Τετάρτη, Ιουλίου 31, 2013

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΡΚΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ, Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Ο ισπανός Julio Medem έκανε μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες στην αρχή της καριέρας του, για να παρακμάσει κάθετα αργότερα και να γυρίσει φιλμς που σχεδόν προκαλούν γέλιο (άθελά τους φυσικά). Στην καλή εποχή του πάντως η μάλλον καλύτερη ταινία του ήταν "Οι Εραστές του Αρκτικού Κύκλου" (Los amantes del Circulo Polar) του 1998.
Πρόκειται για μια απόλυτα ρομαντική ταινία, που μιλά για την έννοια του αιώνιου έρωτα, αλλά και φλερτάρει με το μεταφυσικό στοιχείο. Βασικός άξονας του τελευταίου είναι οι διαρκείς συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές των δύο ηρώων.
Ο Όττο και η Άνα (τα ονόματα των οποίων είναι αμφότερα καρκινικά, διαβάζονται δηλαδή το ίδιο και ανάποδα) συναντιούνται παιδιά, τη μέρα του θανάτου του πατέρα του κοριτσιού, ερωτεύονται αμέσως και, παρά το ότι οι ζωές τους πολύ αργότερα θα χωρίσουν, παραμένουν ερωτευμένοι σε όλη τους τη ζωή. Από σύμπτωση οι γονείς τους τα φτιάχνουν, οπότε η σχέση τους είναι κάτι σαν αδέλφια εξ αγχιστείας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το εφηβικό φούντωμα του κρυφού τους έρωτα, έως ότου... Δεν θα πω άλλα. Αλλά ο βοράς της Φινλανδίας, ο αρκτικός κύκλος, παίζουν μεγάλο ρόλο σε όλα αυτά.
Ο Medem κάνει πάνω απ' όλα μια πρωτότυπη άσκηση αφήγησης. Οι ίδιες σκηνές παρουσιάζονται από τη (διαφορετική) σκοπιά του καθ' ενός από τους ήρωες. Μόνο έτσι όμως τα κομάτια του παζλ κολλάνε και σχηματίζουν τη συνολική εικόνα. Άλλες φορές η ματιά μπορεί να είναι κοινή, όταν βιώνουν μαζί κάποιο γεγονός, ενώ τα μπρος - πίσω στο χρόνο δεν σταματάνε ποτέ. Ευτυχώς δεν υπάρχουν κενά στο μάλλον δύσκολο αυτό πείραμα. Η ιστορία δένει απόλυτα.
Εκτός από την έννοια του αιώνιου έρωτα, των ανθρώπων που "ο ένας είναι  πλασμένος για τον άλλο", ο σκηνοθέτης φιλοσοφεί πάνω στο φαινόμενο της σύμπτωσης. Είναι εξωφρενικές οι συμπτώσεις που καθορίζουν τις ζωές τους, και βέβαια ο Μέντεμ παίζει με το στοιχείο αυτό, προσθέτοντας όλο και περισσότερες και πιο πολύπλοκες, ώστε να αγγίξει, όπως είπαμε στην αρχή, τα όρια του μεταφυσικού. Αλλά ακόμα κι όταν οι δύο ήρωες δεν συναντιούνται, οι ζωές τους κινούνται διαρκώς παράλληλα, βρίσκονται τυχαία ο ένας πολύ κοντά στον άλλον (κυριολεκτικά εννοώ, στον ίδιο χώρο), ακόμα κι αν δεν θα το μάθουν ποτέ.
Παράδοξη, γοητευτική ταινία, με απροσδόκητες καμπές σε όσα συμβαίνουν, που την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον. Και, όχι. Όσοι φοβάστε τον τόσο ρομαντισμό μην ανησυχείτε. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια αισθηματική ταινία, αλλά για ένα φιλμ στα όρια του φανταστικού, όπου ιστορίες από το παρελθόν και από το παρόν δένονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους για να φτιάξουν την πραγματικότητα που βλέπουμε στην οθόνη. Ακόμα κι αν δεν πιστεύετε τίποτα απ' όλα αυτά (είναι εξωφρενικά άλλωστε), το φιλμ εκπέμπει νομίζω μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία.
Μετά από τους "Εραστές" ακολούθησε το χάος για τον δημιουργό αυτόν. Κρίμα.

Τρίτη, Ιουλίου 30, 2013

ΤΑ "400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ

Τα "400 Χτυπήματα" (Les Quatre Cents Coups) γυρίστηκαν το 1959, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Francois Truffaut (1932-1984) και, μαζί με το "Με Κομένη την Ανάσα" του Γκοντάρ σημαδεύει την αρχή της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, ενός "κινήματος" που ανέτρεψε πολλά από τα κινηματογραφικά στάνταρ και άλλαξε όσο λίγα το σινεμά.
Η ασπρόμαυρη αυτή ταινία παρακολουθεί τη ζωή του μαθητή Αντουάν Ντουανέλ, ενός τυπικά "κακού" παιδιού, που σύντομα θα περάσει από το σκασιαρχείο και την τιμωρία στο σχολείο στην κλοπή και τον εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο. Παρακολουθεί τη ζωή του στο σχολείο, την κακή σχέση του με το δάσκαλο, τη φιλική του σχέση με ένα πλούσιο, επίσης "κακό" παιδί (ο Αντουάν είναι φτωχός) και, κυρίως, τη σχέση του με τους γονείς: Μια σκληρή μητέρα που δεν νοιάζεται γι' αυτόν και έναν θετό πατέρα, ο οποίος μάταια προσπαθεί να κερδίσει την αγάπη του παιδιού.
Στο φιλμ το δράμα, ακόμα και η σκληρότητα, εναλλάσσονται με το χιούμορ, η καθημερινή συναισθηματική βία με την τρυφερότητα, οι καλές με τις κακές στιγμές. Βλέπετε, η ζωή, ακόμα και στα πιο δύσκολά της, δεν είναι ποτέ μονομερής. Πάντοτε έχει τις εναλλαγές της. Γι' αυτό, ακόμα και μια κακή σχέση, όπως αυτή των μελών της οικογένειας, έχει τις ευτυχισμένες στιγμές της, όπως η έξοδός τους για σινεμά.
Η τρυφερότητα της ματιάς του Τριφό είναι συγκινητική. Ναι, είναι ένα "κακό παιδί", που βρίσκεται σε συνεχείς μπελάδες, ο σκηνοθέτης όμως δεν κρύβει τη συμπάθεια και την κατανόησή του. Και αντιλαμβάνεται καλά την χαρά και τη ξενοιασιά που μπορεί, για παράδειγμα, να δημιουργήσει μια απαγορευμένη κοπάνα από το καταπιεστικό σχολείο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Βλέπουμε, όπως είπαμε, τη ζωή ενός παιδιού που δεν θα έπρεπε να είναι παράδειγμα για κανένα. Γιατί ο Τριφό το βλέπει με τόση συγκίνηση και συμπάθεια; Ένας λόγος (φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή στην τάξη) είναι ότι ο Ντουανέλ δεν είναι μόνο "κακός" (σε εισαγωγικά φυσικά) και δημιουργός συνεχών προβλημάτων. Είναι και άτυχος. Συχνά καταδικάζεται για κάτι για το οποίο δεν φταίει. Αυτό όμως συμβαίνει μερικές μόνο φορές. Η ουσία βρίσκεται αλλού. Ο ουσιαστικός λόγος της συμπάθειάς για έναν "άσωτο" ξεδιπλώνεται ξεκάθαρα στη λίγο πριν το τέλος εξομολόγησή του: Την διήγηση της ζωής του. Εκεί βλέπουμε κάτι περισσότερο από καθαρά αυτό που νομίζω ότι θέλει να πει ο σκηνοθέτης: Δεν υπάρχουν ακριβώς "κακά παιδιά". Ίσως μόνο κάποιες ιδιαιτερότητες στο χαρακτήρα, όπως ένας υπερβολικός πόθος για ελευθερία. Είναι οι κοινωνικές συνθήκες, ο τρόπος ζωής, που τα δημιουργούν. Στη σκηνή αυτή το πράγμα ξεκαθαρίζεται. Έχουμε όμως υποψιαστεί ήδη τη θέση του σκηνοθέτη: Είναι τόσο ανάγλυφη η καταπιεστικότητα, η πνιγηρότητα τόσο του σχολείου όσο και της οικογένειας που καταγράφεται σ' όλο το φιλμ...
Συγχρόνως μ' όλα αυτά ο Τριφό κάνει συχνές αναφορές στο ίδιο το σινεμά (κοπάνες για ταινίες, οικογενειακή θέαση του φιλμ "Το Παρίσι μας Ανήκει", διαρκής παρουσία κινηματογραφικών αφισών κλπ.), επιβεβαιώνοντας έτσι τη γνωστή του κινηματογραφοφιλία. Θυμίζω επίσης ότι ο κόσμος των παιδιών τον συγκινούσε πάντα, αφού μ' αυτά έχει ασχοληθει και σε άλλη, μεταγενέστερη ταινία του.
Τελειώνοντας θα ήθελα να προειδοποιήσω όσους αρέσκονται σε αποκλειστικά σαφείς καταλήξεις ότι το τέλος παραμένεια ανοιχτό. Τι θα συμβεί μετά; Κάθε υπόθεση των θεατών είναι ευπρόσδεκτη. Άλλωστε η ανατροπή του κλασικού σχήματος "αρχή - μέση - τέλος" ήταν ένα από τα γνωρίσματα της νουβελ βαγκ.
Θα τη χαρακτήριζα κλασική ταινία. Πιστεύω ότι μετά τόσες δεκαετίες η συγκίνηση που προκαλεί και η ευαισθησία της παραμένουν αναλοίωτες. Αυτό δεν χαρακτηρίζει τις μεγάλες ταινίες;

