Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2013

Η "ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΡΩΜΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Βρισκόμαστε στο 1945. Ο πόλεμος μόλις έχει τελειώσει και ο Roberto Rosselini (1906-1977) γυρίζει την πρώτη κλασική του ταινία, την "Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη" (Roma, Citta Aperta), μια από τις πρώτες που εγκαινιαζουν το περίφημο κίνημα του (ιταλικού αρχικά) νεορεαλισμού. Η κάμερα βγαίνει στο δρόμο, τα σκηνικά είναι λιγοστά, μερικοί ηθοποιοί είναι ερσιτέχνες, η ιστορία αναφέρεται στη ζωή απλών, καθημερινών ανθρώπων. Ο στόχος δεν είναι να γίνουν "ωραιες" ταινίες, αλλά "αληθινές". Ο ίδιος πάντως δήλωσε ότι θέλει να φτιάχνει "χρήσιμες" ταινίες.
Εδώ βέβαια  η ιστορία δεν είναι μια ιστορία απόλυτης καθημερινότητας (όπως, ας πούμε, στον "Κλέφτη Ποδηλάτων" και σε άλλα χαρακτηριστικά δείγματα του είδους). Εδώ υπάρχει αγωνία και άνθρωποι που δρουν υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Η ιστορία αναφέρεται σε μια εφιαλτική περίοδο της Ιταλίας που μόλις τότε είχε τελειώσει: Την ναζιστική κατοχή της Ρώμης. Για τον λαό όλα είναι δύσκολα: Ελάχιστα τρόφιμα με δελτίο, φτώχια, μαύρη αγορά, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά από κάποια ώρα, άγριες διώξεις αντιστασιακών. Η ηρωίδα, η Άννα Μανιάνι βεβαίως, είναι μια τυπική ιταλίδα νοικοκυρά της εποχής, πιστή, οξύθυμη, όχι ιδαιίτερα μορφωμένη, με ενστικτωδώς σχεδόν αντιφασιστική διάθεση. Ο αραβωνιαστικός της είναι κομμουνιστής, ενεργό μέλος της αντίστασης και περισσότερο "διανοούμενος". Ο αληθινός πρωταγωνιστής όμως είναι ο παπάς της ενορίας. Όχι μόνο ανέχεται την αθεϊα του φίλου του και του ηρωικού αρχηγού της αντίστασης της περιοχής, αλλά βοηθά με κάθε τρόπο τους αντιστασιακούς, όπου κι αν ανήκουν ιδεολογικά. Κάτω από το καλοκάγαθο και ήσυχο παρουσιαστικό του κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν διστάζει να ρισκάρει ακόμα και τη ζωή του για να πολεμήσει τους φασίστες. Το δράμα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Η ταινία, όπως προαναφέραμε, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του νεορεαλιστικού κινήματος που θα άλλαζε την ιστορία του κινηματογράφου. Για να το αντιληφτούμε όμως αυτό πρέπει να ξέρουμε τι γινόταν μέχρι τότε: Στην Ιταλία - και αλλού βεβαίως - κυριαρχούσαν οι υπερπαραγωγές, ιστορικές και στομφώδεις πολλές φορές. Αλλά κι αν δεν ήταν έτσι ακριβώς οι ταινίες, δεν έπαυαν να χρησιμοποιούν κατά κόρον στούντιο, τεχνητούς φωτισμούς, "κόλπα" του φακού για μια συχνά εξωραϊσμένη φωτογραφία. Ο Ροσελίνι αντίθετα βγαίνει στους δρόμους και κινηματογραφεί μια Ρώμη πάμφτωχη, πεινασμένη, μια πόλη που αιμορραγεί κάτω από τη ναζιστική μπότα. Καμιά ωραιοποίηση, καμιά πρόθεση να "μεταμφιεστούν" τα πράγματα. Ο στόχος είναι η αλήθεια, ακόμα κι αν είναι ωμή.
Σήμερα  δεν αντιλαμβανόμαστε όλα αυτά τα πράγματα, όλη την ανατρεπτικότητα ταινιών σαν αυτή, καθώς πολλές καινοτομίες αποτελούν εδώ και δεκαετίες κοινό τόπο. Αρκεί όμως να πούμε ότι η συγκεκριμένη και μερικά ακόμα φιλμ αυτού του στιλ συγκαταλέγονται στα πιο επιδραστικά της ιστορίας του σινεμά.
Παράλληλα πάντως ο Ροσελίνι, όντας χριστιανός, δείχνει  τις τάσεις του προς τα εκεί τοποθετώντας στο κέντρο της ιστορίας έναν ηρωικό (καθόλου ωραίο ή"άνθρωπο της δράσης", σημειωτέον) παπά, θέλοντας να υπογραμμίσει ότι και αρκετοί κληρικοί αντιστάθηκαν στη ναζιστική βαρβαρότητα. Εξ άλλου ο ιερέας μας, όπως είπαμε, δεν νοιάζεται για το αν αυτοί που προστατεύει είναι δεξιοί, αριστεροί ή απλοί άνθρωποι. Φτάνει να μην είναι γερμανοί ή συνεργάτες των γερμανών.
Πόσο στέκει σήμερα ένα φιλμ σαν αυτό; Πολύ, κατά τη γνώμη μου. Εκτός από τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή του, την καταγραφή της δύσκολης εποχής και την κυριολεκτική καταγραφή της πόλης όπως ακριβώς ήταν όταν έβγαινε από τον πόλεμο, νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά τον θεατή και να του δημιουργεί αγωνία για τη συνέχεια, ενώ η τραγική μοίρα των ηρώων συγκινεί βαθιά. Αφείστε που νομίζω ότι όλες οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες του 50 και του 60 που αναφέρονται στην κατοχή βασίστηκαν λίγο ή πολύ σ' αυτήν.
Προφανώς μιλάμε για κλασικό φιλμ. Αν δεν το έχετε δει δοκιμάστε το. έστω και για ιστορικούς λόγους.

Τρίτη, Νοεμβρίου 26, 2013

ΠΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΟ "ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ"



