Κυριακή, Ιουνίου 30, 2013

MAN OF STEEL Ή "ΞΥΛΟ" ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ



Ποτέ δεν υπήρξα φαν του Superman και των σούπερηρωικών κόμικς ή ταινιών γενικότερα (εξαιρεση αποτελούν ορισμένοι Batman και ελάχιστες άλλες περιπτώσεις). Ο Σούπερμαν ιδιάιτερα αποτελεί έναν "άκαμπτο" κατά τη γνώμη μου ήρωα, από τη μεταφορά του οποίου στην οθόνη ουδέποτε περίμενα πολλά. Ας δούμε λοιπόν τι κατά τη γνώμη μου συμβαίνει στο "Man of Steel" του Zack Snyder (σε παραγωγή Κρίστοφερ Νόλαν μάλιστα) του 2013:
Τον μύθο τον ξέρουμε. Εδώ οι δημιουργοί αποφασίζουν να κάνουν ένα remake ουσιαστικά, αρχίζοντας την όλη ιστορία από την αρχή. Από τη γέννηση δηλαδή του υπερήρωα στον πλανήτη Κρυπτόν, την έλευσή του στη γη κλπ. Με αρκετές παραλλαγές βέβαια, που κυρίως αφορούν τη σχέση του με τη δημοσιογράφο Λόις Λέιν, η οποία ξέρει από την αρχή την αληθινή ταυτότητα και ιστορία του Σούπερμαν / Κλαρκ Κεντ και την αποκρύπτει συνειδητά. Η ιστορία λοιπόν καθ΄εαυτή ιδεολογικά με ενοχλεί. Αρχικά με ενοχλεί η προφανής μεσιανικότητα του ανίκητου ήρωα και απόλυτου οπαδού του Καλού, που έρχεται "από τον ουρανό" για να σώσει την ανθρωπότητα. Και αν έχετε την παραμικρή αμφιβολία για την συνειδητή αναφορά, λέγεται κάμποσες φορές ότι ο ήρωάς μας - εντελώς τυχαία, υποθέτω - είναι ακριβώς 33 χρονών! Γενικά δεν πιστεύω ότι θα μας σώσει κανένας μεσίας οποιασδήποτε μορφής. Ή θα σωθούμε μόνοι μας ή θα αυτοκτονήσουμε μεγαλοπρεπώς ως είδος (λόγω βλακείας). Σαν κερασάκι στην "ιδεολογική" τούρτα έρχεται και η ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι ο εν λόγω μεσίας "είναι αμερικάνος, από το Κάνσας" (!) όπως τονίζει ο ίδιος προς το τέλος, προτρέποντας έτσι κάποιον στρατηγό να μην ανησυχεί αφού "δικός μας είναι". Μάλιστα...
