Πέμπτη, Οκτωβρίου 31, 2013

"PRISONERS" ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΣΑΣΠΕΝΣ ΚΑΙ TIMING

O Denis Villeneuve είναι ο γαλόφωνος καναδός (εκ Κεμπέκ) που είχε γυρίσει το κάπως υπερβολικό "Μέσα από τις Φλόγες". Το 2013 όμως κάνει μια ταινία που προσωπικά μου άρεσε πολύ: Το "Prisoners".
Πρόκειται για ένα υποδειγματικό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Τη Μέρα των Ευχαριστιών οι μικρές κόρες δύο φιλικών οικογενειών απάγονται. Οι υποψίες πέφτουν σε έναν καθυστερημένο, που είχε παρκάρει το τροχόσπιτό του έξω από το σπίτι. Η αστυνομία τον συλλαμβάνει, αλλά δίχως αποδεικτικά στοιχεία τον αφήνει ελεύθερο. Τότε ο οξύθυμος και "άνθρωπος της δράσης" πατέρας της μιας οικογένειας αποφασίζει να αναλάβει δράση μόνος του.
Τα όσα ακολουθούν βρίσκονται πολύ μακριά από τις ταινίες με αυτόκλητους προστάτες που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και, συνήθως, "καθαρίζουν" ως ήρωες. Εδώ τα τραγικά (ή αν προτιμάτε εφιαλτικά) γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, οδηγώντας την κατάσταση σε ασφυκτικό αδιέξοδο και τις προσωπικές ζωές όλων όσων εμπλέκονται σε μια κόλαση. Βλέπετε, η αυτοδικία δεν είναι πάντοτε η καλύτερη λύση... Παράλληλα με όλα αυτά παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός ντετέκτιβ της αστυνομίας να διελευκάνει την υπόθεση.
Κανένας από τους δύο βασικούς χαρακτήρες δεν είναι τέλειος ή ηρωικός. Ο ίδιος ο ντετέκτιβ, ο οποίος εκπροσωπεί υποτίθεται το Καλό, είναι απόλυτα προβληματικός σαν άτομο, παρά τις επιτυχίες στη δουλειά του. Απόλυτα μοναχικός, "παντρεμένος" με τη δουλειά του, κλειστός χαρακτήρας, με εμμονές, με αδιευκρίνιστη (ή ίσως ανύπαρκτη) προσωπική ζωή... και ίσως και άλλα σκοτεινά σημεία. Το μόνιμο νευρικό τικ στα μάτια θα σας πείσει για τα προβλήματα που κουβαλά. Φυσικά και ο πατέρας κάθε άλλο παρά ηρωικός χαρακτήρας είναι. Ο παρορμητισμός του άλλωστε και η καταπιεσμένη οργή (ίσως στο χαρακτήρα αυτόν διακρίνουμε και κάποια κρυπτοφασιστικά χαρακτηριστικά) θα τον εμπλέξει σε έναν εφιαλτικό φαύλο κύκλο. Έτσι το φιλμ κοιτά και τον κοινωνικό περίγυρο και εξετάζει και το πρόβλημα της αυτοδικίας. Πολύ καλοί είναι στους βασικούς ρόλους τόσο ο ζέικ Γκίλενχαλ όσο και ο Χιου Τζάκμαν.
Ο χώρος όπου διαδραματίζονται όλα αυτά, κάποια αμερικάνικη πόλη, ξεχωρίζει για την ασχήμια του. Απρόσωπα σπίτια και τοπία, γκρίζο, χειμωνιάτικο κλίμα, παρατημένοι ή φριχτά κοινότοποι εσωτερικοί χώροι, και ολα αυτά να τονίζονται από τη μουντή και γκρίζα φωτογραφία, η οποία επιτείνει την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Είναι σαν όλα αυτά να συμβάλλουν σε ένα είδος διακριτικής κοινωνικής κριτικής, δίχως ποτέ να βλέπουμε ανοιχτά κάτι τέτοιο.
Εκτός πάντως όλων αυτών και πέρα από τις όποιες δεύτερες σκέψεις γεννά το φιλμ, το γεγονός είναι ότι διαθέτει άφθονο σασπένς και ότι το παρακολούθησα πραγματικά καθηλωμένος. Κάτι ανάμεσα στο "Zodiac" και τη "Σιωπή των Αμνών" (υιοθετώντας πάντως περισσότερο την αισθητική του πρώτου), είναι ένα από τα καλύτερα θρίλερ που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Όσο για τους "Prisoners" του τίτλου, σύντομα θα διαπιστώσετε ότι δεν αναφέρονται μόνο στα δύο παιδιά που έχουν απαχθεί, αλλά και σε αρκετούς άλλους γύρω τους...

Τρίτη, Οκτωβρίου 29, 2013

ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΑ ΚΑΛΟΣ κ. ΤΣΙΠΣ

Εκεί πίσω στα 1939 ο "παντός καιρού" σκηνοθέτης (όπως και πάμπολλοι άλλοι άλλωστε) Sam Wood (1883-1949) μαζί με τον Sidney Franklin (1893-1972) μεταφέρουν στην οθόνη το βιβλίο του James Hilton "Goodbye, Mr Chips". Η ταινία γίνεται μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται για μια ιστορία που διαδραματίζεται σε εύρος 60 χρόνων και παρακολουθεί τη ζωή ενός καθηγητή λατινικών, από τη νεαρή του ηλικία, όταν πρωτοπαρουσιάζεται στο σχολείο αρρένων (όπου θα υπηρετήσει για όλη του τη ζωή) μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Παράλληλα με τη ζωή του περνάν και κάποια από τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη Μεγάλη Βρετανία. Ο βασικός ρόλος ερμηνεύεται από τον πολύ καλό Ρόμπερτ Ντόνατ, ενώ στο φιλμ κάνει την πρώτη της εμφάνιση η Greer Garson.
Η ταινία φοβάμαι ότι σήμερα δείχνει απόλυτα την ηλικία της. Κατά τη γνώμη μου το μεγάλο της πρόβλημα είναι η μονοδιάστατη οπτική της και μάλιστα σε πολλά επίπεδα:
Από τη μία υπάρχουν οι χαρακτήρες. Ε, λοιπόν, όλοι είναι "καλοί". Πάρα πολύ καλοί. Με πρώτο και καλύτερο βέβαια τον πρωταγωνιστή. Ο υπέροχος αυτός κ. Τσιπς, νεαρός καθηγητής αρχικά, μοναχικός μεσήλικας στη συνέχεια, με ένα σύντομο διάλειμμα γάμου και έρωτα στη ζωή του, γηραιός στη συνέχεια και στο τέλος, παραμένει πάντοτε υπέροχος. Ιδεαλιστής, απόλυτα δοσμένος στη δουλειά του, με βαθιά αγάπη στα παιδιά που διδάσκει, με χιούμορ όποτε χρειάζεται, είναι πάντοτε ένας "καλός άνθρωπος". Τίποτα δεν σκιάζει τη ζωή του, ποτέ δεν μπαίνει σε κάποιον πειρασμό, ποτέ δεν αμφιβάλλει ή δεν σκοντάφτει. Και φυσικά και στον έρωτα - που έρχεται κάπως αργά - είναι ιδανικός: Ρομαντικός, πιστός, αφοσιωμένος στη γυναίκα που αγαπά. Με λίγα λόγια τέλειος. Συγνώμη, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν στ' αλήθεια τέτοιοι ιδανικοί χαρακτήρες.
Από την άλλη πάλι υπάρχει το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό των κλειστών σχολείων - οικοτροφείων, τα οποία είναι αρρένων ή θηλέων μόνο (κάτι σαν τη σχολή του Χάρι Πότερ, αλλά με αγόρια μόνο στον "κ. Τσιπς"). Ε, λοιπόν αυτό το σύστημα παρουσιάζεται στο φιλμ ως τέλειο. Ακόμα κι αν υπάρχουν κάποιες ."άβολες" στιγμές, η αγάπη, η συνεργασία, η αμοιβαία κατανόηση καθηγητών - μαθητών είναι δεδομένη και πάντοτε το σύστημα λειτουργεί άψογα. Καμιά σκιά, καμιά σύγκρουση, κανένα σκοτεινό σημείο. Και, βέβαια, καμία σχέση με ταινίες με παρόμοιο θέμα όπως "Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών".
Αν εξαιρέσουμε όλη αυτή τη συσσωρευμένη αφέλεια, η ταινία περιέχει ορισμένες πραγματικά συγκινητικές στιγμές, οι οποίες πάντως μάλλον έρχονται σπάνια σε μια γενικά επίπεδη αφήγηση. Σας είπα: Είναι από τα παλιά φιλμ που προσωπικά θεωρώ μάλλον ξεπερασμένα και βαρετά.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2013

Ο "ΜΙΚΡΟΣ ΤΟΝΙ" ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΙΟ...