Το «Worlds End” είναι η ταινία που γύρισε ο Edgar Wright το 2013, μετά το ξεκαρδιστικό και με απρόσμενη εξέλιξη «Hot Fuzz”. Ουσιαστικά δηλαδή είναι μια παραγωγή της παρέας Wright και Simon Pegg (ο οποίος πρωταγωνιστεί), που συνυπογράφουν άλλωστε και το σενάριο.
Η ταινία κινείται στο ίδιο τρελό κλίμα των προηγούμενων πονημάτων της ομάδας: Μια παρέα 5 μεσήλικων πλέον φίλων συναντιούνται μετά από χρόνια και αποφασίζουν - μετά από έντονες πιέσεις ενός απ' αυτούς που κατά βάθος παραμένει έφηβος - να επιχειρήσουν ξανά αυτό που είχαν αφήσει στη μέση (λόγω λιποθυμιών και άλλων αδυναμιών) 20 χρόνια πριν: Να κάνουν μια μαραθώνια μπαρότσαρκα και στα 12 παμπ της μικρής τους πόλης (πίνοντας φυσικά από ένα γερό ποτήρι μπύρας στο καθένα), μέχρι να φτάσουν στο τελευταίο απ' αυτά, το «Worlds End». Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι τίποτα πια δεν είναι ίδιο με τότε και… ξαφνικά το να φτάσουν σ΄αυτό το τελευταίο παμπ είναι το λιγότερο που τους απασχολεί, αφού ο στόχος γίνεται άλλος: Ούτε λίγο ούτε πολύ να σώσουν την ανθρωπότητα!
Η ταινία ξεκινά σαν μια αστεία κωμωδία και ξαφνικά και απροειδοποίητα, κάπου στα μισά, μετατρέπεται σε επιστημονική φαντασία, δίχως φυσικά να χάσει τα κωμικά της στοιχεία. Παράλληλα αποτελεί μια σάτιρα της σύγχρονης εποχής, η οποία μοιάζει «πλαστική» και ρομποτοποιημένη σε σχέση με το παρελθόν (εξιδανικευμένο στο μυαλό πολλών ανθρώπων), αλλά και μια ωδή στην αιώνια εφηβεία ή – έστω – στην για μια ζωή νοσταλγία της. Αν θέλετε φυσικά μπορείτε όλα αυτά να τα ονομάσετε και αλλιώς: Πρόκειται για ένα έξυπνο αφιέρωμα στον αντρικό παλιμπαιδισμό και στο πνεύμα της παρέας… έστω και κάπως με το ζόρι.
Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλά έξυπνα στοιχεία και εγώ τουλάχιστον διασκέδασα αρκετά. Εξ άλλου η βρετανική ομάδα έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι διαθέτει πολύ χιούμορ και περιμένω κι άλλα απ' αυτούς. Συνολικά πάντως το βρήκα κάπως κατώτερο από το προηγούμενο, το «Hot Fuzz», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ κακό. Σε καμία περίπτωση. Αν λοιπόν ψάχνετε για διασκέδαση (με κάμποσες ανατροπές και κάποια – πολύ λίγα – στοιχεία σπλάτερ) αναζητείστε το. Δεν νομίζω άλλωστε ότι θα βγει στις αίθουσες.

Κυριακή, Νοεμβρίου 24, 2013

Η ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΗ "ΚΡΥΑ ΩΡΑ"

Η ταινία "La Hora Fria" (Η Κρύα Ώρα) είναι ισπανική και γυρίστηκε το 2006 από τον Elio Quiroga. Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, με κάποια στοιχεία τρόμου.
Μια ομάδα ανθρώπων διαφόρων ηλικιών (μαζί τους και δύο - ή μήπως τρία; - παιδιά) ζουν σε υπόγειους χώρους που έχουν μείνει από παλιά. Μοιάζουν να είναι επιζήσαντες από μια καταστροφή του κόσμου - πυρηνική προφανώς - και έχουν βρει καταφύγιο εκεί. Είναι αρκετά καλά οργανωμένοι και διαθέτουν αρκετό στοκ από προμήθειες και κάθε λογής παλιά, χρήσιμα αντικείμενα του κόσμου που δεν υπάρχει πια. Στην επιφάνεια, αλλά και σε άλλους απομονωμένους υπόγειους χώρους κινούνται όντα σαν ζόμπι, που καλό είναι να μη συναντήσει κανείς. Το πιο παράξενο και ανατριχιαστικό όμως είναι ότι κάθε νύχτα (αν μπορούμε να ορίσουμε κάτι σαν "νύχτα" στον σκοτεινό αυτό κόσμο) και για συγκεκριμένες ώρες η θερμοκρασία πέφτει κάθετα και μυστηριώδη, διάφανα όντα κυκλοφορούν στους διαδρόμους και μοιάζουν να προσπαθούν να μπουν στα κλειδαμπαρωμένα δωμάτια των έντρομων μελών της μικρής κοινότητας.
Για την ταινία σχημάτισα μια απόλυτα διττή άποψη: Κατ' αρχήν τη βρήκα πολύ καλογυρισμένη, υποβλητική και ατμοσφαιρική. Το φθαρμένο, "σκουριασμένο" περιβάλλον, οι μισοσκότεινοι διάδρομοι, οι κλειστές πόρτες των δωματίων των επιζησάντων, μας βάζουν με πολύ πετυχημένο τρόπο σε μια απόλυτα κλειστοφοβική, σκοτεινή διάθεση. Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας - καθώς και η εξέλιξή τους - είναι επίσης ενδιαφέρουσες. Μερικές σκηνές μου φάνηκαν καθηλωτικές. Έτσι βρήκα το όλο κλίμα του φιλμ πολύ καλό. Αλλά και το σασπένς και το timing δεν μου άφησαν καθόλου χρόνο να βαρεθώ.
Τα προβλήματα, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι σεναριακής φύσης. Στην ιστορία υπάρχουν πολλά, πολλά κενά. Η εντυπωσιακή ανατροπή του τέλους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά σε τίποτα εκτός από τον προαναφερθέντα εντυπωσιασμό. Το χειρότερο για μένα είναι το ότι η όποια εξήγηση για το τι είναι τα "κρύα" φωτεινά όντα μένει μετέωρη, σα να μην ενδιαφέρει καθόλου τους δημιουργούς. Μ' αυτά άραγε εισάγεται μια μεταφυσική διάσταση σε μια κατά τα άλλα κλασική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Αδύνατο να απαντήσω. Βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα (;). Είναι κρίμα, γιατί έτσι ακυρώνεται - κατά ένα μέρος τουλάχιστον - μια κατά τα άλλα αξιόλογη ταινία του φανταστικού.
Θα τελειώσω επισημαίνοντας για μια ακόμα φορά ότι - παρά τα προβλήματα του συγκεκριμένου φιλμ - οι ισπανοί κάνουν σήμερα τον πιο ενδιαφέροντα φανταστικό σινεμά στην Ευρώπη και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες παγκοσμίως. Ακόμα και μια όχι ολοκληρωμένη ταινία όπως αυτή καταφέρνει να διαθέτει μια εξαιρετική "σκοτεινή" ατμόσφαιρα. Ε, ναι, μπορούμε να μιλάμε για σχολή.