Κυριακή, Ιουλίου 28, 2013

ΕΝΑ "ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΣΑΒΩΝΑ" ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ ΖΩΕΣ

Ο σουηδός Bille August γυρίζει το "Night Train to Lisbon" το 2013 με ένα εξαιρετικό all star καστ: Τζέρεμι Άιρονς, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Λένα Όλιν, Τομ Κόρτνεϊ, Μπρούνο Γκανς... Πρόκειται για τη ιστορία ενός μοναχικού ελβετού καθηγητή, που μια μέρα σώζει μια κοπέλα από αυτοκτονία... και η ζωή του αλλάζει ριζικά. Ψάχνοντας να τη βρει (όχι για ερωτικούς λόγους) θα πάρει ένα τρένο για τη Λισαβώνα, αφήνοντας τα πάντα πίσω του. Εκεί η ιστορία θα γίνει πολυπλοκότερη, καθώς τα χνάρια και ένα βιβλίο ενός άγνωστού του, νεκρού πλέον, συγγραφέα, τον οδηγούν όλο και πιο βαθιά σε παλιές ιστορίες που σχετίζονται με τα σκοτεινά χρόνια του φασισμού και της στυγνής δικτατορίας του Σαλαζάρ στη χώρα.
Βρήκα την ιστορία πολύ ενδαφέρουσα, καθώς παίζει σε δύο επίπεδα: Το ένα είναι το προσωπικό, του μεσήλικα καθηγητή, και είναι περισσότερο υπαρξιακό. Ο ήρωας θα αντιληφτεί ξαφνικά πόσο έχει βαλτώσει η ζωή του και, όταν του συμβαίνει κάτι αναπάντεχο, είναι έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να ριχτεί σε μια άγνωστη περιπέτεια. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν συνειδητοποιείς ξαφνικά πόσο άδεια είναι η ζωή σου και θέλεις να τα αλλάξεις όλα, έστω και με τίμημα την βολή και την ασφάλειά σου (το θέμα θυμίζει αυτό στις "Άγριες Φράουλες" του Μπέργκμαν). Ασφυκτιούμε και νοιώθουμε την αμνάγκη αλλαγής, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούμε. Σε πόσους θα δοθεί η ευκαιρία για μαι τέτοια ριζική αλλαγη; Το δεύτερο επίπεδο είναι το πολιτικό: Έχει να κάνει με ιστορίες ξεχασμένες από πολλούς, που όμως πονάνε ακόμα. Και με μια απόλυτη καταδίκη του φασισμού, καθώς βλέπουμε πόσο ανοιχτές παραμένουν οι πληγές 40 χρόνια μετά... Βλέπετε. αν τα γουρούνια καταλάβουν την εξουσία, η βρωμιά τους θα μολύνει μια κοινωνία όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εξουσίας τους, αλλά και για πάρα πολύ καιρό μετά, αφού θα έχουν προ πολλού ψοφήσει!
Βρήκα όλα αυτά σημαντικά και σε μερικά σημεία και συγκινητικά. Η ταινία αφηγείται την ιστορία και ξετυλίγει τα νήματα με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο, που λειτουργούν μια χαρά. Το θέμα είναι ότι η σκηνοθεσία του August, όπως συνήθως, είναι πολύ ακαδημαϊκή θα έλεγα, δίχως εκπλήξεις και κορυφώσεις. Είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς να δει και τίποτα παραπάνω. Αν όμως η ακαδημαϊκή, κλασική σκηνοθεσία δεν σας ενοχλεί, νομίζω ότι θα απολαύσετε το φιλμ.
Άφησα τελευταία μια σύμβαση, που απαντάται μεν συχνά στο σινεμά, εδώ όμως, λόγω πολυεθνικότητας της ίδιας της ιστορίας της ταινίας, "παραγίνεται" σε βαθμό που με ενόχλησε: Πρόκειται για έναν ελβετό καθηγητή λυκείου (οι ελβετοί μιλάν γαλλικά ή/και γερμανικά ή/και ιταλικά), ο οποίος πάει εντελώς ξαφνικά και απρογραμμάτιστα σε μια χώρα όπου μιλάν πορτογαλικά και συννενοείται άψογα με όλους σε άπταιστα... αγγλικά. Με όλους: Από διαβάτες στο δρόμο ή υπαλλήλους ενός νεκροταφείου μέχρι πιο μορφωμένα άτομα, δίχως ποτέ να έχει κάποιο εμπόδιο στη συννενόηση, έστω κι αν τα θέματα είναι πολύπλοκα. Και το βιβλίο που παίζει βασικό ρόλο στην ιστορία είναι γραμμένο προφανώς στα πορτογαλικά, αλλά ο ήρωας το μελετά άνετα και επηρεάζεται απ' αυτό. Μερικές φορές η (οικονομικής φύσης) "αναγκαιότητα" να είναι αγγλόφωνο κάποιο φιλμ δημιουργεί σεναριακές αναληθοφάνειες...