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε τον ολλανδό σκηνοθέτη . Εγώ τον έμαθα πρόσφατα και τον βρήκα πολύ ιδιάιτερο. Αν έπρεπε να τον συγκρίνουμε με κάποιον, θα λέγαμε ότι είναι ένας σύγχρονος απόγονος του Bunuel. Διαθέτει αρκετά στοιχεία σουρεαλισμού και, κυριως, μια ανατρεπτική και κοφτερή σάτιρα σύγχρονων καταστάσεων (που σχετίζονται με τη δυτική ευμάρεια και αφθονία) και κατάμαυρο συνήθως χιούμορ. Ένας από τους προσφιλείς του στόχους είναι η οικογένεια στην σύγχρονη, μοντέρνα μορφή της, η ολλανδική κυρίως. αλλά και η δυτική γενικότερα. Με διάφορους τρόπους την αποδομεί, την "πειράζει", την χλευάζει ενίοτε.
Το "Little Tony" (Kleine Teun) γυρίστηκε το 1998 και, όπως πάντοτε σχεδόν, στηρίζεται σε μια "κουφή" ιστορία. Σε απομονωμένο αγροτικό σπίτι στην απελπιστικά επίπεδη Ολλανδία ζει ένα άτεκνο ζευγάρι. Ο σύζυγος είναι αναλφάβητος και δεν έχει κανένα πρόβλημα μ' αυτό, η γυναίκα του όμως, που αναγκάζεται να του διαβάζει τους υπότιτλους στην τηλεόραση, ενοχλείται και αποφασίζει να προσλάβει μια δασκάλα γι' αυτόν. Η οποία τυγχάνει όμορφη, ο αγρότης την ερωτεύεται και, προς μεγάλη του σύγχιση, ενθαρύνεται από τη σύζυγο να προχωρήσουν οι σχέσεις τους, ώστε να ξεθυμάνει το πάθος τους και αυτός να ξαναγυρίσει κοντά της. Κι οχι μόνο αυτό: Τον προτρέπει να κάνει και παιδί μαζί της, αφού οι ίδιοι δεν μπορούν. Από εκεί και πέρα ξεκινά σειρά από εξωφρενικές καταστάσεις, που θα καταλήξουν σε σκοτεινό και μαύρο τέλος.
Οι τραβηγμένες φάσεις (επίτηδες φυσικά) δίνουν και παίρνουν. Το χιούμορ, όπως είπαμε, είναι μαύρο και θα καταλήξει σε φόνους (προσφιλές τέλος για τον Warmerdam). Στο μεταξύ ο σαρδόνιος δημιουργός έχει προλάβει να ανατρέψει πολλά απ' όσα ξέρουμε και πιστεύουμε για τον θεσμό της οικογένειας, έχει καταφέρει να μας διασκεδάσει και να μας ενοχλήσει ταυτόχρονα και, γενικά, να σκάψει τα θεμέλια αρκετών δεδομένων. Όχι, η οικογένεια στην ταινία αυτή δεν είναι όπως θα νομίζατε! Σημειώνω επίση τον κυρίαρχο ρόλο που παίζει το βαρετό ολλανδικό τοπίο στην ταινία (όπως και σε άλλες δικές του). Ναι, η ευμάρεια κυριαρχεί, πλην όμως...
Οι ρυθμοί είναι μάλλον αργοί, δεν υπάρχει γρήγορο μοντάζ και οι (σουρεαλιστικές μερικές φορές) καταστάσεις χτίζονται σταδιακά. Ανεξάρτητα απ' αυτά η ταινία με διασκέδασε με έναν διεστραμένο τρόπο, πράγμα που συμβαίνει με όλες του ολλανδού δημιουργού. Την συστήνω σαν μια εισαγωγή στο έργο του. Αν σας κουράσει ή σας ενοχλήσει αφείστε τον. Αν σας διασκεδάσει όμως, ψάξτε και τις υπόλοιπες, που κινούνται στο ίδιο κλίμα. Προσεχώς θα γράψω και για μερικές άλλες απ' αυτές.
ΥΓ: Ο βασικός ρόλος ερμηνεύεται από τον ίδιο το σκηνοθέτη, ο οποίος παίζει στις περισσότερες ταινίες του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2013

J.A.C.E.: ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ...

Ο Μενάλαος Καραμαγκιώλης είναι αυτός που πίσω στα 1989 είχε κάνει το καλό ντοκιμαντέρ "Rom", ενώ το 1998 μας προσγείωσε ανώμαλα με το ανεκδιήγητο (πλην όμως υπερπαραγωγή) "Black Out". Πολύ φοβάμαι ότι το "J.A.C.E." του 2011 βρίσκεται πολύ κοντά στο τελευταίο.
Με ένα σενάριο που θέλει έναν μικρό αλβανό να γίνεται μάρτυρας της σφαγής της οικογένειάς του από αλβανούς μαφιόζους, να ξεφεύγει στην Ελλάδα και να μεγαλώνει βωβός, περνώντας κυριολεκτικά από σαράντα κύματα, είναι σα να προσπαθεί να τα πει όλα με μιας και, τελικά, να μην του βγαίνει τίποτα. Ο ενήλικος πλέον ήρωάς μας χάνει το νεφρό του, μπλέκεται με κυκλώματα πορνείας, αντρικής και γυναικείας, ερωτεύεται μια γυναίκα που τα έχει με τον "αρχικακό", γνωρίζει καλούς και κακούς μπάτσους, ξανασυναντά την παιδική του φίλη με την οποία είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν, η οποία, σημειωτέον, τα έχει με άλλον πολύ κακό τύπο, γίνεται φίλος με ένα τραβεστί, κατηγορείται για δολοφονία που δεν έκανε... για να σας πω μόνο μερικά από όσα συμβαίνουν στον ταλαίπωρο αυτόν σύγχρονο Όλιβερ Τουίστ (όπως ο ίδιος ο δημιουργός τον έχει αποκαλέσει) και τελικά, όταν πλησιάζουμε στο τέλος (είναι και κοντά δυόμιση ώρες) είσαι σίγουρος ότι όπου νά'ναι θα βγει και κανένα ζόμπι ή κανένας εξωγήινος, που μέχρι τώρα ξέχασε να χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης. Το κακό είναι ότι όλος αυτός ο αχταρμάς δεν κατάφερε καν να με συγκινήσει, να με κάνει να ταυτιστώ με τον βασανισμένο ήρωα. Α, να μη ξεχάσω και τις εκατόμβες νεκρών που συσσωρεύονται σε όλη τη διάρκεια του φιλμ...
Πραγματικά το σενάριο είναι ανεκδιήγητο, με πλήθος από σεναριακές ευκολίες και συμπτώσεις, ενώ όλα μοιάζουν να γίνονται στους ίδιους πάντα χώρους ενώ τα χρόνια περνούν. Πολύ κρίμα! Και λέω πολύ κρίμα επειδή ο Καραμαγκιώλης είναι ένας πολύ ικανός σκηνοθέτης. Είναι αυτό που λέμε "ξέρει σινεμά". Το γύρισμά του είναι συχνά εντυπωσιακό, η αφήγηση κοφτή, μερικές από τις εικόνες ωραίες και γενικά νομίζω ότι σκηνοθετικά δεν έχει κάτι να ζηλέψει από αρκετούς χολιγουντιανούς συναδέλφους του. Το κακό όμως είναι αυτή η ακατάσχετη σεναριακή φλυαρία (κι ας είναι μουγγός ο ήρωας), οι απιθανότητες, οι τραβηγμένες απο τα μαλιά καταστάσεις. Αν κάποτε αποφάσιζε να αφηγηθεί μια πιο στρωτή, μεστή και "συμμαζεμένη" ιστορία, ίσως να βλέπαμε μια πολύ καλή ελληνική ταινία. Ξέρετε, η θέληση να καταγγείλεις καμιά εκατοστή κακώς κείμενα (παράνομη μεταμόσχευση οργάνων, trafficking, μαφίες, παιδική εκμετάλλευση, διαφθορά στην αστυνομία και κάμποσα ακόμα) δεν είναι σε καμιά περίπτωση αρκετή για να βγει μια καλή ταινία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 24, 2013

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ "ΠΑΡΕΛΘΟΝ"