Σάββατο, Νοεμβρίου 23, 2013

ΤΟ "ΚΟΝ ΤΙΚΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗς ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗΣ

Η Γαλλική Πολυνησία είναι ένα σύμπλεγμα νησιών χαμένων στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά της Αυστραλίας. Η επιστήμη θεωρούσε πάντοτε ότι οι κάτοικοί της προήλθαν από τα δυτικά (από την Αυστραλία, την Ινδονησία, τη νοτιοανατολική Ασία ή κάπου εκεί τέλος πάντων). Ο Θορ Χέγερνταλ ήταν ένας νορβηγός εθνολόγος που έζησε για χρόνια στη Μαρκέζα, ένα απο τα πολυάριθμα νησιά της Πολυνησίας. Εκεί, βάσει ορισμένων ενδείξεων, συνέλαβε τη θεωρία ότι οι πρώτοι άποικοι προέρχονται - αντίθετα με τη γενική παραδοχή - από τα ανατολικά, από τη Νότια Αμερική. Ότι δηλαδή πολιτισμοί του σημερινού Περού, του Ισημερινού κλπ. διέσχισαν τον ωκεανό και έφτασαν ως εκεί. Όταν η θεωρία του δεν έγινε δεκτή από τους επιστημονικούς κύκλους έβαλε σε εφαρμογή μια αληθινά παράτολμη ιδέα: Να κατασκευάσει μια πρωτόγονη σχεδία, όμοια με αυτήν που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα μέσα που διέθεταν οι κάτοικοι της Νότιας Αμερικής και να διασχίσει 8000 χιλιόμετρα ωκεανού (!), ώστε να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Το εγχείρημα πραγματοποιήθηκε το 1947 και τελικά, ξεκινώντας από τη Λίμα του Περού και μετά από μήνες ταλαιπωρίας στο πουθενά, ο Χέγερνταλ και οι 5-6 σύντροφοί του κατάφεραν όντως να φτάσουν στα πολυπόθητα νησιά.
Την αληθινή αυτή ιστορία παράτολμου θάρους μετέφεραν το 2012 στην οθόνη οι και στην ταινία "Kon-Tiki" (αυτό ήταν το όνομα της σχεδίας, παρμένο από το όνομα του θεού του Ήλιου που λατρεύεται από ιθαγενείς της Πολυνησίας). Το δίδυμο των νορβηγών σκηνοθετών είχε κάνει πριν μερικά χρόνια το ανεκδιήγητο "Bandidas". Ευτυχώς τα πράγματα εδώ είναι πολύ βελτιωμένα. Εδώ παρακολουθούμε μια κλασική εξωτική περιπέτεια με ωραία εικόνα, πλημμυρισμένη με "κλασικές αξίες": Το ανθρώπινο θάρρος, η επιστημονική περιέργεια και η ανάγκη για γνώση και αλήθεια, έστω κι αν η γνώση αυτή ανατρέπει κάθε καθιερωμένη παραδοχή, ο ηρωισμός, η θυσία σε κάποια ιδανικά. Όλα αυτά αντανακλώνται στην προσωπικότητα του ήρωα του φιλμ, του Χέγερνταλ προφανώς. Έτσι λοιπόν το φιλμ γίνεται ένα είδος "αγιογραφίας" μιας όντως τολμηρής προσωπικότητας. 
Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη μονοδιάστατη και "ηρωική" οπτική, βρήκα το φιλμ διασκεδαστικό: Διαθέτει το σασπένς του (παρά το ότι ξέρουμε από την αρχή το τέλος), είναι καλογυρισμένο και, σε ορισμένες σκηνές τουλάχιστον, καθηλωτικό. Φυσικά δεν έχει σημασία να αναρωτηθούμε πόσα απ' όσα βλέπουμε συνέβησαν ακριβώς έτσι ή είναι επινοημένα. Αν όμως έχετε όρεξη για μια εξωτική θαλάσσια περιπέτεια, γεμάτη "ανοιχτούς ορίζοντες", απειλητικούς καρχαρίες και λίγο National Geographic, το "Kon -Tiki" προσφέρεται.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2013

ΟΙ 6 ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ GIALLO

Το ιταλικό giallo είναι ένα είδος που ήκμασε στη χώρα αυτή τις δεκαετίες 60 και 70. Στα όρια της ταινίας τρόμου, μερικές φορές μπαίνει στα χωράφια του φανταστικού και του υπερφυσικού, τις περισσότερες όμως ασχολείται με serial killers, γραφικές δολοφονίες, αίμα... Διαθέτει επίσης δική του αισθητική και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Φαίνεται ότι ποτέ το giallo δεν ενδιαφέρθηκε για αληθοφανείς καταστάσεις, για τον όποιο ρεαλισμό, για τις καλές ηθοποιίες. Αντίθετα η γραφική βία, το σκηνοθετικό στιλ, η σεξουαλικότητα και οι μάλλον τραβηγμένες ή και απίθανες πλοκές υπήρξαν νομίζω το φόρτε του.
Από τους σημαντικότερους - αν όχι ο σημαντικότερος - δημιουργούς του είδους είναι βέβαια ο Mario Bava (1914-1980). To "Sei Donne per l'Assassino" (μεταφράζεται "6 Γυναίκες για τον Δολοφόνο', αλλά ο αγγλόφωνος τίτλος είναι "Blood and Black Lace" γυρίστηκε το 1964 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του έργου του. Μια σειρά από φρικτές δολοφονίες όμορφων μοντέλων συμβαίνει σε έναν οίκο μόδας που διευθύνει μια χήρα. Ο δολοφόνος,κάποιος με καμπαρντίνα, καπέλο και λευκή μάσκα, άμεση αναφορά στον κινηματογραφικό "Αόρατο Άνθρωπο" της δεκαετίας του 30, εμφανίζεται από την αρχή, αλλά φυσικά δεν ξέρουμε ποιος είναι. Στο μεταξύ όλοι όσοι εμπλέκονται με τον οίκο (ιδιοκτήτες, λογιστής, μόδιστρος κ.ά.) είναι εξ ίσου ύποπτοι. Φυσικά το τέλος κρύβει ανατροπές και εκπλήξεις, ενώ τα πτώματα ωραίων γυναικών έχουν, επίσης φυσικά, συσσωρευτεί.
Αυτό που έχει σημασία στην ταινία είναι το στιλ του Μπάβα. Στιλ καθαρά οπτικό βεβαίως. Ο Μπάβα χρησιμοποιεί σχεδόν συνεχώς τεχνητούς, και μάλιστα χρωματιστούς, φωτισμούς, δημιουργώντας υποβλητική, εξωπραγματική ατμόσφαιρα. Οι πηγές τους, καθώς και τα χρώματα, είναι στην πραγματικότητα αδύνατο να υπάρχουν. Ωστόσο ο δημιουργός αδιαφορεί πλήρως γι΄αυτό. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αδιαφορεί για την αληθοφάνεια της εικόνας αδιαφορεί και για τη σεναριακή αληθοφάνεια. Τα πάντα θυσιάζονται στην ατμοσφαιρικότητα. Τα αποτελέσματα είναι συχνά εντυπωσιακά. Η εικόνα μπορεί να καθηλώσει. Η επιρροή του, σημειωτέον,  στο οπτικό στιλ του Αρτζέντο είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Στο στιλ αυτό προσθέστε και την διάχυτη σεξουαλικότητα - δίχως στην πραγματικότητα να βλέπουμε το παραμικρό - τα σέξι εσώρουχα, τα ημίγυμνα πτώματα... σχεδόν μπορούμε να μιλήσουμε για μια μπαρόκ, νοσηρή ατμόσφαιρα νεκροφιλίας.
Προσωπικά δεν είμαι φανατικός των giallo. Όσο ενδιαφέροντα και αν είναι τα οπτικά αποτελέσματα ενός Bava δεν παύουν να μου φαίνονται αστείες οι καταστάσεις - και ακόμα πιο αστείες οι ηθοποιίες. Ωστόσο στο σύνολό του πρόκειται για ενδιαφέρον κινηματογραφικό φαινόμενο, το οποίο μάλιστα διαθέτει φανατικούς οπαδούς. Θα σας πρότεινα να πάρετε μια γεύση, έστω κια δεν πάρετε το είδος πολύ στα σοβαρά. Η ταινία αυτή προσφέρεται.

Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2013

Η "ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ" ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Τι ακριβώς είναι η "Ατίθαση Καρδιά" (Wild at Heart) που γύρισε το 1990 ο τρομερός David Lynch; Road movie; Γκαγκστερική ταινία; Σκοτεινό νουάρ; Σουρεαλιστική κωμωδία; Ρομαντικό δράμα; Τίποτα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Και κάτι παραπάνω. Το παραπάνω βέβαια είναι η άμεσα αναγνωρίσιμη σουρεαλιστική, παρανοϊκή ίσως, οπτική του Lynch, που κάνει και τα πιο οικεία (κινηματογραφικά εννοώ) πράγματα να φαίνονται άγρια, σκοτεινά, νοσηρά, παράδοξα. Αυτό το χαρακτηριστικό άγγιγμά του, που μετατρέπει ακόμα και το πιο χιλιοειδωμένο στόρι σε ένα είδος κιτς εφιάλτη.
Ο άρτι αποφυλακισθείς Σέιλορ ξαναβρίσκει την αγαπημένη του Λούλα και, παραβιάζοντας την αναστολή του, φεύγει από την πολιτεία και μαζί τραβάνε για Καλιφόρνια. Ο δρόμος τους κάθε άλλο παρά "συνηθισμένος" είναι. Οι απίθανοι χαρακτήρες που συναντούν, σουρεαλιστικοί και παράξενοι, δεν αφήνουν κανέναν να πλήξει.... Στο μεταξύ η παρανοϊκή μητέρα της Λούνα προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει την κόρη της από την αγκαλιά του Σέιλορ και προσλαμβάνει έναν πληρωμένο δολοφόνο για να τον βγάλει από τη μέση, ενώ το παράφορα ερωτευμένο ζευγάρι συνεχίζει ανύποπτο τον παράξενο δρόμο του.
Όπως σε πολλές ταινίες του Lynch συχνά αναρωτιέσαι: Τώρα γιατί συνέβει αυτό; Γιατί ο συγκεκριμένος χαρακτήρας ξεστόμισε αυτή την ατάκα; Γιατί έκανε ό,τι έκανε; Και τι είναι αυτές οι αινιγματικές, δίχως ειρμό εικόνες που ξεπηδούν κάθε λίγο μπροστά στα μάτια μας; Ο Lynch μετατρέπει την καθημερινότητα σε έναν κόσμο ονείρου - ή μάλλον εφιάλτη. Αυτό είναι νομίζω το βασικό γνώρισμα του έργου του.
Εδώ πάντως θα μου επιτρέψετε να θεωρήσω σαν κύριο χαρακτηριστικό τις διαρκείς αναφορές στην κυρίαρχη αμερικάνικη μυθολογία και κουλτούρα. Φυσικά με μια ανεστραμένη οπτική, με έναν τρόπο που σκοτεινιάζει κάθε υποψία "αμερικάνικου ονείρου". Από το βασικό κιόλας στόρι που παραπέμπει σε ένα είδος Μπόνι και Κλάιντ, οι αναφορές που λέγαμε δεν σταματιούν. Ο "Μάγος του Οζ" είναι πανταχού παρόν, αφού οι δύο ήρωες μιλάν συνέχεια γι' αυτόν. Αλλά παρόν είναι και το ροκ και ο Έλβις Πρίσλεϊ, και το φιδίσιο σακάκι του Σέιλορ, που είναι αυτό που φορούσε ο Μάρλον Μπράντο στο "Fugitive Kid", και το κλασικό road movie με το αχανές αμερικάνικο τοπίο, τους δίχως τέλος δρόμους, και τα μεγάλα αμερικάνικα αυτοκίνητα, και τα μοτέλ στη μέση του πουθενά, και η ηλιόλουστη Καλιφορνια που αποτελεί τον τελικό στόχο για όλους, και οι γκάγκστερς, και το αμερικάνιο κιτς που περιβάλλει την μανιακή μάνα... Όλα βρίσκονται εδώ. Αλλά, το είπαμε. Ανεστραμένα. Παρανοϊκά. Σκοτεινά, τρομακτικά ενίοτε. Δίχως καμιά λογική.
Απολαυστικό και σοκαριστικό μερικές φορές, κωμικό και αιματοβαμένο ταυτόχρονα, παρανοϊκό και βαθιά ρομαντικό, το "Wild at Heart" αποτελεί νομίζω χαρακτηριστικότατη ταινία της "διεστραμένης" λυντσεϊκής ματιάς. Όχι, η Αμερική δεν είναι ακριβώς αυτό που έχουμε συνηθίσει από το Χόλιγουντ...