Ας βάλουμε όμως (αν γίνεται) σε δεύτερο επίπεδο το ιδεολογικό μέρος. Ας δούμε κινηματογραφικά την ταινία. Εδώ βρήκα τα πράγματα καλύτερα, μέχρις ενός σημείου όμως. Στο πρώτο μέρος μπορώ να πω ότι μου άρεσε κιόλας, καθώς το ευρισκα αξιοπρεπέστατο ως μπλογκμπάστερ που εκπληρώνει τον στόχο του: Να μας προσφέρει δύο ώρες διασκέδασης. Το πρώτο 20λεπτο περίπου, που δοαδραματίζεται στον πλανήτη Κρυπτόν, ήταν για μένα το καλύτερο της ταινίας, για οπτικούς κυρίως λόγους, δηλαδή για την κατασκευή ενός εξαιρετικά ευφάνταστου εξωγήινου περιβάλλοντος. Νομίζω ότι θα αρέσει σε κάθε φίλο της επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και μετά την έλευση στη γη τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν καλά για μένα. Γίνεται μια προσπάθεια εμβάθυνσης του χαρακτήρα, με το βάρος να πέφτει στην υποχρεωτική μοναχικότητα και την προφανή διαφορετικότητά του, ενώ η ιστορία του δίνεται με ενδιαφέροντα μπρος - πίσω στο χρόνο. Πάνω λοιπόν που έλεγα "να ένα καλό μπλογκμπάστερ" (πράγμα που λέω πολύ σπάνια), έρχεται δυστυχώς στο δεύτερο μέρος, εμφανίζεται ο Κακός (ο πραξικοπηματίας στρατηγός Ζογκ), κάθε μορφή ευφάνταστου σεναρίου υποχωρεί και... απολαμβάνουμε κάπου μια ώρα διαρκούς υπερηρωικής κλωτσοπατινάδας, με εντυπωσιακά υποτίθεται εφέ (τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί) και τους αντίπαλους να παίζουν ξύλο με γελοίο τρόπο μέχρις εσχάτων! Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια της υπερ πάντων αυτής σύγκρουσης οι αντίπαλοι καταστρέφουν τα πάντα: Από τη μικρή πόλη όπου γεννήθηκε ο Σούπεμαν μέχρι τη μισή Νέα Υόρκη, με τους ουρανοξύστες να πέφτουν σωρηδόν ο ένας πάνω στον άλλον και να σε κάνουν να θεωρείς την 11η Σεπτέμβρη απλή, ελάχιστη γρατζουνιά... Σημειωτέον και πάλι ότι παρά το ότι πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες αθώοι νεκροί δεν δείχνεται ούτε σταγόνα αίμα, ούτε μισός τραυματίας. Μόνο τα κτίρια και τα αυτοκίνητα οδηγούνται σε ολοκαύτωμα...
Συμπέρασμα: Μετά το πρώτο μισό το IQ του φιλμ υποχωρεί κάθετα, προφανώς για να ικανοποιήσει τα εκατομύρια αντίστοιχου IQ εφήβων που σκάνε τα λεφτά για ταινίες σαν κι αυτή. Κρίμα μεν, αλλά όλο αυτό δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση έκπληξη για μένα. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε...