Να λοιπόν που "από το πουθενά" ο ιρανός Ashgar Farhadi αποδεικνύει ότι είναι ένας από τους 5-6 σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Με "Το Παρελθόν" του 2013 κάνει την τρίτη εξαιρετική ταινία του στη σειρά (οι προηγούμενες ήταν τα "Τι Απέγινε η Έλι" και "Ένας Χωρισμός") - από αυτές έχω δει εγώ, γιατί μαθαίνω ότι και παλιότερές του ήταν πολύ καλές
Όπως και στο "Χωρισμό" η ιστορία βασίζεται σ' ένα προσυμφωνημένο διαζύγιο. Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στη Γαλλία και όχι στο Ιράν, όπου γυρίστηκε και το φιλμ. Ο ήρωας επιστρέφει στο Παρίσι μετά 4 χρόνια για να υπογράψει τα χαρτιά διαζυγίου με τη γαλίδα γυναίκα του, που ετοιμάζεται να παντρευτεί τον εραστή της, ενώ και οι δύο έχουν παιδιά από άλλους γάμους. Το παρελθόν όμως, πολύπλοκο και αναπάντεχο, δεν θα αφήσει τίποτα να πάει ομαλά.
Η ταινία διαθέτει πολλά επίπεδ και μιλά ταυτόχρονα για πολλά πράγματα. Για τις ανθρώπινες σχέσεις, την αλλοτρίωση και τη φθορά τους, για τις διαφυλετικές σχέσεις και τις δυσκολίες τους, για τα παιδιά και το πώς βιώνουν τη διάλυση των οικογενειών τους, για τη δύναμη του παρελθόντος, που δεν αποσύρει ποτέ τη σκιά του από το παρόν, για τις σύγχρονες ψυχασθένειες και ανασφάλειες, απόρροια ενός ασφυκτικού και ανασφαλούς παρόντος... και για άλλα που μου έρχονται στο νου κάθε φορά που σκέφτομαι το φιλμ.
Φυσικά πρόκειται για ρεαλιστική ταινία, απ' αυτές που περιγράφουν αριστοτεχνικά την πραγματικότητα. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Μπορεί να βαριέστε τον ρεαλισμό, μπορεί να νομίζετε ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Εδώ όμως έγκειται η ιδιαιτερότητα και η ιδιοφυία του Farhadi : Όπως και οι προηγούμενες δουλειές του - κι ίσως εδώ ακόμα περισσότερο - έτσι κι αυτή είναι διαπραγματευμένη με έναν τρόπο που θυμίζει θρίλερ. Σε επίπεδο σεναρίου βεβαίως, αφού σαν εικόνα μιλάμε για ένα είδος ταινίας δωματίου. Τι εννοώ θρίλερ; Εννοώ ότι τίποτα δεν είναι γνωστό από την αρχή για το παρελθόν των ηρώων. Όσο προχωρά το φιλμ, όλο και περισσότερες αποκαλύψεις γίνονται, συμπληρώνοντας τα κομάτια ενός πολύπλοκου παζλ. Κι όχι μόνο αποκαλύψεις! Κάθε μία απ' αυτές αποτελεί και μία απροσδόκητη ανατροπή. Έτσι ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) βρίσκεται να παρακολουθεί μια κοινωνική ταινία κυριολεκτικά με κομένη την ανάσα, όπως θα παρακολουθούσε ένα αστυνομικό φιλμ, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί και τι απ' όσα αποκαλύπτονται είναι αλήθεια ή έστω συμβάλλουν στην αποκάλυψη της ολοκληρωμένης αλήθειας. Ιδιοφυές! Η ίδια η δομή του σεναρίου είναι ανορθόδοξη, αφού στο πρώτο μέρος ο διαζευγμένος σύζυγος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, για να περάσει στη συνέχεια σταδιακά σε δεύτερο επίπεδο, ενώ σε βασικό χαρακτήρα "προβιβάζεται" ο εραστής και μέλλων σύζυγος, ο οποίος μέχρι τότε ελάχιστα είχε φανεί.
Θα μπορούσα να πω κι άλλα για το φιλμ, για τη βαθύτατη γνώση ψυχολογίας του δημιουργού, για τα ολοκληρωμένα πορτρέτα των ηρώων κλπ. Αλλά είμαι σίγουρος ότι πολλά θα τα ανακαλύψετε εσείς. Για μένα η ταινία έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση της στις καλύτερες 10 της σεζόν που διανύουμε.
.

Κυριακή, Οκτωβρίου 20, 2013

ΑΝΘΡΩΠΟΣ + ΜΗΧΑΝΗ = TETSUO

Βρισκόμαστε στα 1989, όταν σαν βόμβα πέφτει στα κινηματογραφικά πράγματα το γιαπωνέζικο, ανορθόδοξο "Tetsuo" του Shin'ya Tsukamoto, μια ασπρόμαυρη ταινία που δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχετε δει. Πριν γράψω οτιδήποτε, προειδοποιώ ότι το φιλμ είναι για πολύ λίγους, όχι μόνο λόγω των βίαιων, σπλάτερ σκηνών που περιέχει, αλλά και επειδή βρίσκεται στα όρια του πειραματικού σινεμά.
Κάποιος (παρανοϊκός; δεν θα μάθουμε ποτέ τίποτα γι' αυτόν) χώνει στο σώμα του μεταλικά κομάτια (βίδες, σίδερα κλπ.). Σκοτώνεται (;) από έναν υπάλληλο, ο οποίος στη συνέχεια "κολλά" μια παρόμοια ασθένεια: Μέρη του σώματός του μετατρέπονται σε μεταλικά εξαρτήματα, που ξεπετιούνται από παντού ανεξέλεγκτα. Όλο και μεγαλύτερο μέρος του κορμιού του "καταλαμβάνεται" από μέταλλο. Κάποια στιγμή συγκρούεται με τον αρχικό χαρακτήρα, ο οποίος προφανώς δεν έχει πεθάνει, και τελικά οι δυο τους ενώνονται δημιουργώντας ένα γιγάντιο μεταλικό τέρας.
Αυτά σε γενικές γραμμές, αν μπορείτε να κατανοήσετε κάτι. Βλέπετε, στο φιλμ τίποτα απολύτως δεν εξηγείται, ποτέ δεν μαθαίνουμε την προέλευση ή το background των χαρακτήρων ούτε τα όποια κίνητρά τους. Αυτό που κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος είναι ένας διαρκής φετιχισμός για το μέταλλο, το scrap, τα μεταλικά εξαρτήματα κάθε είδους (όπως. π.χ. ένα πέος - γιγάντια βίδα). Όλο αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ώς ένα αρωστημένο όνειρο ή ως ένα είδος προειδοποίησης για την επικείμενη ένωση ανθρώπου και μηχανής ή για την άλωση του ανθρώπου από τη μηχανή ή για το χάσιμο της ψυχής καθώς μετατρέπεται σε μηχανικό, ανεξέλεγκτο cyborg ή, τέλος πάντων, δώστε εσείς όποια άλλη ερμηνεία θέλετε, αν πρέπει να δώσετε ντε και καλά κάποια ερμηνεία. Διότι πιθανόν το φιλμ να μην αποσκοπεί σε τίποτα άλλο από την ικανοποίηση ενός νοσηρού φετιχισμού που αποβλέπει στη μηχανοποίηση του ανθρώπινου σώματος.
Όλα αυτά είναι δοσμένα με έναν πραγματικά σαλταρισμένο τρόπο. Ο λόγος είναι ελάχιστος, είναι σα να παρακολουθούμε μια βουβή ταινία. Ωστόσο το φιλμ είναι πλημυρισμένο από εκκωφαντική, κυριολεκτικά "βιομηχανική" μουσική, τόσο, που μοιάζει με ένα τεράστιο σε διάρκεια βιντεοκλίπ. Τα (αηδή πολλές φορές) εφέ είναι εντυπωσιακά και ο φετιχισμός για το μέταλλο εμφανής, καθώς υπάρχουν πολλά αφηρημένα πλάνα που δείχνουν απλώς σωρούς από μέταλλα, καλώδια, scrap, που κινούνται από μόνα τους.
Σαλταρισμένο βιντεοκλίπ; Πειραματικό σινεμά; Άσκηση ύφους δίχως περιεχόμενο; Προειδοποίηση ή πόθος για την ένωση ανθρώπου - μηχανής; Χαρακτηρείστε το όπως θέλετε. Σίγουρα όμως δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχετε δει και απευθύνετε (το ξαναείπα) σε λίγους. Κατατάξτε το (αν πρέπει) στην κατηγορία που κατατάσσονται παράδοξες ταινίες όπως το "Eraserhead" και... καλό κουράγιο. Η ευθύνη δική σας.

Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2013

"ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ" : ΟΤΑΝ ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΙΚΟ

Πολλοί θεωρούν το "The Searchers" ("Η Αιχμάλωτη της Ερήμου") που γύρισε ο John Ford (1894-1973) το 1956 ως το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών. Μερικοί φτάνουν να το θεωρούν ίσως και την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Μου είναι αδύνατο να αποφανθώ για "την καλύτερη ταινία" ή "το καλύτερο γουέστερν", σίγουρα όμως μιλάμε για ένα αριστούργημα.
Ο Τζον Γουέιν είναι ο μοναχικός βετεράνος του εμφυλίου πολέμου που επιστρέφει στο ράντσο της οικογένειάς του για να μείνει εκεί. Ο αδελφός του έχει παντρευτεί τη γυναίκα που κάποτε αγαπούσε - και που μάλλον εκείνη τον αγαπά ακόμα. Η οικογενειακή γαλήνη όμως θα διακοπεί βίαια από μια επιδρομή ινδιάνων που θα σκοτώσει όσα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν στο ράντσο και θα απαγάγει την Ντέμπι, την ανιψιά του ήρωα. Τότε αυτός και ο νεαρός Μάρτιν (που έχει κατά το 1/8 ινδιάνικο αίμα) θα ξεκινήσουν μια αναζήτηση που θα κρατήσει χρόνια, ψάχνοντας να βρουν τον ινδιάνο αρχηγό της επιδρομής και την κοπέλα. Μόνο που δεν είναι καθόλου σίγουρο αν ο ήρωάς μας επιθυμεί να τη σώσει ή να τη σκοτώσει επειδή έχει "ατιμαστεί από τους άγριους"...
Δεν ξέρω αν είναι το πρώτο (σίγουρα ένα από τα πρώτα πάντως) γουέστερν που απομυθοποιεί το γουέστερν. Το τόσο διαδεδομένο κάποτε αυτό είδος ήταν πάνω απ' όλα ηρωικό. Οι καουμπόις ήταν γενναίοι, σκότωναν "βάρβαρους ινδιάνους" ή κακούς κάθε είδους και τα φιλμ αποτελούσαν έναν ύμνο στην αμερικάνικη εποποία της κατάκτησης της Άγριας Δύσης. Εδώ όμως δείχνεται η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων. Βλέπετε, ο ηρωικός και τίμιος κατά τα άλλα Ίθαν (ο πρωταγωνιστής) είναι ένας απόλυτος ρατσιστής. Το μίσος του για τους ινδιάνους είναι τόσο τυφλό, που θέλει να σκοτώσει ακόμα και την αθώα ανιψια του επειδή - έστω και ακούσια - έχει γίνει γυναίκα του φύλαρχου. Πάνω απ' όλα η φυλετική καθαρότητα των λευκών. Μήπως αυτό θυμίζει σγχρονες απεχθείς πρακτικές φανατικών ισλαμιστών που καταδικάζουν μια κοπέλα επειδή... βιάστηκε; Άλλωστε ο ρατσισμός του φαίνεται ακόμα και σε μια από τις πρώτες σκηνές, πριν ξεσπάσει το δράμα, όταν συναντά μετά από χρόνια τον μιγά (κατά το 1/8 όπως είπαμε) Μάρτιν και του κάνει μια δεικτική παρατήρηση για το πόσο μοιάζει με ινδιάνο τώρα που μεγάλωσε...
Ο ίδιος ο ψυχισμός του ήρωα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Πόσο υγιής είναι κάποιος που απαρνιέται τα πάντα και ζει επί χρόνια σα νομάδας μόνο για να δώσει διέξοδο στον τυφλό του φανατισμό; Κάποιος που είναι τόσο δοσμένος στις φοβερές εμμονές του; Άλλωστε και η μέχρι τέλους μοναχικότητά του συνηγορεί σ' αυτό. Ο ρεαλισμός στα "κατορθώματα" του ήρωα απομυθοποιεί κι άλλο τον τυπικό "καλό" πρωταγωνιστή των συνηθισμένων γουέστερν, ενώ το όλο κλίμα του φιλμ είναι πικρό και σκοτεινό..
Η σκηνοθεσία του Φορντ είναι υποδειγματική και χαρακτηρίζεται από λιτότητα. Και πάλι εκμεταλλεύεται στο έπακρο το άγριο, ερημικό τοπίο του Ουέστ που μοιάζει να κυριαρχεί σε αρκετές σκηνές, τη γυμνή έρημο με τους επιβλητικούς κάθετους βράχους, το απόκοσμο περιβάλλον. Κινηματογραφεί βασικές σκηνές μέσα από πόρτε και ανοίγματα κάθε είδους, είτε όταν οι ήρωες μπαίνουν είτε όταν βγαίνουν από κάποιο χώρο, σα να τονίζει τον κλειστό χαρακτήρα τους.
Αυτά είναι λίγες μόνο από τις παρατηρήσεις μου. Θα μπορούσαν να έχουν (και έχουν βεβαίως) γραφτεί δεκάδες σελίδες για την ταινία. Αλλά κι εσείς μπορείτε να επισημάνετε άλλες αρετές της. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της αθωότητας των γουέστερν, αλλά και στο τέλος του "ηρωικού" παρελθόντος του αμερικάνικου θαύματος. Οπότε είτε μιλώντας κινηματογραφικά είτε σεναριακά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ταινία ως αριστούργημα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 17, 2013

Η ΗΡΩΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΛΟΡΙΑ

Μια γυναίκα που αγγίζει τα 60 ζει μια συνηθισμένη ζωή στο Σαντιάγκο της Χιλής. Ακούγεται μάλλον πληκτικό. Κι όμως όχι. Ο κινηματογράφος έχει τη δύναμη να απογειώνει ακόμα και την πιο κοινότοπη καθημερινότητα.
Αυτές είναι οι σκέψεις που έκανα όταν είδα τη "Gloria", χιλιανή ταινία του 2013 του Sebastian Lelio. Ποια είναι η μεγάλη αρετή της ταινίας; Η προσωπικότητα της ηρωίδας, που τόσο καλά σκιαγραφείται. Και η αισιοδοξία που αποπνέει. Μπορεί η Γκλόρια να είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, με συνηθισμένα γούστα και μπανάλ καθημερινότητα. Είναι όμως η εσωτερική της δύναμη που την κάνει να ξεχωρίζει. Βλέπετε, μπορεί να βρίσκεται στις παρυφές της "απόσυρσης", αλλά βιώνει τη ζωή σαν νέος άνθρωπος. Δίχως να σκέπτεται την ηλικία της. Την κοινότοπη ζωή, επαναλαμβάνω. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Η συνηθισμένη όμως ζωή της σχεδόν 60άρας δεν διαφέρει σε τίποτα σχεδόν από τη ζωή μιας συνηθισμένης 35άρας. Εκεί έγκειται η δύναμή της.
Η Γκλορια είναι χωρισμένη, έχει δύο μεγάλα παιδιά που έχουν τις δικές τους ζωές και έχουν προ πολλού φύγει από το σπίτι, εργάζεται, τραγουδά με κέφι σουξέ της εποχής όταν οδηγεί, και τις νύχτες πάει σε κλαμπ για όριμους και χορεύει με κέφι. Μόνη της. Εκεί θα γνωρίσει έναν 65άρη, συνταξιούχο φυσικά, και σύντομα ένας έρωτας θα γεννηθεί. Κανονικός, όπως ακριβώς των νεότερων. Με το ρομαντισμό του, το σεξ, το πάθος, τις κοινές διακοπές (σύντομες, όπως θα δείτε). Μονο που ο κύριος αυτός έχει μια παράξενη εξάρτηση από την πρώην γυναίκα του και την κόρη του. Τι θα κάνει η Γκλόρια όταν "ο κόμπος φτάσει στο χτένι"; Ό,τι ακριβώς θα έκανε μια πολύ νεότερη γυναίκα. Σίγουρα πάντως δεν θα ανιδράσει με συμβιβαστικό τρόπο, "ανάλογο", υποτίθεται, "της ηλικίας της".
Η ταινία αποτελεί ένα απολαυστικό πορτρέτο μια δυνατής γυναίκας, έναν ύμνο στη ζωή, και γίνεται ακόμα καλύτερη χάρη στην εξαιρετική ερμηνεία της Παουλίνα Γκαρσία. Το διακριτικό χιούμορ εναλλάσσεται με κομψό τρόπο με την εξ ίσου διακριτική συγκίνηση και τη μελαγχολία. Το όλο πράγμα όμως αποπνέει μια δυνατή αίσθηση αισιοδοξίας και σου αφήνει ένα χαμόγελο στα χείλη. Στο τελευταίο συμβάλλει και το δυνατό τέλος, με το απόλυτο άφημα της Γκλόρια, το θριαμβευτικό ξέδομά της με τον χορό. Ταυτόχρονα μιλά για την αλλοτρίωση του μέσου ανθρώπου της πόλης και ρίχνει και κλεφτές ματιές στην κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, με τα οικονομικά προβλήματα, τις διαδηλώσεις κλπ.
Δυνατή ταινία, που σου αφήνει μια όμορφη, γλυκόπικρη γεύση, πάνω απ' όλα όμως, όπως ξαναείπα, αισιόδοξη. Και μάλιστα δίχως τη χρήση βαρετών χάπι εντ. Μπράβο. Άλλωστε, ποιος είπε ότι η ζωή τελείώνει κάπου στα 40;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 16, 2013