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2013

Η ADELE ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ

Έχουν γραφεί πολλά για τη "Ζωή της Αντέλ", την τολμηρή ταινία που γύρισε το 2013 ο πολύ καλός γαλλοτυνήσιος Abdellatif Kechiche, που παλιότερα είχε κάνει τα πολύ ενδιαφέροντα "Κους κους με Ψάρι" και "Μαύρη Αφροδίτη". Επειδή, φυσικά, αναφέρεται σε έναν παθιασμένο λεσβιακό έρωτα και, κυρίως, επειδή περιέχει δύο πολύ τολμηρές ερωτικές σκηνές. Βέβαια, θα πω εγώ, δύο σκηνές δεν είναι τίποτα μπροστά σε μια τρίωρη ταινία. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Η ιστορία είναι απλή. Η 15χρονη μαθήτρια Αντέλ νοιώθει ότι κάτι δεν την ικανοποιεί στις ερωτικές σχέσεις με συμμαθητές της. Όταν γνωρίζει την Εμά, μια φοιτήτρια της Καλών Τεχνών και δηλωμένη λεσβία, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και εκείνη δέχεται τον έρωτά της. Η υπόλοιπη ταινία περιγράφει τη ζωή της Αντέλ τα επόμενα χρόνια (αποφοίτηση, επαγγελματική ζωή και καθημερινότητα) με βασικό άξονα βεβαίως τη σχέση της με την Εμά.
Ο Κεσίς βέβαια είναι από τους δημιουργούς που υπηρετούν έναν απόλυτο ρεαλισμό. Οι ταινίες του δίνουν βάρος και στην πιο μικρή λεπτομέρεια και τελικά το αποτέλεσμα είναι μια απόλυτα πιστή αναπαράσταση αληθινών καταστάσεων. Στην "Αντέλ" οδηγεί το στιλ αυτό στην τελειότητα. Οι σκηνές είναι συνήθως μακρές, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας προσεγμένες στο έπακρο, οι ερμηνείες σωματικές, άμεσες. Γι' αυτό ακριβώς βρίσκω τις μακρές και ασυνήθιστα ρεαλιστικές για mainstream σινεμά ερωτικές σκηνές εναρμονισμένες με το όλο κλίμα του φιλμ. Όπως ακριβώς μια σκηνή πάρτι, μια σκηνή κλάματος, ένας καβγάς, κρατάνε σε μάκρος, στη φυσική τους σχεδόν διάρκεια, το ίδιο γίνεται και με το σεξ. Ταυτόχρονα ο Κεσίς μελετά τη σχέση αυτού που θεωρείται "απαγορευμένο" με το ανθρώπινο ένστικτο, το οποίο συχνά αντιδρά και πάει κόντρα στα "επιτρεπτά". Έτσι η απόλαυση της ζωής μπορεί κάλλιστα να εναντιώνεται στα κάθε λογής "πρέπει". Και είναι συχνά, όπως προανέφερα, ενστικτώδης, δεν αφήνει δηλαδή πολλά περιθώρια αντίστασης. Γι' αυτό άλλωστε τονίζεται το "κεραυνοβόλο" της έλξης των δύο κοριτσιών. Ετσι δείχνεται επίσης κάτι που όλοι ξέρουμε στο βάθος του μυαλού μας. αλλά συχνά δεν το σκεφτόμαστε: Ότι οι νόμοι του ανθρώπινου πόθου και της της ερωτικής επιθυμίας είναι ανεξέλεγκτοι και άναρχοι - άσχετα αν κάποιος θα "υποκύψει" σ' αυτούς ή θα επιλέξει μια επώδυνη εγκράτεια. Επίσης οι ταξικές διαφορές, στα γούστα, στην αντιμετώπιση της ερωτικής επιθυμίας, στην επαγγελματική ενασχόληση κλπ. υπογραμμίζονται διακριτικά και δείχνουν πώς το οικονομικό / ταξικό στοιχείο καθορίζει εν πολλοίς τον ανθρώπινο χαρακτήρα (η Αντέλ κατάγεται από λαϊκή οικογένεια, η Εμά από πιο πλούσια).
Θα παρατηρήσω επίσης κάτι πολύ σημαντικό για μένα: Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν πρόκειται για μια gay ταινία. Τι εννοώ μ' αυτό; Προφανώς στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ομοφυλόφιλο ζεύγος, κάντε όμως ένα πείραμα: Βάλτε στη θέση των δύο πρωταγωνιστριών ένα "κανονικό", ετεροφυλόφιλο ζεύγος. Θα δείτε έκπληκτοι ότι σχεδόν τίποτα στην ιστορία δεν θα αλλάξει κατά βάθος, αν εξαιρέσει κανείς δύο σκηνές στην αρχή, εκεί που οι συμμαθήτριες επιτίθενται λεκτικά στην Αντέλ, φωνάζοντάς τη "λεσβία" κι εκεί που δεν αποκαλύπτει στους γονείς τη σχέση της με την Εμά, λέγοντας ότι είναι τάχα απλή φίλη. Σε όλο το υπόλοιπο φιλμ (3ωρο, υπενθυμίζω) τα πάντα είναι φυσιολογικά, συμβαίνει ό,τι ακριβώς μπορεί να συμβεί σε ένα "κανονικο" ζευγάρι. Δεν βασίζεται σε κάποια απαγόρευση, στο φόβο της αποκάλυψης (όπως για παράδειγμα συνέβαινε στο "Broadback Mountain") ή σε κάτι παρόμοιο. Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση του όποιου ερωτικού πόθου ως κάτι απόλυτα κανονικό είναι που δίνει στην ταινία μια επιπλέον αξία.
Φυσικά θα επισημάνω κι εγώ την εξαιρετική ερμηνεία και των δύο κοριτσιών και κυρίως της εκπληκτικής Αντέλ Εξαρχόπουλος - από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες των πολλών τελευταίων ετών - και στο ότι προσωπικά η μεγάλη διάρκεια δεν με κούρασε. Δεν ξέρω αν συμφωνώ με τα 5 (!) αστεράκια που της έδωσαν αρκετοί κριτικοί, αλλά σίγουρα νομίζω ότι πρόκειται για πολύ σημαντική ταινία.
ΥΓ: Η ταινία βασίζεται σε ένα γαλλικό κόμικς της Ζιλί Μαρό.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2013

O DON JON ΚΑΙ Η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ



O Joseph Gordon-Levitt είναι γνωστός νέος ηθοποιός. Το 2013 όμως περνά πίσω από την κάμερα γυρίζοντας το «Don Jon”, λογοπαίγνιο βεβαίως με το «Δον Ζουάν» (το οποίο είναι και ο ελληνικός τίτλος του φιλμ).
Πρόκειται για μια αισθηματική κομεντί… με αρκετές ιδιαιτερότητες όμως. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, είναι πιτσιρικάς, ανώριμος, όχι ιδιαίτερα διανοούμενος… αυτό που λέμε ένα «λαϊκό παιδί». Πηγαίνει σε νυχτερινή τεχνική σχολή, αλλά το πάθος του είναι άλλο: Οι γυναίκες. Είναι άσσος στο να δημιουργεί σχέσεις της μιας νύχτας (άντε της μιας βδομάδας), ψαρεύοντας κοπέλες από τα κλαμπ. Και τα καταφέρνει μια χαρά. Έχει και δύο κολλητούς παρομοίων επιδόσεων, και το θέμα συζήτησής τους βέβαια είναι μόνο αυτό. Ναι, αλλά το αληθινό πάθος του, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι ακριβώς οι γυναίκες – ή, τέλος πάντων, οι αληθινές γυναίκες. Είναι το ιντερνετικό πορνό! Αυνανίζεται πολλές φορές κάθε μέρα, κι αυτό ανεξάρτητα με το αν κάνει αληθινό έρωτα (την ίδια μέρα) ή όχι. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να ανοίγει κρυφά το κομπιούτερ του ψάχνοντας για τσόντες μόλις αποκοιμηθεί η περιστασιακή σύντροφός του, με την οποία μόλις το έκανε! Μέχρι που γνωρίζει τη σούπερ γκόμενα Σκάρλετ Γιόχανσον και για πρώτη φορά στη ζωή του ερωτεύεται. Και πάλι όμως τα πράγματα δεν θα εξελιχτούν όπως τα περιμένετε.
Η ταινία διαθέτει αρκετή σεναριακή πρωτοτυπία για κομεντί. Για πρώτη φορά είδα μια μελέτη – ανάλαφρη έστω – για τον εθισμό στο πορνό. Και για πρώτη φορά άκουσα και μια ανάλυση (δια στόματος του ήρωα) για την ανωτερότητα του πορνό σε σχέση με το αληθινό σεξ. Σημειωτέον μάλιστα ότι οίδιος δεν έχει κανένα πρόβλημα να μιλά για το αληθινό του πάθος με τους φίλους του. Το πράγμα λοιπόν έχει αρκετό ενδιαφέρον, όταν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι η σχέση με την φοβερή Σκάρλετ δεν εξελίσσεται καθόλου όπως φαντάζεστε και υπάρχει και εκεί ανατροπή. Ωστόσο, παρά την πρωτοτυπία της, η ταινία δεν μου άρεσε και τόσο. Βλέπετε, παρά τα όσα σας είπα, βρήκα τελικά την κατάληξη κάπως «ξενέρωτη», αναμενόμενη. Μα καλά, θα μου πείτε, μόλις τώρα δεν σας μίλησα για την πρωτοτυπία της; Είναι παράξενο, αλλά η αναμενόμενη κατάληξη, η κοινοτοπία, εντοπίζεται στο ηθικό επίπεδο, όχι στο σεναριακό. Τελικά φεύγοντας είπα: «ΟΚ, για μία ακόμα φορά όλα πήγαν μια χαρά». Έστω και με όχι αναμενόμενο τρόπο. Κοινώς η ιδέα υπάρχει, αλλά ο Gordon-Levitt δεν την οδήγησε σε άκρα ή σε πραγματικά ανατρεπτικές λύσεις. Κατά βάθος λοιπον βρήκα το φιλμ συντηρητικό. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι δεν απογειώνεται – κατά τη γνώμη μου – ούτε σε χιουμοριστικό επίπεδο… Χμμμ…
Σίγουρα πάντως δεν το απορρίπτω εντελώς. Αξίζει για τις πρωτότυπες, φρέσκιες ιδέες που προανέφερα και για το ότι δεν το γυρίζει εντελώς στο ξενέρωτο ή τη φαρσοκωμωδία. Και, στο κάτω – κάτω, είναι η πρώτη (mainstream τουλάχιστον) ταινία που μιλά πολύ για ένα μάλλον απαγορευμένο θέμα: Τον απόλυτο εθισμό στην πορνογραφία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013

ΤΟ ΑΝΑΛΑΦΡΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΙ

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με λίδες λέξεις τον Patrice Leconte θα διάλεγα τις λέξεις "γλυκός", "ανάλαφρος", "χαριτωμένος". Και σχεδόν πάντοτε με χιούμορ, φυσικά. Όλα αυτά υπάρχουν σε υπέρτατο βαθμό στο "Κορίτσι της Γέφυρας" (Le Fille Sur le Ponte) του 1999. Πλην όμως, φοβάμαι ότι υπάρχουν μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Και είναι κακό αυτό; θα μου πείτε. Όχι ακριβώς. Αν όμως σε ένα φιλμ υπάρχει τόσο έκδηλη προσπάθεια να είναι μόνο αυτό, αν δηλαδή μιλάμε για μια ταινία παντελώς κενή περιεχομένου, ε, τότε έχω κάποιες αντιρρήσεις.
Η Βανέσα Παραντί (εκθαμβωτική εδώ) είναι μια αφελής κοπέλα, που παρασύρεται πολύ εύκολα από τους άντρες, οι οποίοι μετά την παρατάνε. Ενώ λοιπόν ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει πηδώντας από μια γέφυρα, σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν μεσήλικα άντρα που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί. Αυτός αποδεικνύεαται ότι είναι ζογκλέρ, απ' αυτούς που δουλεύουν σε τσίρκο και πετάνε μαχαίρια σε μια δεμένη κοπέλα. Φυσικά εκείνη θα δεχτεί να εξασκήσει το επικίνδυνο αυτό σπορ και θα γίνουν πετυχημένο ζευγάρι επί σκηνής, στη ζωή όμως τα πράγματα θα παραμείνουν σε μια σχέση συμπάθειας και μέχρις εκεί. Κάμποσα άλλα θα συμβούν  (η κοπέλα είναι πάντοτε επιρρεπής στους άντρες) μέχρι το λίγο-πολύ-όπως-το-περιμένουμε φινάλε.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει όμορφη, ασπρόμαυρη φωτογραφία και μια ακόμα πιο όμορφη Παραντί... και τίποτα άλλο. Νομίζω ότι εδώ ο Λεκόντ τραβά το χαριτωμένο στιλ του στα άκρα. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε μορφή αληθοφάνειας, δίχως όμως να γίνεται σουρεαλιστικός ή να μπαίνει στο χώρο του φανταστικού. Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε "περιεχόμενο" και παραμένει σε μια ευχάριστη και καλογυαλισμένη επιφάνεια ή/και στην προσπάθεια δημιουργίας στιλ (η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι νομίζω βασικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση). Παύει να ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε βαθύτερο ψάξιμο χαρακτήρων ή τόπων και γίνεται απλώς καρτποσταλικός (οι σκηνές στην Ιταλία, την Αθήνα - ναι, φαίνεται η Ακρόπολη - και στην Κωνσταντινούπολη είναι χαρακτηριστικά στερεοτυπικές και τουριστικές). Και στο τέλος σκάει απο το πουθενά κι ένας πέρα για πέρα "από μηχανής θεός" και όλα βαίνουν καλώς.
Ναι, φαντάζομαι ότι όλα αυτά γίνονται εν γνώσει του. Ότι ήθελε να φτιάξει κάτι που να είναι το άκρον άωτον του ανάλαφρου και του χαριτωμένου. Ωστοσο κατά τη γνώμη μου το παράκανε. Και, ναι, το είδα ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Απολύτως τίποτα άλλο. Επιτρέψτε μου να προτιμώ σαφώς αρκετές άλλες ταινίες του (από τον "Εραστή της Κομώτριας" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες" μέχρι τον "Άνθρωπο του Τρένου" και το "Tango")