Παρασκευή, Ιουλίου 26, 2013

ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΑΛΙΝ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ



Το Ταλίν είναι η πρωτεύουσα της Εσθονίας. Προσωπικά έχω δει μία μόνο εσθονική ταινία, πολύ καλή μάλιστα. Πρόκειται για το «Σκοταδι. στο Ταλίν» του 1993, που γύρισε o Ilkka Jarvi-Laturi, ο οποίος στη συνέχεια μάλλον χάθηκε, αφού γύρισε μόλις δύο άλλα φιλμ μέχρι το 2011 (τα οποία δεν έχω δει).
Το «Σκοτάδι..." ωστόσο υπήρξε μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Με την πτώση του Τείχους και την άμεση σχεδόν ανεξαρτοποίηση της χώρας από τη Σοβιετική Ένωση, ο χρυσός της Εσθονίας, τεράστιας αξίας, που μέχρι τότε φυλασσόταν στη Γερμανία (νομίζω), επιστρέφει θριαμβευτικά στην κεντρική τράπεζα του Ταλίν. Είναι μέρα γιορτής για όλους τους εσθονούς, αφού η επιστροφή αυτή τονίζει (και με συμβολικό τρόπο) την επιστροφή της χώρας στην ελευθερία. Ωστόσο μια ομάδα αδίστακτων κακοποιών δεν ενδιαφέρονται καθόλου για θριάμβους και πανηγυρισμούς και καταστρώνει ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για να κλέψει το χρυσάφι, τουτέστιν όλη ουσιαστικά την «περιουσία» μιας ολόκληρης χώρας. Γι' αυτό τα μεσάνυχτα, την ώρα ακριβώς της τελετής της παράδοσης του χρυσού, το ρεύμα πρέπει να κοπεί, το Ταλίν πρέπει να σκοτεινιάσει και οι ληστές να σκοτώσουν με την ησυχία τους τους φρουρούς. Ένας εργαζόμενος στην αντίστοιχη ΔΕΗ του Ταλίν εκβιάζεται για να ρίξει το ρεύμα, δίχως να γνωρίζει για ποιον λόγο, ενώ η γυναίκα του περιμένει από στιγμή σε στιφμή να γεννήσει.
Ξεχάστε τα δεκάδες φιλμ με ληστείες που έχετε δει, όπου οι ληστές είναι συνήθως συμπαθείς και το κοινό ταυτίζεται μαζί τους. Εδώ οι ληστές είναι αληθινά καθάρματα που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Άλλωστε το αρχικό τους σχέδιο, όπως είπαμε, είναι να δολοφονήσουν καμιά δεκαπενταριά φρουρούς - κι αν με τον πανικό αιματοκυλιστεί όλη η πόλη, σκασίλα τους. Συγχρόνως όμως - κι αυτό βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στοιχείο - καθάρματα ή μη, δεν παύουν να έχουν ανθρώπινες σχέσεις, δεν παύουν να νοιάζονται και να πονάν για τα παιδιά τους. Σ' αυτές τις τόσο ανθρώπινες συναισθημετικές εκρήξεις άλλωστε βασίζεται και όλη η πλοκή. Βλέπετε, τα εκατοντάδες απρόσωπα θύματα που περνούν αστραπιαία από τις αμερικάνικες (κυρίως) οθόνες, δεν παύουν να είναι "γιοι κάποιων, πατεράδες κάποιων", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο φιλμ. Και υπάρχει και έντονος προβληματισμός για το βάρος και κυρίως το τίμημα της τόσο ποθητής για πολλούς εξουσίας. Ας πρόσεχαν...
Βρίσκω την ταινία πραγματικό υπόδειγμα σασπένς από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Και μάλιστα σε δύο επίπεδα, αφού από τη μία έχουμε τη ληστεία και, σε παράλληλη δράση, την γέννα της κοπέλας, που, πιστέψτε με, δεν υστερεί καθόλου σε αγωνία. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη (με μια έκπληξη προς το τέλος, όπου όλα κορυφώνονται). Γενικά απο την πρώτη στιγμή θα καταλάβετε ότι δεν βρίσκεστε μπροστά σε μια ακόμα χολιγουντιανή παραγωγή με ληστεία, αλλά σε κάτι απόλυτα διαφορετικό. Και γι' αυτό, για μένα τουλάχιστον, απόλυτα καλοδεχούμενο. Είναι κι αυτή η ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων που προανέφερα - δίχως το σασπένς να μειώνεται καθόλου - οπότε μπορώ να μιλήσω για ένα φιλμ που μου αρέσει πολύ.

Κυριακή, Ιουλίου 21, 2013

Η ΜΑΜΑ ΠΟΥ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΑ 100 ΚΑΙ Η ΙΣΠΑΝΙΑ

Δεκαετία του 70. Η Ισπανία, μετά από κοντά 40 χρόνια κάτω από το φασιστικό ζυγό του Φράνκο, έχει επιτέλους απελευθερωθεί. Ο Carlos Saura, ο γνωστότερος ισπανός δημιουργός πριν την εποχή του Αλμοδοβάρ, γυρίζει μια σειρά από πολιτικές αλληγορίες με θέμα την χώρα του. Όλες διαθέτουν έκδηλο σουρεαλισμό, μερικές και χιούμορ, ενώ παίζουν διαρκώς με το φανταστικό. Μία απ' αυτές, που γυρίζεται το 1979, είναι το "Η Μαμά Έκλεισε τα 100" (Mama cumple 100 anos).
Πρωταγωνίστρια είναι και πάλι η Τζεραλντίν Τσάπλιν, σύζυγος του Saura. Αυτή φτάνει με τον άντρα της σε μια έπαυλη - κτήμα στην εξοχή, όπου δούλευε παλιότερα, για να παρευρεθεί στα γενέθλια των 100 χρόνων της "μάμα - φαμίλια" μιας κατ΄ουσίαν μητριαρχικής οικογένειας. Εκεί θα συναντήσει τα πολλά μέλη της οικογένειας, θα μάθει για το θάνατο κάποιων, για το πώς εξελίχτηκαν κάποιοι άλλοι και θα βιώσει τις πολύπλοκες, όχι πάντοτε άριστες σχέσεις των μελών μεταξύ τους και με τη μητέρα. Κάποια μάλιστα από τα παιδιά της καταστρώνουν ένα σχέδιο για να τη δολοφονήσουν και να την κληρονομήσουν...
Η ταινία συνδυάζει με απόλυτα φυσικό τρόπο, σα να είναι κάτι συνηθισμένο, τις ρεαλιστικές στιγμές της ιστορίας με κάποια υπερφυσικά στοιχεία, με στοιχεία του φανταστικού, μπαίνοντας έτσι, εκτός από τον τόσο προσφιλή στην Ισπανία σουρεαλισμό, και σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε μαγικό ρεαλισμό. Το συγκεκριμένο φιλμ μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ιδιόρυθμη κωμωδία, αφού το χιούμορ υπάρχει διάχυτο. Όσο για τα αλληγορικά στοιχεία, τόσο συνηθισμένα στον Σάουρα της εποχής αυτής, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι η αιωνόβια μαμά είναι βέβαια η μαμά Ισπανία. Είναι ταυτόχρονα γλυκιά και συμπαθητική, αλλά και καταπιεστική, συγκινητική και κουτσομπόλα, αξιαγάπητη αλλά και συντηρητική. Και σίγουρα απαιτεί φροντίδα. Και, επί πλέον, "ποτέ δεν πεθαίνει"...
Και τα παιδιά, τα εγγόνια, το πλήθος των συγγενών; Όπως και κάθε λαός, αποτελείται από "κάθε καρυδιάς καρύδι", τουτέστιν η ποικιλία των χαρακτήρων συναγωνίζεται μ' αυτή των προθέσεων και με αυτή του τρόπου αντιμετώπισης και των συναισθημάτων προς τη μητέρα. Συντηρητικοί, ερωτικά απελευθερωμένοι, ονειροπόλοι ουτοπιστές, ψυχροί υπολογιστές και πολλοί άλλοι συνυπάρχουν στα μέλη της οικογένειας. Υπάρχουν και άλλες πολιτικές αναφορές - ας μη ξεχνάμε ότι η δικτατορία έχει πέσει πολύ πρόσφατα, η πολιτικοποίηση είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, τα τραύματα νωπά. Πολλές από τις αναφορές αυτές είναι "κρυπτογραφημένες" ή ίσως αναγνωρίζονται κυρίως από ισπανούς.
Γενικά τη βρίσκω ενδιαφέρουσα ταινία, όπως και τις άλλες του σκηνοθέτη της περιόδου αυτής που έχει τύχει να δω. Γενικά θα πρότεινα να ψάξει κανείς τη δεκαετία του 70 του Σάουρα.