Πέμπτη, Ιουνίου 27, 2013

FALLEN ANGEL : ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΝΟΥΑΡ

Το 1945 ο Otto Preminger (1905-1986) γυρίζει το "Fallen Angel", ένα νουάρ που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα στάνταρ του περίφημου αυτού είδους. Μοιράζεται βέβαια πολλά στοιχεία μ' αυτό, αλλά και οι διαφορές τους είναι αρκετές. Μάλλον ως ένα είδους υβρίδιου νουάρ και αισθηματικού φιλμ θα το χαρακτήριζα.
Ένας άντρας δίχως φράγκο στην τσέπη πετιέται νύχτα από ένα λεωφορείο σε μια μικρή πόλη στο μέσον του πουθενά, αφού δεν έχει λεφτά να συνεχίσει. Μπαίνει στο πρώτο καφέ - μπαρ - φαγάδικο που βρίσκει μπροστά του, όπου ερωτεύεται την εντυπωσιακή σερβιτόρα, που συγχρόνως είναι και η "εύκολη" (με το αζημείωτο μάλλον) κοπέλα της πόλης, η οποία δείχνει ενδιαφέρον, δίχως όμως να αποβάλλει ολότελα τον κυνισμό της. Της υπόσχεται ότι θα βρει πάσει θυσία λεφτά για να επιστρέψει και να την παντρευτεί και όντως βρίσκει σύντομα... αφού παντρεύεται μια πλούσια και ενάρετη κοπέλα (για τα λεφτά της φυσικά). Θα ακολουθήσει ένας φόνος, η σύζυγος θα αντιληφτεί τις προθέσεις του άντρα της... όμως θα εξακολουθήσει να τον αγαπά και να νοιώθει αφοσιωμένη σ' αυτόν. Η κατάληξη θα είναι κάπως διαφορετική από τα κατάμαυρα τέλη των νουάρ, με έναν περίεργο όμως τρόπο.
Υπάρχει λοιπόν ο μοναχικός αρχικά, σκληρός ήρωας, που δεν είναι όμως ακριβώς ο άνθρωπος της δράσης που ξέρουμε από ανάλογα φιλμ. Υπάρχει η μοιραία γυναίκα, η οποία όμως δεν είναι ακριβώς το "σατανικό θηλυκό" των κλασικών νουάρ, απλώς κυνική. Υπάρχει ένας φόνος για τον οποίο κατηγορείται ο ήρωας, αλλά αυτός συμβαίνει κάπου στη μέση (ίσως και λίγο μετά), οπότε η ταινία δεν περιστρέφεται γύρω από το μυστήριο που δημιουργείται. Γι' αυτό σας είπα αρχικά ότι πρόκειται για μια παράδοξη περίπτωση νουάρ, με αρκετές διαφορές.
Ο Preminger μελετά εδώ και τη σχέση του ήρωα με την ανύποπτη αρχικά σύζυγο, αλλά και διάφορους "περιφερειακούς" χαρακτήρες, κάτοικους της πόλης, όπως τον ιδιοκτήτη του μπαρ, τον αστυνομικό, την αδελφή της συζύγου κλπ. Το σασπένς θα κορυφωθεί προς το τέλος, με τον αγώνα για την αποκάλυψη του δολοφόνου, δεν θα λέγαμε όμως ότι το φιλμ βασίζεται στο διαρκές σασπένς. Ίσως οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων να παίζουν σημαντικότερο ρόλο εδώ. Όσο για τον βασικό χαρακτήρα (ο καλός Ντάνα Άντριους), είναι σαφώς αρνητικός, στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τουλάχιστον (αυτό βέβαια συμβαίνει και σε άλλα νουάρ). Συγχρόνως ενδιαφέρον έχει και η καταγραφή του μικρόκοσμου της ήσυχης πόλης, με τον επιφανειακό συντηρητισμό και καθωσπρεπισμό και τα πάθη και τις "αμαρτίες" που σιγοβράζουν κάτω από τη φαινομενικά στιλπνή επιφάνεια.
Ωρaία ταινία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), που παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον, η οποία απέδειξε για μια ακόμα φορά ότι ο Πρέμινγκερ υπήρξε ένας από τους μεγάλους χολιγουντιανούς δημιουργούς. Ίσως σας ξενίσει κάπως με τα αισθηματικά της "παραστρατήματα" αν είστε φανατικός του τυπικού νουάρ, αλλά νομίζω ότι - αν τουλάχιστον είστε προετοιμασμένος γι' αυτό - αξίζει τον κόπο. Δώστε της λοιπόν μια ευκαιρία, κι ας μην είναι από τα γνωστότερα φιλμ του σκηνοθέτη. Και παίζει και η εντυπωσιακή Λίντα Νταρνέλ!

