόχ. Αν και όχι ακριβώς. Εδώ ο Πολάνσκι διασκευάζει κινηματογραφικά ένα θεατρικό έργο βασισμένο στο μυθιστόρημα. Και αυτή ακριβώς τη θεατρικότητα διατηρεί απόλυτα.
Πρόκειται για ταινία όπου εμφανίζονται δύο και μόνο πρόσωπα: Ένας θεατρικός σκηνοθέτης και συγγραφέας και μία επίδοξη ηθοποιός (η Εμανούελ Σενιέ είναι πολύ καλή αυτή τη φορά). Ολόκληρο το φιλμ διαδραματίζεται σε μια σκηνή θεάτρου. Θέατρο στον κινηματογράφο λοιπόν, αλλά και θέατρο στο θέατρο, αφού το ίδιο το θεατρικό έργο στο οποίο βασίζεται η ταινία αναφέρεται σε μια θεατρική παράσταση. Είναι νύχτα και ο σκηνοθέτης και συγγραφέας ενός έργου βασισμένου στο μυθιστόρημα του Μαζόχ ετοιμάζεται να φύγει μετά από εξαντλητική (και άκαρπη) οντισιόν, όταν μια καθυστερημένη υποψήφια για τον βασικό ρόλο εμφανίζεται και ζητά (πιεστικά θα έλεγα) να της δοθεί μια ευκαιρία. Στην αρχή ο σκηνοθέτης είναι αρνητικός, όταν όμως εκείνη ξεκινά την performance της όλα αλλάζουν.
Όπως καταλάβατε η ταινία επικεντρώνεται στις σχέσεις των δύο ηρώων. Κατά τη διάρκειά της οι ανατροπές θα είναι πολλές. Οι ρόλοι θα αλλάξουν, θα αντιστραφούν για να είμαστε ακριβείς, πολλές φορές, το παιχνίδι θα μεταλλάσεται συχνά, θα κινείται ανάμεσα στη σαγήνη και την επιβολή, τον πόθο και την εξουσία, τον ερωτισμό και τη σκληρότητα, το σταδιακό «ξεγύμνωμα» της ψυχής του άντρα και των βαθύτερων (μάλλον μη συνειδητών και από τον ίδιο) επιθυμιών του. Ο γενικός προβληματισμός αφορά τις σχέσεις, εξουσίας κυρίως αλλά όχι μόνο, ανάμεσα στους ανθρώπους και κυρίως ανάμεσα στα δύο φύλα, οι οποίες εδώ εκλαμβάνονται (όπως και σε άλλα φιλμ του Πολάνσκι) ως ένα είδος πάλης για την επιβολή του ισχυρότερου. Φυσικά όπλο σ’ αυτή την πάλη είναι ο ερωτισμός.
Η ταινία με κράτησε και η παρουσία δύο και μόνο προσώπων (κι αυτό το έχει ξαναδοκιμάσει ο Πολάνσκι) προσωπικά δεν με κούρασε. Φυσικά πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψιν την προφανή και ομολογημένη από τη  αρχή ως πρόθεση θεατρικότητα του εγχειρήματος σε όλα τα επίπεδα. Οι αντιρρήσεις – τις οποίες συμμερίζομαι κι εγώ ως ένα βαθμό – για το γιατί τόση θεατρικότητα στο σινεμά (γιατί να είναι ταινία και όχι μια παράσταση;) είναι σεβαστές και κατανοητές. Ωστόσο αν το δούμε σεναριακά και νοηματικά παραμένει κατά τη γνώμη μου ενδιαφέρον.