Σάββατο, Ιουλίου 20, 2013

ΜΙΑ "ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ" ΑΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε το στιλ του ισπανού σκηνοθέτη Alex de la Iglesias. Πληθωρικός, εντυπωσιακός, στα όρια της υπερβολής, πάντοτε γκροτέσκος, ο δημιουργός αυτός κάνει "ακραίες" ταινίες, οι οποίες πάντοτε σχεδόν διαθέτουν σαρδόνιο χιούμορ. Πρόκειται για ένα τραβηγμένο στα άκρα στιλ, που ή σας αρέσει πολύ ή σας κουράζει και το βρίσκετε "too much".
"Η Πολυκατοικία" (La Comunidad) γυρίστηκε το 2000 και φέρει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του ύφους του. Μια μεσήλικας μεσίτης διαμερισμάτων (η παλιά "μούσα" του Αλμοδοβάρ Κάρμεν Μάουρα), προσπαθώντας να νοικιάσει ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία, βρίσκει στο επάνω διαμέρισμα (στο οποίο έχει πεθάνει και σαπίσει ένας μοναχικός γέρος δίχως κανείς να το πάρει αρχικά είδηση) 300 εκατομύρια πεσέτες. Θα πάρει κρυφά τα λεφτά στο κάτω διαμέρισμα, για να ανακαλύψει όμως σύντομα ότι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας συμπεριφέρονται παράξενα και δεν είναι διατεθειμένοι να την αφήσουν να φύγει. Ζωντανή τουλάχιστον...
Η ταινία ξεκινά χαλαρά, με αρκετό χιούμορ, και όσο προχωρά - τυπικό του de la Iglesias - γίνεται όλο και πιο σπιντάτη, όλο και πιο υπερβολική, όλο και πιο ακραία, για να καταλήξει σε λουτρά αίματος, αφού έχουν προηγηθεί σκηνές που αγγίζουν τα όρια του σπλάτερ. Το χιούμορ δεν λείπει ούτε απ' αυτό το ολοένα αυξανόμενο κρεσέντο, αλλά είναι πλέον κατάμαυρο, τόσο που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να ανατριχιάσεις. Πάντως αυτή ακριβώς η υπερβολή, η έλλειψη ρεαλισμού, είναι που κάνει το όλο πράγμα αστείο, παρά το (σχεδόν) σπλάτερ του. Κατά τα άλλα το σασπένς ανεβαίνει διαρκώς, η ατμόσφαιρα γίνεται κλειστοφοβική (ολόκληρο σχεδόν το φιλμ άλλωστε διαδραματίζεται μέσα στη μεγάλη πολυκατοικία και τους ποικίλους της χώρους), ενώ οι ανατροπές και οι προσωπικότητες που περνάν απροσδόκητα από το "καλό" στο "κακό" και αντιστρόφως, όλο και πιο πολλές.
Φυσικά όλο αυτό μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ο de la Iglesias δεν φαίνεται να θαυμάζει ιδιαίτερα το ανθρώπινο είδος και ουσιαστικά το παρουσιάζει σαν μια αγέλη λύκων που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει την απληστία της. Ιδιάιτερα τα βάζει με τους μικροαστούς, τους "συνηθισμένους ανθρώπους" της διπλανής πόρτας, οι οποίοι βαθμιαία αποκαλύπτουν τον αληθινό τερατώδη εαυτό τους, που μέχρι κάποια στιγμή κρύβεται επιμελώς κάτω από ένα κάλυμα καθημερινότητας και οικειότητας, φέρνοντας στο νου έναν ακραίο και πολυ λιγότερο υπαινικτικό "Ένοικο" του Πολάνσκι. Αν σκεφτούμε ορισμένα παραδείγματα (την άνοδο του ναζισμού, ας πούμε, στη μεσοπολεμική Γερμανία, την έξαρση του ρατσισμού σε περιόδους κρίσης κλπ.) ίσως να μην έχει και πολύ άδικο για τους μικροαστούς...
Τη βρίσκω από τις καλές, χαρακτηριστικές ταινίες του δημιουργού αυτού. Θα σας αρέσει όμως μόνο με την προϋπόθεση ότι μπορείτε να χωνέψετε το απόλυτα γκροτέσκο, υπερβολικό και τραβηγμένο στα ακρα κλίμα του. Αλλιώς μάλλον θα σας ενοχλήσει.



Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2013

ΤΟ STAR TREK ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΛΑ

Τελικά ο J.J. Abrams νομίζω αποδεικνύεται καλός στο είδος του, αυτό της θεαματικής περιπέτειας (επιστημονικής φαντασίας συνήθως). Το Star Trek βεβαίως υπήρξε η κλασική τηλεοπτική σειρά των 60ς και μεταφέρθηκε με μέτρια επιτυχία θα έλεγα στην οθόνη με 5-6 ταινίες μεταξύ 1979 - 1996. Το 2009 αναλαμβάνει την αναβίωσή του και το 2013 κάνει τη δεύτερη ταινία της αναβίωσης αυτής, το "Star Trek into Darkness".
Πάμε λοιπόν να δούμε μια περιπέτεια ΕΦ,  μεγαλη παραγωγή και προφανώς με όσα συνεπάγεται αυτό. Αν λοιπόν τα ξέρουμε από την αρχή αυτά, νομίζω ότι αυτό το Star Trek είναι από τα καλά δείγματα. Φυσικά το θέαμα και τα εφέ είναι εξασφαλισμένα. Ευτυχώς όμως (χίλιες φορές ευτυχώς) το project δεν σταματά σ' αυτά, όπως τόσες άλλες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Διαθέτει αρκετά ενδιαφέρον σενάριο, αρκετές καλοδεχούμενες για μένα τουλάχιστον ανατροπές, αρκετό σασπένς. Οι χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες και η διαρκής αντιστροφή των ρόλων καλών - κακών διατήρησε αμείωτη την προσοχή μου.
Η ταινία εμπνέεται κυρίως από τη δεύτερη της αρχικής σειράς, την "Οργή του Καν". Ο ("καλός" ή "κακός";) Καν είναι άλλωστε και ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής στο ρόλο ενός τρομοκράτη με αιτία. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλουν (εκτός των σταθερών μελών του πληρώματος του Enterprise βεαβίως)  παλλινδρομούν κι αυτοί ανάμεσα στο καλό και το κακό, αποκτώντας έτσι ενδιαφέρον. Και κάτω απ' όλα αυτά υπάρχουν και κάποια πολιτικά ή φιλοσοφικά σχόλια, ένας προβληματισμός πάνω στο - αξίωμα για κάποιους - "πυροβόλησε και μετά ρώτα", αλλά και πάνω στη διαφθορά που προκαλεί αναπόφευκτα σχεδόν η εξουσία.
Μη φανταστείτε πάντως ότι γλυτώσαμε από τα κλισέ. Όπως σε κάθε δαπανηρή περιπέτεια αυτά υπάρχουν και μερικές φορές είναι χιλιοειδωμένα (όπως οι σχεδόν "από μηχανής θεός" λύσεις της τελευταίας στιγμής, όταν όλα φαίνονται να έχουν χαθεί). Τι διάολο άλλωστε; Δεν μπορεί να πεθάνουν όλοι, αφού η σειρά αφήνει δολάρια, άρα πρέπει να συνεχιστεί!  Ωστόσο το πετυχημένο σασπένς, όπως είπαμε και πριν, και κάποιες δόσεις χιούμορ ελαφρύνουν τα πράγματα. Γενικά λοιπόν μπορώ να πω ότι το διασκέδασα. Δίχως βέβαια να μιλώ σε καμιά περίπτωση για αριστούργημα.
Άφησα τελευταία μια μικρή παρατήρηση που δεν θα σχολιάσω θετικά ή αρνητικά, απλά θα την αφήσω να αιωρείται σαν αφορμή προβληματισμού για τις εποχές που αλλάζουν: Ο περίφημος Σποκ υπήρξε βέβαια η πιο εμβληματική μορφή της σειράς χάρη στον χαρακτήρα του: Ένας εξωγήινος από τον οποίο λείπει εντελώς κάθε συναίσθημα, πλην όμως, μάλλον γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι απαραίτητος και λειτουργικός σαν μηχανή. Ο παράδοξος αυτός χαρακτήρας, με αυτή ακριβώς την τερατώδη ιδιαιτερότητα, έγινε αποδεκτός και αγαπητός από τα 60ς και καθ' όλη την μακρά πορεία τηλε- και σινε- συνεχειών. Εν έτει 2013 για πρώτη φορά "βάζει νερό στο κρασί του". Φυσικά παραμένει σε γενικές γραμμές δίχως συναισθήματα, πλην όμως είναι από την πρώτη σκηνή ερωτευμένος και, για πρώτη φορά, σε μια σκηνή προς το τέλος, κλαίει. Άλλοι θα πουν ότι ο χαρακτήρας εξανθρωπίζεται κάπως. Άλλοι πάλι ότι ίσως η εποχή μας, παρά την επιφανειακά αντίθετη άποψη, δεν αντέχει κατά βάθος την απόλυτη διαφορετικότητα και θέλει να φέρνει τα πράγματα όσο πιο κοντά γίνεται στον μέσο όρο, στο κοινώς αποδεκτό. Διαλέξτε και πάρτε ή βρείτε τη δική σς τρίτη ερμηνεία...