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΣΑΡΛΟ

Το μακρινό 1928 ο Charlie Chaplin (1889-1977), ήδη σούπερ σταρ φυσικά, είχε κιόλας - εκτός από τις πάμπολλες ταινιούλες μικρού μήκους - μερικές μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του, ενώ ο χαρακτηριστικός τύπος που επινόησε και καθιέρωσε, ο αλητάκος "Σαρλό", ήταν ήδη μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες στον κόσμο (τον "δυτικό" τουλάχιστον). Τότε λοιπόν γυρίζει το βουβό "Τσίρκο" (οι ταινίες με ήχο είχαν ήδη λανσαριστεί, αλλά ο  Chaplin άργησε πολύ να υιοθετήσει την καινοτομία αυτή).
Στο "Τσίρκο" ο συμπαθής άστεγος αλήτης βρίσκει δουλειά σ΄ ένα τσίρκο, όπου άθελά του κάνει  εξαιρετικά αστεία πράγματα και λατρεύεται από το κοινό. Γίνεται έτσι η βασική ατραξιόν, πράγμα που ο ίδιος αγνοεί. Παράλληλα ερωτεύεται την κόρη του σκληρού ιδιοκτήτη του τσίρκου, η οποία όμως, παρά τη συμπάθεια που του δείχνει, ερωτεύεται με τη σειρά της έναν ωραίο σχοινοβάτη.
Και εδώ θα βρούμε το κλασικό γνώρισμα των τσαπλινικών ταινιών, που έγκειται νομίζω στην εξαιρετική εναλλαγή γέλιου (συχνά ξεκαρδιστικού) και συγκίνησης. Οι δουλειές του μπορούν, ανάμεσα σε ακράτητα γέλια, να κάνουν να κυλήσει και ένα δάκρυ από τα μάτια σας. Η βασική του πηγή θα είναι συνήθως η διάχυτη μελαγχολία που αποπνέει αυτός ο αστείος κατά τα άλλα χαρακτήρας, μια μελαγχολία που προέρχεται περισσότερο από οπουδήποτε αλλού από τη μοναχικότητά του. Άλλωστε και στο "Τσίρκο" ο Τσάπλιν, όπως και σε άλλα φιλμ του, αποφεύγει το χάπι εντ. Αντίθετα θυσιάζεται για την αγαπημένη του - αν και εδώ, αντίθετα από άλλες ταινίες του, υπάρχει και ένα στοιχείο του στιλ "προτιμώ την ελευθερία μου από οποιαδήποτε δέσμευση".
Όπως και να το κάνουμε το φιλμ περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές στιγμές. Να θυμηθούμε την αστεία, αλλά και με σασπένς σκηνή της σκοινοβασίας με τις μαϊμούδες να τον παρενοχλούν, το κλασικό μπουγέλωμα με τον κλόουν και τον ιδιοκτήτη, τη σκηνή στο κλουβί με το λιοντάρι ή το μόνιμο και εντελώς σουρεαλιστικό κυνηγητό του ήρωα από ένα μουλάρι, που είναι μάλιστα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ; Ο ήρωας είναι όπως πάντα αξιοπρεπής παρά τη φτώχια του αλλά και πονηρός, ευκίνητος, ρομαντικός. Με λίγα λόγια αξιαγάπητος.με τον δικό του τρόπο. Περισσότερο θετικό όμως από οτιδήποτε άλλο είναι το γεγονός ότι κατά τη γνώμη μου το φιλμ παραμένει απολαυστικό παρά την ηλικία του. Τουλάχιστον εγώ το ευχαριστήθηκα απόλυτα. Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να μην πτοείσθε από την παλαιότητα. Πολλά από τα διαμάντια του σινεμά θα παραμένουν διαμάντια για πάντα.
ΥΓ: Για πολλούς το "Τσίρκο" δεν είναι από τις πολύ μεγάλες ταινίες του Τσάπλιν. Απολαυστική και αστεία όμως είναι σίγουρα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

ΟΙ ΗΡΩΕΣ (ΤΟΥ ΚΑΤΣ) ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟΨΕ

Παλιά, κάπου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70, ήκμαζε και στην Ευρώπη το κατς (τώρα έχει απομείνει μόνο στην Αμερική). Σωματώδεις μασκοφόροι με βαρύγδουπα ονόματα συγκρούονταν στο ριγκ με όλους τους πιθανούς τρόπους, ουσιαστικά δίχως κανόνες. Ο κόσμος συνέρρεε και τα στοιχήματα έδιναν κι έπαιρναν, παρά το ότι σχεδόν όλοι υποψιάζονταν ότι το όλο πράγμα ήταν στημένο και ουσιαστικά δεν επρόκειτο παρά για μια προμελετημένη σκηνογραφία εντυπωσιακών σκηνών πάλης.
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ο γάλλος David Perrault. Τη γύρισε το 2013 και λέγεται "Nos heros sont mort ce soir" (Οι Ήρωές μας πεθαίνουν Απόψε). Ένας μοναχικός διαζευγμένος φτάνει στο Παρίσι από τη Λεγεώνα των Ξένων και συναντά έναν φίλο του, παλαιστή του κατς, ο οποίος του προτείνει να γίνει κι αυτός το ίδιο. Εκείνος δέχεται και οι δυο τους θα αποτελέσουν ένα δίδυμο, "αντίπαλο" υποτίθεται, όπου ο ένας θα παίζει το ρόλο του κτηνώδους "κακού" και ο άλλος του γενναίου "καλού". Ώσπου θα αρχίσουν να μπλέκουν όλο και περισσότερο με τον υπόκοσμο που ελέγχει το κατς και τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο σοβαρά...
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό ασπρόμαυρο φιλμ με έντονο νουάρ κλίμα, που ταυτόχρονα αποτελεί ύμνο στην αντρική φιλία. Το Παρίσι που βλέπουμε στις εικόνες του είναι σα να έχει βγει από κάποια από τις πρώτες ταινίες της νουβέλ βαγκ, κάπου στις αρχές των 60ς.Αλλά το βασικό γνώρισμά της ταινίας είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Το νουάρ είναι πανταχού παρόν. Οι αναφορές συχνές, με αποκορύφωμα την (σχεδόν) τελευταία σκηνή με την πυρκαγιά, όπου βλέπουμε να καίγεται αργά το κέρινο ομοίωμα του Τζέιμς Κάγκνεϊ. Και φυσικά υπάρχουν και πολλές άλλες. Οι χαρακτήρες είναι παράξενοι, φτάνοντας συχνά μέχρι το γκροτέσκο, ενώ η δράση συγκρατημένη (υπάρχουν πολλοί διάλογοι), αφού το βάρος πεφτει στη δημιουργία ατμόσφαιρας και όχι σ' αυτή (τη δράση εννοώ). Εν τω μεταξύ οι κώδικες τιμής, η ισχυρή φιλία, οι παλιοί έρωτες, η νοσταλγία μιας άλλης εποχής, βρίσκονται όλα εδώ.
Ίσως η ταινία κουράσει μερικούς λόγω της έλλειψης έντονης δράσης και της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας. Προσωπικά μου άρεσε αρκετά και κατάφερε να με βάλει στο κλίμα της. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για κινηματογραφικό ντεμπούτο, να είστε σίγουροι ότι θα περιμένω τη συνέχεια.

Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2013

"NIGHTCOMERS" Ή "ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ" ΞΑΝΑ

Το κλασικό μυθιστόρημα του Henri James "Το Στρίψιμο της Βίδας" έχει εμπνεύσει πολλές κινηματογραφικές μεταφορές. Μια απ' αυτές έγινε το 1971 από τον Michael Winner (1935-1913) και λέγεται "The Nightcomers". Το ενδιαφέρον του φιλμ είναι ότι τον βασικό ρόλο ερμηνεύει ο Μάρλον Μπράντο.
Η ταινία αποτελεί ένα είδος prequel του βιβλίου, αφού υποτίθεται ότι αναπλάθει τα όσα συνέβησαν πρίν ξεκινήσει η γνωστή ιστορία..Σε έναν απομονωμένο πύργο δύο πλούσια παιδιά (αγόρι και κορίτσι), οι κληρονόμοι της περιουσίας αφού είναι ορφανά, εκπαιδεύονται από μια όμορφη δασκάλα, αλλά επηρεάζονται στα πάντα από τον ιρλανδό επιστάτη Πίτερ Κουίν, έναν αγροίκο, σαδιστή, αλλά και γοητευτικό ταυτόχρονα, τύπο, που διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τη δασκάλα. Τα παιδιά επηρεάζονται απόλυτα από τον Κουίν και αποκτούν κι αυτά ένα είδος διαστροφής και κακίας, ακόμα κι όταν δεν κατανοούν απόλυτα τι κάνουν, ενώ η πουριτανή ηλικιωμένη οικονόμος μάταια προσπαθεί να αντιδράσει.. Όλα αυτά βέβαια θα έχουν τραγική κατάληξη.
Φυσικά η καλύτερη μεταφορά του έργου στην οθόνη είχε ήδη γίνει το 1961 με το αριστουργηματικό "The Innocents" του Clayton. Λυπάμαι, αλλά οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Μπροστά στην παλιότερη ταινία, αυτή εδώ μοιάζει μάλλον μονοδιάστατη. Το διφορούμενο, το παιχνίδι ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, ο ταραγμένος ψυχισμός της ηρωίδας, έχουν χαθεί. Μιλάμε βέβαια για άλλη δασκάλα, ενώ ο νεκρός Κουίν του βιβλίου και της ταινίας του ΄61 είναι εδώ ο πρωταγωνιστής. Αλλά το μονοδιάστατο και σαφώς εξηγήσιμο στοιχείο παραμένει. Αν και βέβαια ο χαρακτήρας του Κουίν - Μπράντο είναι κι εδώ διφορούμενος, διαθέτοντας ταυτόχρονα μια διεστραμένη και μια γοητευτική πλευρά. Όσο για τον Winner (των μεταγενέστερων :"Death Wish"), μάλλον προσπαθεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή με κάποιες σκηνές σεξ. Ωστόσο δεν βρήκα ιδιαίτερα τρομαχτική ή ανησυχητική την όλη ατμόσφαιρα που δημιουργεί, η οποία ατμόσφαιρα είναι το κυρίαρχο στοιχείο όχι μόνο στους "Αθώους", αλλά σε πολλά άλλα σχετικά φιλμ.
Είδα με σχετικό ενδιαφέρον το ψυχολογικό αυτό θρίλερ, αλλά δεν το θεωρώ κάτι ιδιαίτερο, παρά το παράδοξο και "άρρωστο" στοιχείο που ενυπάρχει στην ιστορία. Ίσως η κρίση μου να ήταν καλύτερη αν δεν υπήρχαν οι εξαιρετικοί "πρόγονοί" του (βιβλίο και ταινία). Αλλά, εν πάσει περιπτώσει, δεν νομίζω ότι μιλάμε για κάτι πολύ σπουδαίο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2013

ΒΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ "ΔΗΘΕΝ" "ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ"

Ο Yann Gonzalez είναι ένας νέος γάλος σκηνοθέτης με μερικές μικρού μήκους στο ενεργητικό του. "Les Rencontres d'apres Minuit" (Συναντήσεις μετά τα Μεσάνυχτα) του 2013 είναι η πρώτη του μεγαλου μήκους ταινία. Και δυστυχώς δεν με έπεισε καθόλου.
Η ιδέα του φλύαρου αυτού φιλμ είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων, αντρών και γυναικών, προσκαλούνται στο σπίτι ενός ζευγαριού (και της τραβεστί υπηρέτριάς τους) για ένα μεταμεσονύχτιο όργιο. Ένας - ένας καταφτάνουν εκεί, ο καθένας αφηγείται την ιστορία του και το ζεύγος τη δική του. Όλα αυτά γίνονται σε μια μινιμαλιστική μεν, σαφώς φουτουριστική όμως ατμόσφαιρα, ενώ πολλές από τις ιστορίες (κυρίως η "κεντρική" του ζεύγους των οικοδεσποτών) είναι μεταφυσικές και κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Έτσι η ταινία κυλά αργά, με διαρκείς ποιητικούς - φιλοσοφικούς διαλόγους μέχρι σχεδόν το πρωί. Και, αν έχετε αυτή την περιέργεια, όχι, το όργιο δεν δείχνεται (ή δεν γίνεται) ποτέ.
Η ταινία είναι επηρεασμένη από το έργο του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, αλλά και από άλλους φιλόσοφους, ταυτόχρονα όμως διαπνέεται από έντονο ρομαντικό στοιχείο σχετικά με τον έρωτα - τον αιώνιο έρωτα σημειωτέον - και χρησιμοποιεί ένα είδος έντονου στυλιζαρίσματος στην εικόνα. Τα σκηνικά, οι πόζες και το παίξιμο των ηθοποιών, οι εικόνες με τους έντονα τεχνητούς φωτισμούς και τα εξ ίσου φανερά τεχνητά σκηνικά, εικόνες που παραπέμπουν σε λαϊκή μυθολογία ή στο θέατρο, συμβάλουν στο στυλιζάρισμα. Το όλο πράγμα θα μπορούσε να είναι μια θεατρική παράσταση. Στο μεταξύ όμως οι επίσης ψεύτικοι (επίτηδες φυσικά),  φιλοσοφικοί και ποιητικοί όπως είπαμε διάλογοι, μου φάνηκαν ιδιαίτερα κουραστικοί. Γενικά η όλη απόπειρα και αφόρητα βαρετή μου φάνηκε και κουραστική στην παρακολούθηση. Το μεταφυσικό στοιχείο δεν με έπεισε και η πεισιθανάτια ατμόσφαιρα μου φαινόταν ότι υπήρχε για να δώσει έμφαση σε όλο αυτό το "δήθεν".
Ίσως η ιδέα να είναι ενδιαφέρουσα και ίσως και πάλι ο νεαρός δημιουργός να κάνει καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Έτσι κι αλλιώς δείχνει ότι φαντασία και κάποια ιδιαιτερότητα διαθέτει, καθώς και ικανότητα στο να στήνει μερικές όμορφες εικόνες. Μακάρι να τα αξιοοπιήσει. Προς το παρόν μόνο να με κάνει να βαρεθώ κατάφερε.
ΥΓ1: Στο καστ περιλαμβάνεται ο παλιός ποδοσφαιριστής Ερίκ Καντονά (με υπερμεγέθες πέος, προφανώς ψεύτικο) και ο φτυστός κυριολεκτικά με τον πατέρα νεαρότατος γιος του Αλέν Ντελόν.
ΥΓ2: Για να σας δείξω πόσο υποκειμενικά είναι τα πράγματα και ότι, παρά τα όσο γράφω, καλό είναι να έχετε και προσωπική άποψη για οτιδήποτε, η ταινία κέρδισε το πρώτο βραβείο (δεν θυμάμαι αν ήταν σκηνοθεσίας ή καλύτερης ταινίας) στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2013, και μάλιστα από επιτροπή πολύ νέων ανθρώπων, φοιτητών κυρίως. Το σέβομαι απόλυτα, αλλά για μένα παραμένει μάλλον η χειρότερη ταινία απ' όσες είδα στις Νύχτες αυτές.

Τρίτη, Οκτωβρίου 08, 2013

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ "ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΙΤΙΑ"

O Nicholas Ray είναι - γενική παραδοχή - ένας από τους πολύ μεγάλους αμερικανούς σκηνοθέτες. Αρκεί μια επανάληψη του αγέραστου "Επαναστάτη Χωρίς Αιτία" του 1955 για να σας πείσει για του λόγου το αληθές.
Η ταινία ίσως να είναι σήμερα "μυθική" λόγω της παρουσίας του Τζέιμς Ντιν στον βασικό ρόλο (και της Νάταλι Γουντ βεβαίως). Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Κάθε άλλο. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν ένα φιλμ μιλά για τα εκρηκτικά προβλήματα της εφηβείας, την επαναστατικότητα ("τυφλή" πολλες φορές), τη μοναξιά, τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα, τη σχέση με την οικογένεια... Και μάλιστα με τόσο δυνατό τρόπο!
Ο έφηβος ήρωας έχει μια σαφώς παραβατική συμπεριφορά. Συγκρούεται με τον άβουλο πατέρα και την αυταρχική μητέρα του, με τους καθηγητές του, με τον "νταή" του σχολείου, με την κοπέλα του οποίου μάλιστα θα αναπτύξει ερωτική σχέση. Κι ενώ περιμένεις ότι όλα θα κορυφωθούν με τη σύγκρουση των δύο "διεκδικητών", η στιγμή αυτής της κορύφωσης με τον συναρπαστικό και τραγικό αγώνα με τα αυτοκίνητα έρχεται λίγο μετά τα μισά της ταινίας. Στη συνέχεια η πλοκή στρέφει την προσοχή της στον πιτσιρικά Πλάτο, πλούσιο, ορφανό πρακτικά (οι γονείς του ζουν κάπου μακριά), ψυχικά ασταθή και ομοφυλόφιλο μάλλον (αν και δεν λέγεται ποτέ ανοιχτά λόγω εποχής που γυρίζεται η ταινία υποθέτω) και στην αφόρητη μοναξιά και ανασφάλειά του. Η κατάληξη θα είναι τραγική...
Όλοι οι βασικοί ήρωες στο φιλμ είναι ιδιοσυγκρασιακοί χαρακτήρες. Όλοι (ο Τζιμ, η κοπέλα, ο Πλάτο) έχουν προβληματική σχέση (διαφορετικής φύσης ο καθένας) με τους γονείς τους. Τα πρώτα ερωτικά ξεσπάσματα και η αφύπνηση της σεξουαλικότητας, κάνουν τα πράγματα δυσκολότερα. Όπως και η ενδοσχολική βία (άλλοτε φανερή άλλοτε "εσωτερική"). Το σίγουρο είναι ότι όλοι και όλα βρίσκονται στα πρόθυρα έκρηξης, στην ουσία λόγω ένός ασφυκτικού, συντηρητικού περίγυρου. Τα τραγικά γεγονότα είναι απόρροια της πίεσης αυτής.
Όπως καταλάβατε βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις σχετικά πρώιμες καταγραφές του εφηβικού αδιέξοδου, της εφηβικής παραβατικότητας, της σύγκρουσης (ενστικτώδους θα έλεγα και όχι συνειδητής) του παλιού με το καινούριο. Φυσικά το περιβάλλον είναι απόλυτα 50ς. Τα ρούχα, τα αυτοκίνητα, η μουσική, τα πάντα. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τη διαχρονικότητα του φιλμ. Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να το θεωρήσουμε ξεπερασμένο λόγω εποχής όταν θίγει τόσα αιώνια προβλήματα. Αντίθετα μάιλιστα η εποχή ακριβώς μπορεί για πολλούς να λειτουργεί σαν φετίχ. Ταυτόχρονα με όλα τα παραπάνω μπορούμε πάντα να απολαύσουμε την εξαιρετική φωτογραφία της ταινίας, τα έντονα, "νοσταλγικά" χρώματα και το σασπένς που συνυπάρχει με όλα τα παραπάνω.
Σημαντική ταινία, που δεν νομίζω ότι θα χάσει ποτέ τη λάμψη της. Παρά το μελοδραματικό και κάπως παλιομοδίτικο παίξιμο των ηθοποιών.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 07, 2013