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2013

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΡΕΖ ΝΤΕΚΕΡΟΥ

Η "Therese Desqueyroux" ήταν αρχικά μυθιστόρημα του Φρανσουά Μοριάκ. Το 1962 ο πολύ ενδιαφέρων γάλλος δημιουργός Georges Franju (1912-1987) το μεταφέρει στην οθόνη με εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου τρόπο. Στον ομώνυμο ρόλο η πολύ καλή Εμανουέλ Ριβά, νέα τότε και όμορφη, η ίδια Ριβά που απολαύσαμε, ηλικιωμένη πλέον, στην "Αγάπη" του Χάνεκε.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας ζωντανής, ανήσυχης και σκεπτόμενης κοπέλας από τη γαλική επαρχία. Οι γονείς της αποφασίζουν να την παντρέψουν για περιουσιακούς λόγους με τον αδιάφορο και βαρετό Μπερνάρ και η ζωή της θα γίνει ασφυκτική. Ώσπου εκείνη, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελευθερωθεί, αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Αποτυγχάνει όμως, και ο σύζυγος αρνείται να την μηνύσει για να μην προκληθεί σκάνδαλο. Αποφασίζει όμως να την φυλακίσει στο σπίτι... Από την αρχή ξέρουμε για την απόπειρα της Τερέζ και την "σικέ" αθώωσή της από το δικαστήριο. Το πώς έφτασε ως εκεί το βλέπουμε σε φλας - μπακ, ενώ το από εδώ και πέρα απασχολεί το δεύτερο μισό του φιλμ.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική. Νομίζω ότι σπάνια ο κινηματογράφος έχει αποτυπώσει με τόσο δυνατό τρόπο την μιζέρια και την πλήξη της επαρχίας, την υποκρισία της, τον υπέρτατο φόβο των επιφανών μελών της για το "τι θα πουν οι άλλοι". Συγχρόνως καταφέρνει με εξ ίσου θαυμάσιο τρόπο να φτιάξει το πορτρέτο της γεμάτης ζωή και ενδιαφέροντα κοπέλας, που θα "θαφτεί" στη μουντή και πνιγηρή ατμόσφαιρα του σπιτιού, των συγγενών, του χωριού. Στη συνέχει θα αποτυπώσει εξ ίσου σπαρακτικά την πορεία τής κάποτε τόσο φρέσκιας και ευαίσθητης ηρωίδας προς την αυτοκαταστροφή. Επίσης το θέμα του εγκλεισμού, της φυλάκισης, που φαίνεται να απασχολεί τον Φρανζύ και σε άλλα φιλμ του, εξετάζεται εδώ με τρόπο ανατριχιαστικό, όπως - κάπως στο περιθώριο - περνά και το θέμα της κάθε άλλο παρά αδέκαστης δικαιοσύνης.
Η ταινία, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία της και την έντονη αντίθεση της φύσης, της εξοχής που το περιβάλλουν με την ασφυκτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, κατάφερε να με παρασύρει. Κατάφερε να με κάνει να νοιώσω τα αδιέξοδα της ηρωίδας, ακόμα και την απελπισμένη, άδικη ίσως, απόφαση να σκοτώσει τον άντρα της (ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι ακριβώς "κακός". Είναι απλώς απόλυτα κομφορμιστής και συντηρητικός και, πάνω απ' όλα, αδυνατεί πραγματικά, ακόμα κι αν το προσπαθεί κάποιες στιγμές, να κατανοήσει το δράμα της γυναίκας του). Στην ταινία τέλος ενυπάρχουν και κάποιες νύξεις για έναν πρώιμο λεσβιακό - πλατωνικό πάντως - έρωτα της ηρωίδας προς μια αγαπημένη της φίλη, η οποία μάλιστα ζει για παρόμοιους λόγους με την πρωταγωνίστρια το δικό της δράμα.
Βρήκα την ταινία εξαιρετική, παρά τους αργούς ρυθμούς - τόσο ταιριαστούς ωστόσο στο κλίμα της. Τη θεωρώ μάλιστα ένα από τα σχετικά άγνωστα αριστουργήματα του κινηματογράφου.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 07, 2013

"Ο ΘΕΟΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙ". ΕΓΩ ΜΑΛΛΟΝ ΘΑ ΔΥΣΚΟΛΕΥΤΩ...

Θαύμασα τον δανό Nicolas Winding Refn στο "Driver", όπου κατάφερε να κάνει ένα ατμοσφαιρικό νεο -νουάρ (δυστυχώς δεν έχω δει τις παλιότερες ταινίες του, για τις οποίες ακούω καλά λόγια). Είδα λοιπόν με προσδοκίες στο "Μόνο ο Θεός Συγχωρεί" του 2013. Δυστυχώς απογοητεύτηκα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στη Μπανγκόγκ. Εκεί δύο αδέλφια αμερικανοί στήνουν μια επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών με προκάλυμα μια λέσχη πυγμαχίας. Ο ένας τους δολοφονεί μια πόρνη πάνω στον παροξυσμό του και τιμωρείται με το ίδιο νόμισμα από έναν παράξενο ταϊλανδό μπάτσο. Η αδίστακτη μητέρα τους καταφθάνει στην πόλη από την Αμερική και πιέζει τον εναπομείναντα να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του. Ο κύκλος του αίματος έχει ανοίξει για τα καλά...
Ο Refn, προσπαθώντας προφανώς να εντυπωσιάσει, στήνει μια ταινία όπου το βαρύτατο στυλιζάρισμα είναι το Α και το Ω της (και, φοβάμαι, και ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της). Υποβλητικοί, παράξενοι φωτισμοί, μυστηριώδης ατμόσφαιρα σχεδόν σε κάθε πλάνο, υπερβολικά αργοί ρυθμοί, για να τονίσουν ακριβώς αυτήν την πρωτοκαθεδρία της εικόνας, περίεργοι χαρακτήρες, με επί κεφαλής τον μπάτσο - εκδικητή... Ναι, η ατμόσφαιρα επιτυγχάνεται, νομίζω όμως ότι είναι παντελώς κενή περιεχομένου. Τα πάντα οδεύουν ολοταχώς προς την υπερβολή, προς το γκροτέσκο, και τελικά το φιλμ έφτασε να με κουράσει πολύ πριν το τέλος του.
Σίγουρα ο Refn προσπαθούσε να φτιάξει ένα απόλυτα cult φιλμ. Όπως είπα όμως, έφτιαξε κατά τη γνώμη μου μονάχα ένα φιλμ κουραστικό και άνευ λόγου ύπαρξης. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μέσα σ' αυτή τη "βαριά" ιστορία υπήρξαν στιγμές που μου προκάλεσαν ακόμα και γέλιο. Με πρώτες και καλύτερες τις σκηνές που ο μπάτσος, στα διαλείμματα της αιματηρής δουλειάς του, τραγουδά γλυκερά ταϊλανδέζικα τραγούδια σε καραόκε, ενώ οι υπόλοιποι υφιστάμενοί του μπάτσοι τον ακούνε ευλαβικά! Όσο για τα υπόλοιπα... θα επαναλάβω αυτό που είπα: Συμβαίνουν άνευ λόγου.
Ίσως η ταινία αρέσει σε κάποιους που λατρεύουν την εντυπωσιακή εικόνα (τους εντυπωσιακούς φωτισμούς για την ακρίβεια) και το αργό, τελετουργικό στοιχείο στην πλοκή, δίχως να ενδιαφέρονται καθόλου για το όποιο περιεχόμενο. Οι υπόλοιποι μάλλον θα πλήξουν. Πάντως, πέραν της απροσδόκητης παρουσίας της Κριστίν Σκοτ Τόμας στον ασυνήθιστο γι' αυτήν ρόλο της απόλυτης "σκύλας", θα επισημάνω ότι πρόκειται για ένα φιλμ στο οποίο δεν υπάρχει ούτε ένας θετικός χαρακτήρας. Ούτε ένας! Ναι, αυτό είναι αρκετά σπάνιο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 04, 2013

Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ "ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ"