Κυριακή, Ιουλίου 14, 2013

ΠΟΙΗΣΗ. ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ "ΑΡΟΥΡΑΙΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ"

"Febre do Rato" είναι μια βραζιλιάνικη έκφραση της αργκό που σημαίνει κάτι σαν "εκτός ελέγχου". Αυτός ακριβώς είναι και ο τίτλος μιας βραζιλιάνικης, ασπρόμαυρης ταινίας του 2011 που γύρισε ο Claudio Assis. Είναι η τρίτη του μεγάλου μήκους και μαθαίνω ότι και οι άλλες είναι ενδιαφέρουσες.
Πρόκειται για μια πέρα για πέρα αναρχική και παραληρηματική ταινία. Τονίζει την απόλυτα μποέμ ζωή και φέρνει στο νου καταστάσεις από τη ζωή των μπίτνικ και το "Στο Δρόμο" του Κέρουακ ή τα χίπικα κοινόβια. Ταυτόχρονα είναι και ένας ύμνος στην παραποτάμια πόλη της Βραζιλίας Ρεσίφι.
Κεντρική φιγούρα είναι ο αναρχικός ποιητής Ζίζο. Ζει απόλυτα "χύμα", κάνει έρωτα όσο μπορεί και προπαγανδίζει τον ελεύθερο έρωτα, γράφει και απαγγέλει διαρκώς ποιήματα, καταναλώνει ποσότητες αλκοόλ και χασίς, κάνει γκράφιτι, εκδίδει μόνος του την εφημεριδούλα - φυλλάδιο "Febre do Rato", μιλά υπέρ της αναρχίας και της απόλυτης ελευθερίας στη ζωή. Κάτι σαν τρελός προφήτης και καλλιτέχνης του δρόμου. Ζει σε ένα είδος κοινόβιου. Υπάρχει μεν σπίτι, αλλά αυτό είναι πάντοτε γεμάτο από κόσμο. Γύρω του μια ομάδα εξ ίσου αλλοπρόσαλλων τύπων. Νέοι και ηλικιωμένοι - ανάμεσα στις οποίες και η μητέρα του ήρωα που μοιάζει να επιδοκιμάζει την όλη αντιμετώπισή του για τη ζωή - πωλητές χασίς και τραβεστί, όλοι ζουν αρμονικά απολαμβάνοντας κάθε στιγμή σ' αυτή την απίθανη αυλή των θαυμάτων. Κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθιά μια νεαρή κοπέλα που είναι κι αυτή μέλος της ομάδας, η οποία όμως θα αρνηθεί να κάνει μια κανονική σχέση μαζί του. Η εκτός ελέγχου όμως ζωή συνεχίζεται...
Το περίεργο είναι ότι η απιστευτη αυτή κοινότητα αποτελείται μεν από άτομα λίγο ως πολύ περιθωριακά, ένα είδος ευτυχισμένων λούμπεν, οι οποίοι όμως μοιάζουν να είναι ταυτόχρονα και πολιτικοποιημένοι, αναρχικοί, να αποδέχονται και να υποστηρίζουν με κάθε τρόπο τις ιδέες του ποιητή, να κατεβαίνουν πρόθυμα μαζί του σε διαδηλώσεις και πορείες. Ο συνδυασμός είναι περίεργος, ίσως και αδύνατος, αλλά σίγουρα ενδιαφέρων. Στο μεταξύ - ανάμεσα στις εκδηλώσεις τρελού έρωτα του ποιητή για την κοπέλα - παρακολουθούμε τα μέλη της παράδοξης αυτής κοινότητας να κάνουν όργια, να καπνίζουν ασταμάτητα χασίς, να καταναλώνουν αλκοόλ, να δουλεύουν χαρούμενα και ακούραστα, να ακούν ποίηση, να διαδηλώνουν, να απολαμβάνουν μια κοινόβια, χαώδη ευτυχία. Φυσικά και οι δυνάμεις καταστολής βρίσκονται εκεί γύρω για να επέμβουν όταν κρίνουν ότι το "παρακάνουν"...
Σας είπα ότι πρόκειται για ένα αξιοπερίεργο, παραληρηματικό φιλμ, που καλεί σε μια εκτός ορίων, ξέφρενη ζωή έξω από κάθε "καθώς πρέπει" νόρμα. Δεν ξέρω πόσους μπορεί να συγκινήσει αυτό. Προσωπικά βρήκα το φιλμ πολύ ενδιαφέρον μέσα στο χάος και την αναρχία του. Και, νομίζω επίσης ότι η Βραζιλία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα...