"ΛΕΥΚΟΙ ΤΑΡΑΝΔΟΙ" ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά μπορεί να δώσει από θαυμάσια έως εντελώς αδιάφορα φιλμ. Κάπου ανάμεσα βρίσκεται, νομίζω, το "White Reindeer" (Λευκός Τάρανδος) που σκηνοθετησε το 2013 ο Zach Clark.
Πρόκειται για μια "χρισρουγεννιάτικη" ιστορία, που ;όμως μάλλον θα παγώσει κάθε χαμόγελο στα χείλη σας. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί άλλωστε, όταν μια πανευτυχής νέα γυναίκα της μεσαίας τάξης, ερωτευμένη με τον άντρα της (ετοιμάζονται μάλιστα να μετακομίσουν στην ειδυλιακή Χαβάη, όπου εκείνος εξασφάλισε πολύ καλύτερη δουλειά) φτάνει σπίτι λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και τον βρίσκει δολοφονημένο; Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τις αντιδράσεις της κοπέλας, από την απόλυτη κατάθλιψη μέχρι τις κάθε λογής δραστηριότητές της για να ξεχάσει το εφιαλτικό συμβάν. Ταυτόχρονα, όσο πασχίζει να ξεχάσει, τόσο διάφορες αποκαλύψεις της δείχνουν ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως νόμιζε, ακόμα και στο ειδυλιακό παρελθόν. Στο μεταξύ τα "χαρούμενα Χριστούγεννα" ζυγώνουν όλο και περισσότερο. Αλλά δεν θα είναι ποτέ πια ίδια...
Προσοχή: Η ταινία δεν είναι καθόλου αστυνομική ή θρίλερ ή κάτι τέτοιο. Αυτό που ενδιαφέρει τον δημιουργό της είναι το "μετά" της ηρωίδας, η ψυχολογική της κατάσταση, οι προσπάθειες - σπασμωδικές συχνά - να ξεχάσει ή να αλλάξει σελίδα στη ζωή της. Πινελιές χιούμορ υπάρχουν, όπως, φυσικά, και μελαγχολίας και θλίψης. Οι νέες συναναστροφές (ακόμα και με μια παρέα από πόρνες), οι σχέσεις με τους γονείς, το άφημα στην δίχως δεύτερη σκέψη κατανάλωση, ακόμα και η συμμετοχή της σε ένα όργιο, είναι μερικά μόνο από όσα θα δοκιμάσει (μερικές φορές λίγο "κατά λάθος") για να γιατρευτεί. Το ψυχικό τραύμα όμως είναι πολύ βαθύ.
Είδα το φιλμ σχετικά ευχάριστα μέχρι το ανοιχτό τέλος του. Διαθέτει μερικές έξυπνες ιδέες, ισορροπεί, όπως είπαμε, ανάμεσα στο αστείο και το πικρό (σχεδόν ζοφερό μερικές φορές), κυλά σχετικά εύκολα, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για καμιά μεγάλη ταινία. Μάλλον για απλώς συμπαθητική προσπάθεια. Μακριά βεβαίως από το Χόλιγουντ και τις ποικίλες συμβάσεις του, που συχνά γίνονται τόσο κουραστικές...

Κυριακή, Οκτωβρίου 06, 2013

"THE CONJURING" Ή Ο "ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΟΣ" ΤΡΟΜΟΣ

Το "Conjuring" (Το Κάλεσμα) είναι μια ταινία καθαρού τρόμου του 2013 που γυρίστηκε από τον James Wan. Πατά σε παλιές και δοκιμασμένες συνταγές και πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, ωστόσο - προσωπικά τουλάχιστον - κατάφερε να με τρομάξει (ζητούμενο βέβαια για ταινίες του είδους).
Υποτίθεται ότι βασίζεται σε πραγματική ιστορία. Είναι μια από τις περιπτώσεις που ανέλαβε και (υποτίθεται πάντα) έλυσε το υπαρκτό ζεύγος "κυνηγών φαντασμάτων" Εντ και Λαρέιν Γουόρεν (είναι οι ίδιοι που "έπαιξαν" και στο παλιότερο "Amytiville Horror"). Η ιστορία διαδραματίζεται το 1971 και είναι κλασική : Πολυμελής οικογένεια (ζεύγος και 5 κόρες!) μετακομίζει σε απομονωμένο παλιό σπίτι, όπου αρχίζουν να συμβαίνουν τα μύρια όσα. Απλές νύξεις για το τι θα ακολουθήσει στην αρχή - τριξίματα, φωνές και τα σχετικά - και όλο και χειρότερα σε ένταση και τρόμο φαινόμενα στη συνέχεια. Στην απελπισία τους θα καλέσουν το ζεύγος των "κυνηγών" με το συνεργείο του. Η ομάδα θα εγκατασταθεί στο στοιχειωμένο σπίτι και η τρομακτική μάχη με τα κακά πνεύματα θα αρχίσει.
Ναι, το έχουμε δει δεκάδες φορές. Και θα πω απο τώρα ότι η πλοκή πολύ λίγες εκπλήξεις κρύβει. Πολύ σύντομα μαθαίνουμε τι είδους πνεύματα στοιχειώνουν το σπίτι, ποια είναι η ρίζα του κακού (μια πολύ παλιά ιστορία προφανώς) κλπ. Κλασικά πράγματα. Ωστόσο η ταινία - στο είδος της πάντα - πρέπει να ομολογήσω ότι μου άρεσε αρκετά. "Φταίει" η παλιομοδίτικη σίγουρη συνταγή τρόμου, "φταίει" η μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, "φταίει" η όλη τρομακτική και υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Wan (ο Wan των "Saw" βεβαίως). Τα "μπου" είναι πολλά και συνεχή, αλλά, όπως είπα. είναι η γενικότερη ατμόσφαιρα που μετρά περισσότερο. Βρισκόμαστε στο είδος τρόμου του "Εξορκιστή", του "The Haunting" κλπ. και όχι στις εφετζίδικες και κούφιες προσπάθειες των περισσότερων σύγχρονων αντίστοιχων ταινιών να μας τρομάξουν. Οπότε, εμένα τουλάχιστον, "με έπιασε"...
Οσο πάμε προς το τέλος βέβαια το όλο πράγμα γίνεται μάλλον too much, όταν μπαίνουν και θέματα εξορκισμού και άλλα σχετικά (μάλλον δεν χρειαζόταν και η επανεμφάνιση της κούκλας). Ωστόσο η γενική μου εντύπωση είναι θετική. Κι αυτό γίνεται ακόμα πιο θετικό για μένα επειδή, όπως είπα, δεν οφείλεται στο κοινότοπο στόρι, αλλά στη σκηνοθεσία και τα όσα παραμονεύουν στις γωνίες...
Αν είστε φίλοι του είδους δείτε το. Μόνο εσείς, εννοείται!