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 09, 2013

Ο CAPTAIN PHILLIPS ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ

O Paul Greengrass  υπήρξε πάντοτε ενδιαφέρων δημιουργός. Το προσωπικό του στιλ έγκειται στο ότι «παντρεύει» με άνεση το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο (και την αντίστοιχη εικόνα, θα έλεγα, όπως θα πω παρακάτω) με το σασπένς και τη δράση. Πολλές από τις ταινίες του μάλιστα βασίζονται σε αληθινές ιστορίες.
Αυτό συμβαίνει και με το «Captain Phillips” του 2013, το οποίο αφηγείται την αληθινή ιστορία της πειρατείας ενός αμερικάνικου φορτηγού πλοίου (με τον ομώνυμο έμπειρο καπετάνιο) από μια ομάδα οπλισμένων σομαλών. Όπως γνωρίζετε το φαινόμενο ανθεί τα τελευταία χρόνια στα νερά αυτά. Από εκεί και πέρα η βασική αντιπαράθεση επικεντρώνεται ανάμεσα στον καπετάνιο και τον αρχηγό των πειρατών, αλλά δεν μένει μόνο εκεί.
Η όλη ιστορία δίνεται από τον Greengrass με απόλυτα πετυχημένο ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός αυτός καλύπτει τόσο την εικόνα και τη δράση, όσο και τους χαρακτήρες, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν είναι καθόλου ηρωικοί ή ξεχωριστοί. Είναι απλώς άνθρωποι που βρίσκονται αντιμέτωποι με ακραίες καταστάσεις και αντιδρούν όπως θα περίμενε κανείς να αντιδράσει ένας «κανονικός» άνθρωπος (εννοώ δίχως μπέρτα και κολάν ή μαγικό σφυρί στο χέρι). Πολύ ενδιαφέρον βρίσκω το γεγονός ότι στο φιλμ δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μπορεί να συμμεριζόμαστε την αγωνία του πληρώματος να γλιτώσει και ίσως ταυτιζόμαστε με τον καπετάνιο, αλλά το πώς και το γιατί της άλλης πλευράς αιτιολογείται απόλυτα και οι ενέργειές τους γίνονται σχεδόν δικαιολογημένες. Μάλιστα και οι πειρατές βρίσκονται υπό πίεση και σχεδόν αναγκάζονται να κάνουν ό,τι κάνουν.
Τελικά, όπως ίσως καταλάβατε, βρισκόμαστε μπροστά στη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, οι οποίοι στην ουσία είναι υποχρεωμένοι να δράσουν όπως δρουν. Και, όπως ίσως επίσης καταλάβατε, το φιλμ γίνεται απροσδόκητα πολιτικό, καθώς το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι όσο ο κόσμος είναι τόσο σκληρά και βάρβαρα χωρισμένος σε «πάνω» και «κάτω» (όπως και το εσωτερικό της κάθε κοινωνίας άλλωστε), τέτοιες καταστάσεις θα προκύπτουν διαρκώς, για να μην πω ότι πιστεύω πως θα πολλαπλασιάζονται ολοένα.
Όλα αυτά δίνονται με εικόνες κάθε άλλο παρά «ωραίες». Οι εικόνες του Greengrass είναι «βρώμικες», κοντινές, θυμίζουν ντοκιμαντέρ. Καθώς έβλεπα το φιλμ σκεφτόμουν ότι είναι δύσκολο να απομονώσεις ένα καρέ και να πεις «τι ομορφη εικόνα!». Εδώ υπάρχει μόνο η ωμή πραγματικότητα ενός εμπορικού καραβιού και αυτή της πάμφτωχης, υποσιτισμένης Αφρικής. Καμιά ωραιοποίηση. Και, φυσικά, το σασπένς δεν λείπει ούτε στιγμή, κρατώντας καθηλωμένο τον θεατή (εμένα τουλάχιστον), ενώ οι ηθοποιίες τόσο του Χανκς όσο και του σομαλού είναι πολύ καλές.