Παρασκευή, Ιουλίου 12, 2013

LONE RANGER: ΕΝΑ ΠΕΙΡΑΓΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Ο "Lone Ranger" υπήρξε δημοφιλέστατο ραδιοφωνικό αρχικά ('30ς και '40ς) και στη συνέχεια τηλεοπτικό ('50ς) σίριαλ (κανένα απ' αυτά δεν έχω παρακολουθήσει προσωπικά, άρα θα μείνω μόνο στην ταινία). Εν έτει 2013 λοιπόν μεταφέρεται (αλοίμονο τώρα, τα πάντα έχουν μεταφερθεί) και στην οθόνη από τον Gore Verbinski. Και εγώ έσπευσα με αρκετό κέφι να το δω, διότι (το έχω ομολογήσει και αλλού) διασκεδάζω και με τον Verbinski και τον Τζόνι Ντεπ και τους "Πειρατές της Καραϊβικής" που έκαναν μαζί.
Παρόμοια κι εδώ η συνταγή, αυτή τη φορά όμως επιχειρείται ένας εκσυγχρονισμός του γουέστερν αντί των πειρατικών ταινιών της προηγούμενης τριλογίας. Υπάρχει και πάλι το άφθονο θέαμα, υπάρχει το χιούμορ που κάνει το φιλμ διασκεδαστικό και υπάρχει και ο Τζόνι Ντεπ να ερμηνεύει έναν ρόλο που μοιάζει μ' αυτόν του πειρατή. Εδώ είναι ινδιάνος και είναι και πάλι μισότρελος, ακροβατώντας μεταξύ φαντασίας και πραγματικοτητας. Από απλός βοηθός μάλιστα του μασκοφόρου εκδικητή στα αρχικά σίριαλ μετατρέπεται σε ουσιαστικό πρωταγωνιστή της περιπέτειας. Είναι 'αλλωστε αυτός που μας αφηγείται το τι συνέβει και πώς ξεκίνησε ο θρύλος του Lone Ranger.
Αυτό που μ' αρέσει στην ταινία είναι ότι, αντίθετα με πολλά άλλα blogbusters - ή wannabe blogbusters - δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρα. Κάνει εμφανώς πλάκα από την αρχή, συσσωρεύει μεν υπερβολές όπως όλα τα φιλμ του είδους, αλλά, πώς να το πω, διασκεδάζει μ' αυτές και την παντελή έλλειψη ρεαλισμού. Εκτιμώ αυτό το στοιχείο, αφού με εκνευρίζει η βαρύγδουπη, "σοβαρή" αντιμετώπιση τέτοιου είδους θεαμάτων. Άλλο συμπαθητικό (για μένα τουλάχιστον) στοιχείο είναι το παιχνίδι ανάμεσα στο "ρεαλιστικό" και το υπερφυσικό. Ο Τόντο, ο ινδιάνος, πιστεύει σε διάφορα υπερφυσικά φαινόμενα, κάποια απ' αυτά μοιάζουν να επαληθεύονται, ποτέ όμως δεν είναι ξεκάθαρο αν υπάρχει κάτι τέτοιο ή είναι αποκυήματα του μυαλού του (είπαμε ότι δεν είναι και πολύ στα καλά του).
Ανέφερα πιο πάνω ότι η ταινία δεν παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της. Να όμως που κάτω από την επιφάνεια της ελαφριάς αυτής αντιμετώπισης κρύβεται μια σειρά από αμφισβητήσεις. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται να λιμαίνεται από αδίστακτους λευκούς. Οι πολιτικοί, άβουλοι, υπηρετούν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Οι ινδιάνοι σφαγιάζονται για να σφετεριστούν κάποιοι όσα υπάρχουν στις περιοχές τους. Οι προστάτες του δημοσίου συμφέροντος και της προόδου δεν είναι ακριβώς αυτό που φαινεται. Η ίδια η έννοια της προόδου (που εδώ συμβολίζεται με τον σιδηρόδρομο που θα ενώσει τους δύο ωκεανούς) δεν είναι πάντοτε για καλό.Δεν είναι για καλό όταν υπηρετεί τα συμφέροντα λίγων και φέρνει πλήθος ανθρώπων σε χειρότερη μοίρα από πριν. Κι όμως, στο χαβαλετζίδικο αυτό φιλμ υπάρχουν  κάμποσα τέτοια "ανατρεπτικά" (που δεν υπάρχουν, ας πούμε,  σε πολλές πρόσφατες υπερηρωικές υπερπαραγωγές).
Φυσικά δεν πρόκειται για  εξαιρετική ταινία. Προσωπικά η πολλή βαβούρα και η αδιάκοπη δράση με κούρασαν σε κάποια σημεία. Περισσότερο όμως με κούρασε η πολύ μεγάλη διάρκεια. Θα προτιμούσα σαφώς να ήταν κατά κάτι "κουρεμένο". Και, είπαμε, ο Ντεπ είναι μεν απολαυστικός, δεν παύει όμως να επαναλαμβάνει το ρόλο του στους "Πειρατές". Συνολικά όμως βρήκα το φιλμ διασκεδαστικό (και κάτι παραπάνω). Για τέτοιου είδους φιλμ τουλάχιστον.

Τρίτη, Ιουλίου 09, 2013

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ "ΗΧΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΡΙΞ";

Ο Kleber Mendonca Filho είναι βραζιλιάνος και οι "Ήχοι από τα Πέριξ" (O Som ao Redor) του 2012 η πρώτη μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία του (έχουν προηγηθεί μικρές και ένα ντοκιμαντέρ). Ανήκει στο χώρο του ρεαλιστικού σινεμά, αλλά με κάποιες διαφορές από το σινεμά των Νταρντέν, για παράδειγμα.
Η ταινία παρακολουθεί τις ζωές των ενοίκων μιας πολυκατοικίας μεσοαστικής περιοχής μιας βραζιλιάνικης πόλης, καθώς και κάποιων άλλων κατοίκων του ίδιου δρόμου. Οι κάτοικοι είναι αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους, ενώ η βία γύρω αυξάνεται. Τότε μια εταιρία security τους προτείνει αρκετά φτηνή προστασία για την πολυκατοικία και το δρόμο κι οι κάτοικοι δέχονται. Έτσι οι ζωές των ενοίκων μπλέκονται μ' αυτές των σεκιουριτάδων... ενώ οι καθημερινοί ρυθμοί συνεχίζονται.
Υπάρχουν διάφορα στοιχεία που κάνουν την ταινία ενδιαφέρουσα. Αρχικά είναι η κρυφή παράνοια (αστική παράνοια θα έλεγα) που χαρακτηρίζει τις ζωές συνηθισμένων κατά τα άλλα ανθρώπων. Όχι, δεν πρόκειται για κρυφούς σίριαλ κίλερς ή κάτι τέτοιο. Οι παράνοιές τους είναι ίσως κοινές μ' αυτές που βασανίζουν όλους μας σχεδόν τους κατοίκους των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. Αλλά αυτό ακριβώς νομίζω ότι θέλει να δείξει η ταινία. Τα αδιέξοδα και τους παραλογισμούς της σύγχρονης ζωής.σε μια παγκόσμια κατάσταση όπου όσο η ψαλίδα ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους ανοίγει η βία αυξάνεται με μαθηματική ακρίβεια, η ανασφάλεια εισχωρεί σαν σαράκι στις ψυχές των (σχετικά) βολεμένων... και ιδού ο φαύλος κύκλος. Όσο για την ίδια τη βία, αυτή δεν δείχνεται ξεκάθαρα. Ενυπάρχει στην ατμόσφαιρα σαν διαρκής απειλή, σαν κάτι που παραμονεύει για να ξεσπάσει. Συγχρόνως η πολυκατοικία αποτελεί ένα είδος τομής της κοινωνίας, με τις διάφορες τάξεις να αντιπροσωπεύονται σ' αυτήν: Οι κάτοικοι, ένα είδος πλούσιου "πάτερ-φαμίλια που ζει δίπλα, οι πιο εύποροι στους επάνω ορόφους, οι μεσαίοι στους κάτω, το υπηρετικό προσωπικό που ζει εκει μόνο τη μέρα και το βράδι επιστρέφει στις φαβέλες που περιστοιχίζουν την περιοχή, οι "απ' έξω" σεκιουριτάδες, καταγράφουν εύγλωττα αυτή τη διαστρωμάτωση.
Η "εγκλωβισμένη" σύγχρονη ζωή - απόροια βέβαια των παραπάνω - είναι ένα άλλο στοιχείο που τονίζεται. Πράγματι, τα κάγκελα κάθε είδους, οι κλειδωμένες σιδερόπορτες, τα σαν φυλακής παράθυρα κλπ. υπογραμμίζουν το στοιχείο αυτό. Πουθενά δεν αναφέρεται ρητά, όλα όσα βλέπουμε όμως μοιάζουν να μας λένε ότι ζούμε σε κλουβιά. Όλη η σύγχρονη συνηθισμένη αρχιτεκτονική άλλωστε (πανταχού παρόν στοιχείο στο φιλμ) μοιάζει να επικεντρώνεται στο εκεί.
Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η ελλειπτικότητα της αφήγησης του φιλμ. Πολλά πράγματα μένουν μετέωρα, δεν εξηγούνται πλήρως, δεν μαθαίνουμε με φλας μπακ ή άλλες τεχνικές. Αναφέρονται αποσπασματικά,όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Η μέθοδος αυτή ακολουθείται ακόμα και στην τελική σκηνή, που κρύβει μια ανατροπή.
Τέλος εντύπωση προκαλεί το πανταχού παρόν σάουντρακ του φιλμ. Για να τονιστεί το καταπιεστικό αστικό στοιχείο, αποτελείται είτε από ένα είδος ιντάστριαλ μουσικών είτε από διαρκείς ήχους "βιομηχανικής" ή, τέλος πάντων, τεχνητής προέλευσης. Δεν υπάρχουν φυσικοί ήχοι,
Ενδιαφέρον φιλμ. Ρεαλιστικό, σαν φέτα ζωής, προειδοποιώ για όσους απεχθάνονται το στιλ αυτό,  αλλά από τα ενδιαφέροντα νομίζω του είδους.Και, περιτό να πούμε, μπορεί να αναφέρεται στη Βραζιλία, το κλίμα όμως και τα προβλήματα είναι παγκόσμια.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η όμορφη μεσοαστή νοικοκυρά, ίσως η πιο παρανοϊκή κατά βάθος εκεί μέσα. Από την ταινία, βλέπετε, δεν λείπουν και κάποιες χιουμοριστικές πινελιές.