Σάββατο, Οκτωβρίου 05, 2013

Η "ΜΑΓΕΙΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Στη δεκαετία του '10 και στις αρχές των '20ς το δανέζικο σινεμά, αν και σχετικά περιορισμένο σε ποσότητα παραγωγής, ήταν από τα σημαντικότερα παγκοσμίως της νεογέννητης 7ης τέχνης. Το 1922 λοιπόν γυρίζεται ένα φιλμ που, ίσως μέχρι σημερα, δεν μοιάζει με τίποτα απ' ό,τι έχετε δει. Πρόκειται για το "Haxan" (στα αγγλικά "The Witchraft through the Ages") του Benjamin Christensen.
Βουβή φυσικά, η ταινία είναι ένα από τα πρώτα (ίσως το πρώτο) ψευδοντοκιμαντέρ, και θέμα της είναι, υποτίθεται, την εξέλιξη της μαγείας από το σκοτεινό μεσαίωνα μέχρι τον 20ό αιώνα. Η δομή είναι παράξενη. Στην αρχή παρακολουθούμε ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με φωνή off, που αφηγείται την ιστορία της μαγείας στο μεσαίωνα δείχνοντάς μας χαρακτικά της εποχής με αντίστοιχο θέμα. Στη συνέχεια η ταινία αρχίζει να αναπαριστά με μυθοπλαστικό τρόπο διάφορες ιστορίες ("παραδείγματα" όπως λέει η πανταχού παρούσα off φωνή) που σχετίζονται με τη μαγεία και τις απάνθρωπες διώξεις της. Επίσης, έστω και δίχως "ιστορία" (συγκεκριμένο μυθοπλαστικό στόρι δηλαδή), "αναπαριστά" μαγικές τελετές (τα περίφημα "Μαυρα Σάββατα" των μαγισών) με την απαραίτητη παρουσία πολλών τερατόμορφων δαιμόνων και του ίδιου του Σατανά ή μας δείχνει με ντοκιμαντερίστικο τρόπο τα οργανα βασανισμού που χρησιμοποιούνταν από παπάδες ή ιεροεξεταστές για να ομολογήσει κάποια ύποπτη για μαγεία την υποτιθέμενη ενοχή της (στο τέλος, λόγω των φριχτών βασανιστηρίων, οι δύστυχες "ομολογούσαν" τα πάντα για να πεθάνουν μια ώρα αρχίτερα).
Η εικόνα δεν είναι ακριβώς ασπρόμαυρη. Με διάφορα μονοχρωματικά φίλτρα γίνεται άλλοτε ώχρα, άλλοτε μπλέ ή κόκκινη κλπ., ανάλογα με το κλίμα της κάθε σκηνής (η τεχνική αυτή ήταν διαδεδομένη στις πρώιμες μέρες του σινεμά). Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα αληθινό όργιο (μερικές φορές κυριολεκτικά, αφού βλέπουμε και μερικά όργια) από - πρωτόγονα έστω - εφέ, από τέρατα και δαίμονες κάθε είδους, από ιπτάμενες μάγισες, από απαγορευμένες τελετουργίες... κι όλα αυτά διανθισμένα με εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή γυμνό. Όπως είπαμε μερικές φορές παρακολουθούμε την "κανονική" (μυθοπλαστική, επινοημένη εννοώ) ιστορία μιας συγκεκριμένης αθώας  γυναίκας που κατηγορείται για μαγεία και τα όσα επακολουθούν.
Η ταινία καυτηριάζει τον τυφλό φανατισμό, την εγκληματική φανατική πίστη, τη δυσειδαιμονία, τις εμμονές, τους φόβους και τις φοβίες (με τον διάβολο κυρίως) του μεσαιωνικού ανθρώπου, την απανθρωπιά της εκκλησίας και του κλήρου, την απάνθρωπη εν γένει εποχή - με προεκτάσεις μέχρι τον 20ό αιώνα. Συγχρόνως δεν μπορούμε παρά να θαυμάζουμε την απίστευτη τόλμη του εγχειρήματος σε σχέση πάντα με την τόσο πρώιμη αυτή εποχή του σινεμά.
Φυσικά τα εφέ δεν μπορούν να μας τρομάξουν σήμερα (μερικά είναι και κάπως αστεία, όπως ο σατανάς που εμφανίζεται πάντοτε με κρεμασμένη έξω τη γλώσα). Ωστόσο η υποβλητική, ζοφερή ατμόσφαιρα (που ενίοτε γίνεται σχεδόν "βρώμικη", έως και ενοχλητική ή ακόμα και αηδιαστική) λειτουργεί νομίζω μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να μας καταπλήσει.
Συνιστώ την μοναδική αυτή ταινία για όσους τουλάχιστον ενδιαφέρονται για την ιστορία του κινηματογράφου - και ιδιάιτερα του φανταστικού. Αν όχι σαν ένα μεγάλο φιλμ, τουλάχιστον (σίγουρα) ως ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα κινηματογραφικά αξιοπερίεργα.
ΥΓ: Ο Christensen λίγο μετά προσκλήθηκε στην Αμερική όπου γύρισε μερικές ταινίες κατά τη διάρκεια των '20ς για το νεογέννητο τότε Χόλιγουντ, πριν επιστρέψει στο τέλος της δεκαετίας στη Δανία.

Τρίτη, Οκτωβρίου 01, 2013

ΝΑΥΤΕΣ, ΕΡΩΤΕΣ, ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ... "ΒΙΡΑ ΤΙΣ ΑΓΚΥΡΕΣ"

Ο Φρανκ Σινάτρα και ο Τζιν Κέλι είναι δύο παρασημοφορεμένοι ναύτες, που μετά απο καιρό πιάνουν λιμάνι στο Λος Άντζελες και παίρνουν άδεια για 3-4 μέρες. Και, φυσικά, θέλουν σαν τρελοί να ξεσαλώσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Διαφορετικοί χαρακτήρες, ντροπαλός ο ένας, "γκόμενος" (και παραμυθάς) ο άλλος, θα πέσουν πάνω στη νεαρή και όμορφη θεία ενός πιτσιρικά που... θέλει να καταταγεί στο ναυτικό (ο πιτσρικάς, όχι η θεία) και το γαϊτανάκι από φλερτ, έρωτες, παρεξηγήσεις και κάποιο (αισθηματικής φύσης) σασπένς αρχίζει. Και, φυσικά και πάλι, μια σειρά από τραγούδια και χορευτικά νούμερα. Όλα αυτά, σημειωτέον, γίνονται κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά στις ταινίες του είδους ο πόλεμος δεν είναι παρά κάτι απόμακρο και στη ξηρά όλα πάνε σα να μη συμβαίνει τίποτα εκεί έξω...
Προφανώς μιλάμε για το μιούζικαλ του George Sidney (1916-2002) "Βίρα τις Άγκυρες" (Anchors Aweigh) του 1945. Ενός από τα διάσημα και αρκετά καλά του είδους. Γνωρίζω φυσικά τις αντιρρήσεις σας. Πολλοί απο εσάς απεχθάνεστε τα χολιγουντιανά μιούζικαλ. Όντως πρόκειται για ενα είδος - μάλλον νεκρό σήμερα - με σπάνιες καλές αναβιώσεις - που κάποτε ήκμασε, στις μέρες μας όμως δεν έχει και πολλούς οπαδούς. Το κατανοώ. Ωστόσο ο παλιός, αφελής αυτός τρόπος κινηματογραφικής διασκέδασης (και μόνο) ασκεί πάνω μου μια γοητεία και βλέπω παλιά μιούζικαλ με ευχαρίστηση. Το θέμα είναι καθαρά υποκειμενικό και οποιαδήποτε αντίρρηση κατανοητή και αποδεκτή από την αρχή. Το σίγουρο είναι ότι τα φιλμ αυτά (τα περισσότερα τέλος πάντων) είναι σεναριακά αφελή, οι καταστάσεις είναι προσχηματικές, οι συμπτώσεις και οι απιθανότητες πολλές. Και συνήθως ο κοινωνικός περίγυρος μένει απ' έξω (φιλμ όπως το "West Side Story" ανήκουν στις εξαιρέσεις). Οι ταινίες λοιπόν αυτές βλέπονται (εν γνώσει μας, το τονίζω) μόνο για διασκέδαση, για τα μουσικά και χορευτικά νούμερα, για τα τραγούδια και τα glamorous σκηνικά, για τους σταρ, άντε και για μερικές πετυχημένες κωμικές ατάκες ή καταστάσεις.
Το συγκεκριμένο πάντως, από τα πιο γνωστά, περιέχει μια εντυπωσιακή σκηνή με τον Σινάτρα να τραγουδά με συνοδεία... δεκάδων πιάνων, μερικά εξαιρετικά νούμερα με κλακέτες, όπως αυτό στο πλοίο με τους ναύτες, αλλά κυρίως την περίφημη σκηνή όπου ο Τζιν Κέλι (πάντοτε εξαιρετικός χορευτής) χορεύει με τον... Τζέρι, το ποντίκι της πασίγνωστης σειράς κινουμένων σχεδίων Τομ και Τζέρι. Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις πρώτες φορές που έχουμε συνδυασμό αληθινού ηθοποιού και κινουμένου σχεδίου, και μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο (φυσικά πολύ - πολύ πριν το "Ρότζερ Ράμπιτ").
Γενικά αν είστε φίλος των μιούζικαλ, συνίσταται. Άλλωστε ο Sidney υπήρξε βιρτουόζος του είδους. Αν όχι... προσπεράστε. Όπως και να έχει όμως μη ψάξετε για ίχνη σοβαρότητας ή αληθοφάνειας στις ποικίλες αισθηματικές περιπέτειες των ηρώων. Η ταινία προσφέρεται μόνο για καθαρή κινηματογραφική διασκέδαση.

eXTReMe Tracker