Σας το προτείνω για τη σφαιρική ματιά στο θέμα και την έλλειψη ηρώων και μαρτύρων.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2013

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ "ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ"

Οι ταινίες τρόμου διαθέτουν έναν δικό τους κώδικα αξιολόγησης κατανοητό και αποδεκτό μόνο από τους φανς του είδους. Άλλωστε πρόκειται για ένα από τα λίγα είδη που απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού, ενώ ένα μεγάλο μέρος των υπολοίπων θα αρνηθεί να δοκιμάσει έστω να δει ένα τέτοιο φιλμ. Απόλυτα κατανοητό και αποδεκτό.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η ταινία του 2013 «Frankensteins Army” του Richard Raaphorst. Πρόκειται για αμερικανο τσεχο ολλανδική παραγωγή, γυρισμένη μάλιστα στην Τσεχία. Ο πόλεμος κοντεύει να τελειώσει και μια ομάδα σοβιετικών στρατιωτών μπαίνει στην Ανατολική Γερμανία, όταν, σε ένα μικρό χωριό, ανακαλύπτουν ένα μυστικό εργαστήριο των ναζί… και η φρίκη αρχίζει.
Η ταινία είναι ένα τυπικό b-movie του είδους, με κυρίαρχο το παλιό μοτίβο του «τρελού επιστήμονα». Άγνωστοι ηθοποιοί, πρωτοεμφανιζόμενος σε μεγάλο μήκος σκηνοθέτης, σχετικά φτηνή παραγωγή, απλό – έως και απλοϊκό - σενάριο. ‘Όπως και άλλες ταινίες με τα χαρακτηριστικά αυτά δεν διστάζει καθόλου να μπει στο χώρο του σπλάτερ – αν και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σπλάτερ για το σπλάτερ, αλλά υπάρχουν και στοιχεία καθαρού τρόμου και προσπάθειες δημιουργίας ατμόσφαιρας. Ωστόσο το αίμα κυριαρχεί. Στα υπέρ συγκαταλέγω και τη σκιαγράφηση κάποιων διαφορετικών χαρακτήρων στους κόλπους της ομάδας των στρατιωτών. Και ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν «καλοί» και «κακοί».
Παρά το ότι η ταινία βλέπεται άνετα, κρατά τον θεατή και διαθέτει σωστό timing, θα την περιελάμβανα απλώς στο σωρό των αντίστοιχων (σχετικά καλών) b-movies αν δεν διέθετε ένα πολύ ξεχωριστό και αξιόλογο κατά τη γνώμη μου στοιχείο: Τα πλάσματα! Όπως καταλαβαίνετε, κάποια στιγμή θα αρχίσουν να εμφανίζονται εφιαλτικά πλάσματα. Ε, λοιπόν, αυτά είναι από τα πιο αξιομνημόνευτα και ευφάνταστα που έχω δει σε τέτοια φιλμ. Εκπληκτικές συνθέσεις που αναμειγνύουν σάρκα και μέταλλο, οργανικά και ανόργανα στοιχεία, κομμάτια από ανθρώπινα σώματα και κάθε λογής εργαλεία ή μηχανές. Βρισκόμαστε στην καρδιά ενός απόλυτου εφιάλτη. Αισθητικά πλησιάζουμε στην εικονολογία του γιαπωνέζικου «Tetsuo» (δίχως, βέβαια, το «πειραματικό» στοιχείο του τελευταίου), με δόσεις από “Re-animator”. Νομίζω λοιπόν ότι η εικόνα, οι συγκεκριμένες εφιαλτικές κατασκευές συγκεκριμένα, αποτελούν το ξεχωριστό σημείο του φιλμ και τον βασικό λόγο για τον οποίο αξίζει κανείς να το ψάξει.

Προσοχή (θα το επαναλάβω και πάλι και θα γίνω κουραστικός): Να το ψάξουν μόνο οι φίλοι του είδους! Οι υπόλοιποι ας μείνουν μακριά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 04, 2013