Κυριακή, Ιουλίου 07, 2013

ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΜΑΝΧΑΤΑΝ"

Βρισκόμαστε στα 1979. Ο Woody Allen έχει μόλις σταματήσει να κάνει τις ξεκαρδιστικές κωμωδίες της πρώτης φάσης της καριέρας του και έχει στραφεί στο ευφάνταστο και προσωπικό είδος "κομεντί" για διανοούμενους που τον χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα (πρώτη ταινία της στροφής του ήταν ο "Νευρικός Εραστής" το 1977). Μια από τις καλύτερες στιγμές της μακράς αυτής δεύτερης φάσης του είναι το "Manhattan" της χρονιάς εκείνης.
Σε πρώτο επίπεδο το "Manhattan" είναι μια αισθηματική κομεντί με πολύ χιούμορ και όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Οι ιστορία ενός διανοούμενου σαραντάρη νεοϋορκέζου που διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα της πανέμορφης 17χρονης (!) ερωμένης του και της πιο ώριμης - και πιο κοντά του όχι μόνο ηλικιακά, αλλά και πνευματικά - γυναίκας που γνωρίζει, η οποία τυγχάνει να είναι και η κρυφή ερωμένη του παντρεμένου καλύτερού του φίλου. Κομφούζιο δηλαδή. Έχουμε έτσι μια ζωντανή σκιαγράφηση της κοινωνίας των νεοϋορκέζων διανοούμενων, ενός περιορισμένου σχετικά κοινωνικού στρώματος, το οποίο συχνά έχει ο Άλεν "εξερευνήσει" στην παραγωγικότατη καριέρα του. Το χαρακτηριστικό γουντιαλενικό χιούμορ είναι πανταχού παρόν, όπως και η καταγραφή των νευρώσεων, των φόβων, του ανικανοποίηστου και της διαρκούς ανασφάλειας του μικρόκοσμου που προαναφέραμε. Όπως επίσης και ένα πλήθος από αναφορές σε ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης που αγαπά και έχουν επηρεάσει τον ίδιο τον δημιουργό, αλλά και σε προσωπικά του πιστεύω.
Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο ουσιαστικότερος λόγος για τον οποίο έγινε αυτή η ταινία είναι για να εκφράσει την βαθύτατη αγάπη του δημιουργού της για την Νέα Υόρκη, πόλη στην οποία ζει και λατρεύει και από την οποία έχει καταφέρει να "ξεκολλήσει" μόλις από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, μετά δηλαδή από 30τόσα χρόνια σινεμά. Όλο το κλίμα της ταινίας, από τις ατάκες, τις εικόνες, το στόρι, τα πάντα, αποπνέουν τον έρωτα αυτόν, που μοιάζει να είναι ισχυρότερος από οποιονδήποτε άλλον στη ζωή του. Είναι γνωστή επίσης η αγάπη του Άλεν για τη τζαζ (είναι και μουσικός ο ίδιος άλλωστε). Έτσι λοιπόν ντύνει το φιλμ με ένα διαρκές σχεδόν σάουντρακ από μουσικές του Τζορτζ Γκέρσουιν, και ιδιαίτερα την υπέροχη "Rhapsody in Blue". Όλα αυτά, και παρά τις συχνές αστείες ατάκες, δημιουργούν μια ανεπανάληπτη ποιητική ατμόσφαιρα, την οποία λίγες φορές κατάφερε να αγγίξει ξανά ο Γούντι Άλεν στη μετέπειτα πορεία του.
Φυσικά πρόκειται για αγαπημένη ταινία για μένα, από τις ομορφότερες της ώριμης φάσης του σκηνοθέτη. Και επιπλέον, εκτός του ίδιου, της Νταϊάν Κίτον και της Μάριελ Χέμινγουέι, θα αναγνωρίσετε σε μικρότερο ρόλο και μια όχι ακόμα σούπερ σταρ Μεριλ Στριπ.