Ο Μπορίς Βιάν, συγγραφέας, μουσικός και μερικά άλλα, γράφει τον "Αφρό των Ημερών" το 1947 και δημιουργεί ένα απόλυτα σουρεαλιστικό Παρίσι και έναν παράλληλο κόσμο γεμάτο εκπλήξεις, θαυμαστές ιδέες και απίστευτα συμβάντα, που κάπου μοιάζει με τον κόσμο που ξέρουμε και ταυτόχρονα βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτόν. Θυμάμαι πόσο είχα μεγευτεί όταν το είχα διαβάσει, πολλά χρόνια πριν. Μόλις τώρα έμαθα ότι το βιβλίο αυτό, που σε πρώτη ματιά φαίνεται αδύνατο να μεταφερθεί στο σινεμά, έχει ήδη γυριστεί δύο φορές! Το αγνοούσα, σύμφωνα όμως με αυτόν που το έγραψε (διότι εγώ προφανώς δεν έχω προσωπική άποψη) και οι δύο ήταν αποτυχημένες. Το 2013 ο γάλλος Michel Gondry τολμά να το επιχειρήσει και πάλι και με το παιχνιδιάρικο, ρομαντικό και σουρεαλιστικό στιλ που έχει, μοιάζει ο κατάλληλος άνθρωπος για το εγχείρημα.
Η ιστορία είναι απλή: Στο εναλλακτικό, μαγικό Παρίσι της ταινίας ένας νεαρός, που ζει με τον υπηρέτη / δικηγόρο και μάγειρά του και είναι εφευρέτης του... πιανοκοκτέιλ, ενός πιάνου που ανάλογα με τη μουσική που παίζεις σ' αυτό συνθέτει κοκτέιλ, ερωτεύεται μια κοπέλα. Ο έρωτάς τους είναι αμοιβαίος, υπέροχος και σύντομα οδηγεί σε γάμο. Όλα μοιάζουν τέλεια, μέχρι που η κοπέλα προσβάλλεται από μια παράξενη ασθένεια: Ένα λουλούδι μεγαλώνει στον πνεύμονά της και όλα γύρω, τα άψυχα αντικείμενα, το ίδιο το σπίτι, αρχίζουν να σκοτεινιάζουν και να μεταλλάσσονται προς το χειρότερο...
Το φιλμ (και το βιβλίο), εκτός από τον προφανή σουρεαλισμό του, είναι πλημμυρισμένο από ρομαντισμό και ταυτόχρονα σατιρίζει καυστικά το Παρίσι της εποχής, κάνοντας πλάκα με τον Σαρτρ, τη τζαζ που κυριαρχεί στο φιλμ (ο ίδιος ο Βιαν ήταν και τζαζ μουσικός) και άλλα. Και αποτελεί ένα οπτικό παραλλήρημα, καθώς ο Gondry εικονογραφεί συχνά με έξυπνο και αναπάντεχο τρόπο το παράδοξο σύμπαν του Βιαν, με τους χορούς που κάνουν τα πόδια να μακραίνουν, τα σπίτια που από τετράγωνα γίνονται στρογγυλά, το όχημα που κινείται πάνω σε ένα σύννεφο κλπ.
Εντάξει λοιπόν με την ευφάνταστη οπτική επιφάνεια. Παρά τα αρκετά εντυπωσιακά της στοιχεία όμως, δεν τη βρήκα καλή ταινία. Κάποια στιγμή ο καταιγισμός εικόνων με κούρασε, το σενάριο άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του και στο τέλος είχα μάλλον πλήξει - πράγμα παράδοξο με τόσες αναπάντεχες εικόνες - καθώς εύρισκα το όλο πράγμα ανούσιο. Συνολικά λοιπόν δεν μετάνοιωσα που την είδα, η ταινία αποτελεί ούτως ή άλλως ένα οπτικό παράδοξο, αλλά δεν την θεωρώ καλή. Νομίζω ότι κάπου ο Gondry το έχασε (πράγμα που νομίζω ότι του συμβαίνει συχνά, παρά την καλπάζουσα οπτική φαντασία του). Τελικά πείθομαι ότι αυτός εδώ ο "Αφρός" είναι όντως αδύνατο να μεταφερθεί στην οθόνη...


Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2013

Η ΕΜΜΑ ΜΠΛΑΝΚ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ

To 2009 ο δαιμόνιος ολλανδός Alex van Warmerdam γυρίζει τις "Τελευταίες Μέρες της Εμμα Μπλανκ" (De laatste dagen van Emma Blank) και πραγματοποιεί έτσι μια ακόμα σαρδόνια επίθεση ενάντια στο θεσμό της οικογένειας. 
Σε ένα απομονωμένο μεγάλο σπίτι κοντά στη θάλασσα η Έμμα Μπλανκ περιστοιχίζεται από υπηρέτες, που ο καθένας τους έχει κάποιο ρόλο στο σπίτι: Μπάτλερ, μαγείρισα, καθαρίστρια, "παιδί για όλες τις δουλειές" κλπ. Κάποιος απ' αυτούς παίζει ακόμα και το ρόλο του σκύλου της (ο "σκύλος, σημειωτέον, ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη)! Η Έμμα συμπεριφέρεται σ' αυτούς με πραγματικά άθλιο, εξοργιστικό τρόπο, σα να ήταν πράγματα. Οι παράλογες απαιτήσεις της γίνονται χειρότερες μέρα με τη μέρα. Εκείνοι δυσανασχετούν, αλλά κανείς δεν επαναστατεί εναντίον της, όπως θα ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Σύντομα μαθαίνουμε ότι η δεσποτική Έμμα πάσχει από ανίατη ασθένεια και στην ουσία ζει τις τελευταίες της μέρες, αλλά ακόμα κι έτσι παραμένει μυστήριο το πώς η απαράδεκτη συμπεριφορά της, που εξακολουθεί να χειροτερεύει, γίνεται ανεκτή. Ώσπου κάποια στιγμή αποκαλύπτεται... αλλά ας μη σας πω τι αποκαλύπτεται. Όσο για το τραγικό, κατάμαυρο τέλος, μας αφήνει με ένα σωρό πτώματα, όπως άλλωστε συνηθίζει να κάνει ο Warmerdam.
Το κλειδί για την κατανόηση των ταινιών του είναι το ότι όλα του τα φιλμ, όπως άλλωστε ο ίδιος έχει δηλώσει, είναι κατά βάθος κωμωδίες. Ζοφερές, με κατάμαυρο χιούμορ, με πτώματα, με δραματικές καταστάσεις, με μπόλικο σουρεαλισμό, αλλά κωμωδίες. Το πνεύμα του Μπουνουέλ δεν βρίσκεται καθόλου μακριά. Στην "Έμμα Μπλανκ", ας πούμε, γίνεται μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στο θεσμό της οικογένειας, που εδώ παρουσιάζεται ως μία καθε άλλο παρά "γεμάτη θαλπωρή φωλιά". Εδώ τα μέλη πασχίζουν να ξεσκίσουν το ένα τις σάρκες του άλλου, δεν διστάζουν να φτάσουν ακόμα και στο φόνο. Τα περιθώρια είναι πραγματικά ασφυκτικά. Καμιά χαρά, καμιά ζεστασιά δεν υπάρχει. Μόνο μίσος και συμφέρον.
Ίσως κάπως ενοχληθείτε από τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι πολύ, μην τρομάζετε). Και σίγουρα μην περιμένετε μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ κυριαρχεί ένα ύπουλο, κατάμαυρο όπως είπαμε χιούμορ, που συχνά αγγίζει τα όρια του παράλογου. Και σίγουρα δεν μιλάμε για μια mainstream ταινία. Γι' αυτό, όσοι έχετε συνηθίσει στις χολιγουντιανές συμβάσεις και μόνο σ' αυτές, μάλλον πρέπει να το αποφύγετε. Οι υπόλοιποι ελπίζω να το διασκεδάσετε (μέσα στη μαυρίλα του), όπως εγώ.

eXTReMe Tracker