"GRAVITY" Ή Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ο μεξικάνος Alfonso Cuaron υπήρξε πάντα ένας ικανός σκηνοθέτης, με μερικές πολύ καλές ταινίες στο ενεργητικό του. Με το "Gravity" του 2013 καταφέρνει να σπάσει τα ταμεία (καπως απροσδόκητο για μένα) και να κάνει μια από τις μεγάλες επιτυχίες της χρονιάς. Δράμα του διαστήματος περισσότερο παρά επιστημονική φαντασία (με την έννοια ότι το στοιχείο "φαντασία" λείπει, καθώς η ταινία θα μπορούσε άνετα να διαδραματίζεται στο σήμερα, με την υπάρχουσα τεχνολογία), καταφέρνει παρά το εξ ορισμού "δύσκολο" concept της να κρατά τον θεατή. Ως "δύσκολο" εννοώ βέβαια το γεγονός ότι στο φιλμ εμφανίζονται δύο όλοι κι όλοι ηθοποιοί, ότι πρόκειται για μια κλειστοφοβική ταινία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας διαδραματίζεται στον ασφυκτικό χώρο ενός διαστημικού σταθμού και το ότι της λείπει η παραδοσιακή έντονη χολιγουντιανή δράση.
 Η ιστορία μπορεί να περιγραφεί σε λίγες μόνο σειρές: Μετά από ένα ατύχημα μία γιατρός και ένας αστροναύτης απομένουν ολομόναχοι στο διάστημα, σε τροχιά γύρω από τη γη, και προσπαθούν απεγνωσμένα να επιστρέψουν σ' αυτήν. Αυτό είναι όλο. Υπάρχουν βέβαια αρκετά φιλμ επιστημονικής φαντασίας με έναν ή δύο μοναδικούς ηθοποιούς, το ίδιο κλειστοφοβικά και αρκετά με υψηλή ποιότητα. Πρώτη φορά όμως βλέπουμε νομίζω μια τέτοιου είδους μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή. Έτσι ο προφανής μινιμαλισμός της ιστορίας συνυπάρχει αρμονικά με το υπερθέαμα μιας υπερπαραγωγής. Πραγματικά οι εξωτερικές σκηνές, όπως αυτή της καταστροφής του δορυφόρου, είναι φαντασμαγορικά γυρισμένες και κόβουν την ανάσα. Κατά τη γνώμη μου στην υποβλητικότητα του όλου εγχειρήματος - πέραν της μαγείας του αχανούς διαστήματος και της υπέροχης, πελώριας γης που κρέμεται πάντα πάνω από το σκάφος - συμβάλλει το ότι όλα, οι συγκρούσεις, οι καταστροφές, η αγωνία του μόνου αστροναύτη στο απέραντο κενό, συμβαίνουν σε απόλυτη σιωπή, την αληθινή σιωπή που επικρατεί στο διάστημα. Κι έτσι φτάνουμε στο θέμα του ρεαλισμού. Σας είπα από πριν ότι ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αλλά για ρεαλιστικό δράμα / θρίλερ που διαδραματίζεται στο διάστημα. Κι αυτό αποτελεί μια ακόμα ιδιαιτερότητα.
 Πάντως το όλο φιλμ είναι φτιαγμένο σαν αγωνιώδες θρίλερ και νομίζω ότι καταφέρνει να μας κάνει να συμμεριστούμε την προσπάθεια των ηρώων για επιβίωση. Ταυτόχρονα υπάρχουν και τα υπαρξιακά στοιχεία για να δώσουν το απαραίτητο βάθος στην ιστορία. Οι χολιγουντιανές παραχωρήσεις υπάρχουν βέβαια κι αυτές. Κάποιες σεναριακές ευκολίες, κάποιες τραβηγμένες καταστάσεις, κάποιες - λίγες ευτυχώς - γλυκερές παρενθέσεις για να πω την αλήθεια.... Αλοίμονο τώρα...
Σε γενικές γραμμές πάντως η ταινία με ικανοποίησε αρκετά. Την βρήκα τολμηρή (για Χόλιγουντ, να εξηγούμαι), καλοφτιαγμένη πάνω απ' όλα, υποβλητική σε αρκετά σημεία της. Και κυρίως εκτιμώ το ότι κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος. Δίχως πάντως να συμμερίζομαι τις ενθουσιώδεις κριτικές και τα 4 αστεράκια αρκετών κριτικών...

eXTReMe Tracker