Σάββατο, Ιουλίου 06, 2013

WORLD WAR Z: ΟΤΑΝ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΑ ΖΟΜΠΙ

Τα ζόμπι υπήρξαν ανέκαθεν (από το 1968 συγκεκριμένα, εποχή της πρώτης κλασικής ταινίας του Ρομέρο) κατ' εξοχήν υλικό για ποικίλα b-movies, τα οποία ήταν από εξαιρετικά έως κυριολεκτικά άθλια. Ξαφνικά, εν έτει 2013, εξ αιτίας του πετυχημένου βιβλίου του Μαξ Μπρουκς (γιου του Μελ Μπρουκς) "World War Z", ανακαλύπτονται από το αδηφάγο Χόλιγουντ και μετατρέπονται στο πανάκριβο ομώνυμου μπλόγκμπάστερ, με σκηνοθέτη τον παντός καιρού Marc Forster (από χαμηλότονες ψυχολογικές ταινίες έως,,, Τζέιμς Μποντ). Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο λένε ότι η ταινία "του αλλάζει τα φώτα". Ωστόσο εγώ θα μείνω σ' αυτή, ξεχνώντας τη λογοτεχνική της προέλευση.
Η ύπαρξη των ζόμπι οφείλεται εδώ σε μια ταχύτατα εξαπλούμενη παγκόσμια επιδημία, σε έναν ιό δηλαδή που μετατρέπει τους ανθρώπους σε σχεδόν απέθαντους. Ο Μπραντ Πιτ, απεσταλμένος του υπό κατάρευση (όπως και ολόκληρος ο πολιτισμός) ΟΗΕ στέλνεται να βρει τη ρίζα του κακού, σε ένα παγκόσμιο ταξίδι που ξεκινά από την Κορέα και, μέσω Ιερουσαλήμ, φτάνει στο Καρντιφ. Φυσικά ο ήρωάς μας "τα κάνει όλα και συμφέρει".
Και, βέβαια, αστειεύομαι, όπως συνήθως κάνω με δεκάδες ανεγκέφαλα μπλογκμπάστερ, ωστόσο οφείλω να ομολογήσω ότι το συγκεκριμένο δεν το βρήκα και τόσο κακό. Όχι φυσικά ότι πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, αλλά κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, να διαθετει μια κάποια δόση ρεαλισμού (όσο γίνεται βέβαια σε ταινίες του είδους) και να έχει σχετικά λίγες εντελώς γελοίες στιγμές.. Η χειρότερη από αυτές ειναι στο λευκορώσικο αεροπλάνο, το οποίο συντρίβεται με μάλλον απίστευτο τρόπο και απ' όλους τους επιβάτες... γλιτώνουν μόνο οι δύο ήρωες. Έλεος!!! Υπάρχει επίσης και η σκηνή όπου κάποιος ισραηλινός εξηγεί τα πάθη του λαού του και την εμπειρία, αλλά και την αναγκαιότητα, του να "κλείνεται σε τείχη" για να προφυλαχτεί, προπαγανδίζοντας έτσι απροκάλυπτα υπέρ του Ισραήλ. Κατά τα άλλα, όπως προείπα, και αρκετά θεαματικό βρήκα το φιλμ και έναν συμπαθητικό συνδυασμό από ταινία μυστηρίου (η άγνωστη προέλευση, ο τρόπος αντιμετώπισης, αν υπάρχει), ταινία τρόμου και, φυσικά, ταινία καταστροφής. Κάτι μεταξύ ζόμπι του Ρομέρο, "Contagion" (από το οποίο βρηκα το WWZ πολύ καλύτερο) και του ανεκδιήγητου "2012". Ο συνδυασμός όμως, όπως είπα, μου φάνηκε αρκετά πετυχημένος.  Οι σκηνές μάλιστα της άλωσης της Ιερουσαλήμ σχεδόν μου έκοψαν την ανάσα.
Φυσικά, για να μη χάσουμε και λεφτά από το πολύ νεανικό κοινό, απο το φιλμ λείπουν σχεδόν εντελώς οι καθαρά σπλάτερ σκηνές που συναντώνται κατά κόρον σε ταινίες με ζόμπι. Μπορεί να έχουμε εκατόμβες θυμάτων - η γη και ο πολιτισμός ουσιαστικά καταστρέφονται - αλλά δεν δείχνουμε και πολλές απεχθείς λεπτομέρειες. Πώς αλλιώς θα γινόταν εισπρακτική επιτυχία αν, με συνταγή Χόλιγουντ, δεν προσθέταμε λίγο νερό στο κρασί των αιμοσταγών ζόμπι;
Ξαναλέω πάντως ότι συνολικά δεν το βρήκα και τόσο κακό. Πραγματικά θεωρώ ότι έχω δει πολύ - πολύ χειρότερα μπλογκμπάστερ. Αν περιορίζαμε λίγο και τα πολυειδωμένα κλισέ, και τον υπερήρωα Μπραντ Πιτ που κάνει τα πάντα και γελοίες σκηνες όπως αυτή με το αεροπλάνο που ανέφερα, τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα.

Πέμπτη, Ιουλίου 04, 2013

Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ ΚΑΙ Η ΜΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕ

Το "Hemindway and Gellhorn" είναι μια τηλεοπτική ταινία δυόμιση περίπου ωρών που γύρισε το 2012 ο γνωστός (από την "Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι" μεταξύ άλλων) Philip Kaufmanm με βασικούς πρωταγωνιστές τους Κλάιβ Όουεν και Νικόλ Κίντμαν. Όπως λέει και ο τίτλος περιγράφει την ταραγμένη σχέση του Έρνεστ Χέμινγουέι με τη διάσημη δημοσιογράφο Μάρθα Γκέλχορν, η οποία έγινε και γυναίκα του, όχι όμως για πάντα...
Πρόκειται για μια ιστορική ουσιαστικά παραγωγή, καθώς το φόντο στις σχέσεις του ζευγαριού αποτελούν μόνιμα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν τη εποχή. Πρώτα έχουμε τον ισπανικό εμφύλιο, στον οποίο πολέμησαν εθελοντικά αμφότεροι (και κατά τη διάρκεια του οποίου τα έφτιαξαν, αν και γνωρίζονταν από πριν). Στη συνέχεια μαζί θα ταξιδέψουν στην Κίνα του εμφύλιου, όπου ο συντηρητικός στρατός του Τσανγκ Κάι Σεκ αντιμετωπίζει τον επαναστατικό του Χο Τσι Μινχ. Στο μεταξύ, μόνη της αυτή τη φορά, η Μάρθα θα βρεθεί στην απόβαση στη Νορμανδία, αλλά και σε άλλα πολεμικά μέτωπα, καλύπτοντας με πολύ προσωπικό τρόπο τα συγκλονιστικά γεγονότα από πολλές γωνιές του πλανήτη.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο ιστορικό έπος, τη βιογραφία και το ερωτικό φιλμ. Πρόκειται για δύο ανήσυχους, τολμηρούς, "μεγαλύτερους από τη ζωή" χαρακτήρες, των οποίων, όπως είναι φυσικό, η σχέση είναι πραγματικά θυελλώδης. Έχουμε λοιπόν την καταγραφή των δύο αυτών τόσο ξεχωριστών προσωπικοτήτων, που δεν μπορούν να καθήσουν στο σπίτι και να απολαύσουν τον έρωτά τους, αλλά θέλουν να βρίσκονται πάντοτε "εκεί που συμβαίνει", όσο οδυνηρό και επικίνδυνο κι αν είναι αυτό. Και ταυτόχρονα την προσωπογραφία μιας αληθινά χειραφετημένης γυναίκας, που αρνείται οποιαδήποτε υποταγή στον άντρα και διεκδικεί πλήρη ισότητα και ανεξαρτησία, τόσο στον επαγγελματικό τομέα όσο και αλλού. Από την άλλη ο Χέμινγουέι είναι μια μάλλον αρνητική προσωπικότητα, ένας χειμαρρώδης, πληθωρικός και οξύθυμος χαρακήρας, του οποίου ωστόσο όλη η προσπάθεια είναι να αποδείξει ανά πάσα στιγμή πόσο "μάτσο" είναι, με όποιον τρόπο μπορεί (αλκοόλ, γυναίκες, κυνήγι και ψάρεμα, καβγάδες, πυγμαχία κλπ.) Φυσικά, ταυτόχρονα μ' όλα αυτά, είναι και απίστευτα εγωκεντρικός. Δεν νομίζω ότι θα τον έντεχε για πολύ μια γυναίκα με στοιχειώδη αίσθηση ανεξαρτησίας, παρά τον "ζωώδη" μαγνητισμό που εξέπεμπε.
 Όλα αυτά εναλλάσσονται στο φιλμ με επικές σκηνές μαχών, βομβαρδισμών και γενικά ακραίων καταστάσεων, οπότε το (πολεμικό συνήθως) έπος διεκδικεί με ίσους όρους το μερίδιο του. Ο Κάουφμαν χρησιμοποιεί έξυπνα αληθινό υλικό από αυτές τις ταραγμένες εποχές, ενω εναλλάσσει το ασπρόμαυρο με το έγχρωμο φιλμ, ώστε σε κάποιες σκηνές να μην αντιλαμβάνεσαι αρχικά το πέρασμα από το ντοκιμαντέρ στο φιξιόν. Ωστόσο βρίσκω ότι υπάρχει ένα είδος συντηρητισμού στην όλη απόδοση και σκηνοθετική άποψη, σα να μην υπάρχουν κορυφώσεις, να είναι όλο κάπως επίπεδο. Δεν το βρήκα ακριβώς κακό, αλλά μάλλον συμβατικό θα το χαρακτήριζα. Το συνιστώ κυρίως για ιστορικούς λόγους, για όσους δηλαδή ενδιαφέρονται τόσο για τις ζωές των δύο ηρώων όσο και για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, που δίνεται αρκετά ικανοποιητικά κατά τη γνώμη μου.

eXTReMe Tracker