Δευτέρα, Ιουνίου 24, 2013

ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Μπορεί κάποιος να αντέξει ταινίες όπου οι ήρωες μιλάνε ακατάπαυστα, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, ενώ η δράση είναι ελάχιστη; Ναι, αν όσα λένε είναι ενδιαφέροντα. Ναι, άλλωστε, απαντάνε και οι ουκ ολίγοι φανατικοί φίλοι της περίφημης τριλογίας του Richard Linklater με ήρωες ένα ζευγάρι και την εξέλιξη της σχέσης του μέσα σε 18 χρόνια (κάθε μια από τις ταινίες απέχει 9 χρόνια από την προηγούμενη).
Έτσι το τρίτο μέρος "Before Midnight" του 2013, πάντα με την Ζιλιέτ Ντελπί και τον Ίθαν Χοκ, βρίσκει το ζευγάρι στα 40 του, παντρεμένο με παιδιά, να κάνει διακοπές στην Ελλάδα. Το φιλμ καταγράφει τα όσα καθημερινά (και βαθιά ταυτόχρονα) συμβαίνουν την τελευταία μέρα των διακοπών τους. Ένα τραπέζι με φίλους σε ένα υπέροχο σπίτι, μια βόλτα σε ένα παλιό κάστρο, μια νύχτα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, ένας δυνατός καβγάς... Και είπαμε ότι όλοι μιλάνε ακατάπαυστα.
Όπως και στα δύο προηγούμενα φιλμ, όλο το ενδιαφέρον εστιάζεται στους διαλόγους. Και αυτό το τρίτο φιλμ καταφέρνει να ενθουσιάσει πολλούς και να πάρει εξαιρετικές κριτικές. Τι συμβαίνει λοιπόν με αυτούς τους διαλόγους; Τι να πρωτοπώ: Ότι είναι εξαιρετικά φυσικοί; Σα να ακούς κουβέντες κυριολεκτικά βγαλμένες από την καθημερινή ζωή; Ότι καταφέρνουν με θαυμαστό τρόπο να καταγράψουν και αν αναλύσουν όλα τα συναισθήματα και τις λεπτές αποχρώσεις και φάσεις μιας σχέσης; Ότι ασχολούνται, μέσα στην καθημερινότητά τους και το φαινομενικά τετριμένο τους, με βαθιά θέματα; Ότι προβληματίζονται πάνω στο χρόνο κυρίως και τις αλλαγές που το πέρασμά του φέρνει όχι μόνο πάνω στους μεμονωμένους ανθρώπους, αλλά και στον έρωτα, στο ζευγάρι; Ότι καταγράφουν με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές αντρικής και γυναικείας ψχολογίας; Και, συγχρόνως με όλα αυτά τα παγκόσμια, να καταγράφουν εξαιρετικά τις ιδιοσυγκρασίες των συγκεκριμένων ηρώων του φιλμ και τις απόψεις τους για τη ζωή και για ένα πλήθος θεμάτων, με αποτέλεσμα το όλο πράγμα να μη χάνει το ενδιαφέρον του, αφού, πέρα από "αντιπροσωπευτικοί", οι δύο πρωταγωνιστές έχουν και τη δική τους προσωπικότητα, τα δικά τους "κολλήματα", απόψεις, αρετές...
Πραγματικά δεν μπορώ ακριβώς να κατανοήσω πώς μπορεί να πλέκεται ένα τόσο πολύπλοκο και συγχρόνως αφοπλιστικά φυσικό και καθημερινό γαϊτανάκι μέσα από μια τόσο μινιμαλιστική πλοκή και δράση. Αυτό που κατά τη γνώμη μου επιτυγχάνεται εδώ είναι να θιγονται με καίριο τρόπο βαθύτατα θέματα μέσα από την πιο τετριμένη καθημερινότητα της ζωής ενός ζευγαριού που είναι χρόνια μαζί. Δίχως μάλιστα να λείπουν απ' όλα αυτά και κάποια πολιτικά σχόλια για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα, αλλά και το χιούμορ. Αυτό και η όλη αντιμετώπιση είναι που μετετρέπουν ένα εκ πρώτης όψεως κουραστικό εγχείρημα σε κάτι ανάλαφρο και χαλαρό. Όντως πολύ δύσκολο να πετύχει κανείς έναν τέτοιο συνδυασμό.
Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο συχνά πανέμορφα - και οικεία για μας - ελληνικά τοπία της Πελοποννήσου, της Μάνης κυρίως. Τα θαυμάζουμε, δίχως να αποσπούν την προσοχή μας από όσα συμβαίνουν στις καρδιές των ηρώων. Αν δε φοβάστε λοιπόν τους ατέλειωτους, επί παντός επιστητού διαλόγους, μπορείτε να απολαύσετε την ωρίμανση πλέον του γνωστού ζευγαριού.

Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

DOA: ΟΤΑΝ Ο ΗΡΩΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ Η ΤΑΙΝΙΑ

Ένας άντρας μπαίνει στο αστυνομικό τμήμα και λέει ότι θέλει να αναφέρει μια δολοφονία. "Ποιος είναι ο νεκρός"; ρωτά ο ατυνομικός. "Εγώ!" απαντά ο άντρας. Έτσι ξεκινά το "D.O.A." (Κυνηγώντας το Δολοφόνο μου"), ένα κλασικό, ασπρόμαυρο νουάρ που γύρισε το 1950 ο Rudolph Mate (1989-1964). Ο οποίος, ούγγρος στην καταγωγή, υπήρξε από τη δεκαετία του '20 περίφημος διευθυντής φωτογραφίας με κλασικά φιλμ στο ενεργητικό του, ώσπου, από το 1947, πέρασε στη σκηνοθεσία. Αυτή εδώ είναι σίγουρα η γνωστότερη ταινία του.
Φυσικά το θρίλερ αυτό εντυπωσιάζει από την αρχή χάρη στην πραγματικά πρωτότυπη ιδέα του. Ο ήρωας έχει δηλητηριαστεί, άγνωστο από ποιον και γιατί, με δηλητήριο βραδείας δράσης. Του μένουν λίγες μέρες ζωής και αυθόρμητα αποφασίζει να τις ξοδεψει ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρει τον δολοφόνο του. Η διαδρομή του θα είναι δαιδαλώδης, η ιστορία πολύπλοκη, το κουβάρι μπερδεμένο. Καθώς χώνεται όλο και πιο βαθιά στην ιστορία, η ταινία σκιαγραφεί έναν σκληρό, αδίστακτο, αμοραλιστικό κόσμο (πράγμα που είναι αλλωστε χαρακτηριστικό των περισσότερων νουάρ). Εδώ δεν υπάρχουν και πολλοί καλοί χαρακτήρες (ίσως μόνο η μνηστή του ήρωα) ούτε και χώρος για χάπι εντ. Εδώ ξέρουμε από την πρώτη στιγμή ότι ο ήρωας, με τον οποίο φυσικά ταυτιζόμαστε απόλυτα, πρόκειται σύντομα να πεθάνει. Αλλά ο σκληρός κόσμος πολύ λίγο νοιάζεται γι΄ αυτό...
Πέρα από τη σεναριακή πρωτοτυπία, η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Το σασπένς είναι κυριολεκτικά διαρκές και η δεδομένη απελπισία του ετοιμοθάνατου πρωταγωνιστή καταφέρνει, νομίζω, να αγγίξει τον θεατή. Σπάνια στην οθόνη έχει αποτυπωθεί τόση απελπισία, τόση αγωνία. Αλήθεια, τι θα κάναμε όλοι εμείς αν βρισκόμαστε στην τραγική θέση του ήρωα; Στο μεταξύ ο Έντμοντ Ο' Μπράιεν δίνει μια καλή ερμηνεία σαν αθώος επαρχιώτης που πάει να το ρίξει έξω στο πολύβουο Σαν Φρανσίσκο, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες. Ίσως εδώ να κρύβεται και ένα παλιομοδίτικο, ηθικοπλαστικό μήνυμα του στιλ "να τι παθαίνει όποιος τσιμπουρδίζει". Αν το δει κανείς από αυτή τη σκοπιά, το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί ηθικά συντηρητικό. Ωστόσο είναι τόση η κινηματογραφική απόλαυση, που δεν νομίζω ότι πρέπει να επιμείνουμε παραπάνω σ΄αυτή την μάλλον αρνητική πτυχή.
Για μια ακόμα φορά θα το πω: Μη φοβηθείτε τις δεκαετίες που έχουν περάσει. Αφείστε τον εαυτό σας να το απολαύσει και συγκρίνετε και πάλι το πόσο τολμηρό (όχι ηθικά, όπως μόλις είπαμε, αλλά σεναριακά στη συγκεκριμένη περίπτωση) υπήρξε κάποτε το Χόλιγουντ σε σχέση με τη σημερινή, ξενέρωτη και σχεδόν αποκλειστικά προανατολισμένη στα ταμεία και τις εισπράξεις κινηματογραφική μηχανή παραγωγής εικόνων - ή δυνατόν όσο πιο μπλογκμπάστερ γίνεται - αφού αυτό είναι πλέον το απόλυτο φετίχ. Προσοχή μη δυσαρεστήσουμε τους δεκαπεντάρηδες, αφού αυτοί πλέον είναι το βασικό κοινό που ακουμπά τα λεφτά...

Πέμπτη, Ιουνίου 20, 2013

Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΜΑΣ ΕΞΑΠΑΤΑ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ

Ο Louis Leterrier είναι γάλλος, έχει όμως εγκατασταθεί στο Χόλιγουντ εδώ και χρόνια. Μάλλον για κακό, αφού γυρίζει τη μια αδιάφορη ταινία μετά την άλλη. Όπως τη "Συμμορία των Μάγων" (Now You See Me) του 2013, την οποία πήγα να δω σε θερινό έτσι, για να περάσει η ώρα, αλλά ούτε να με ψυχαγωγήσει στοιχειωδώς κατάφερε.
Η ιδέα είναι αρχικά σχετικά πρωτότυπη. Τέσσερις β' διαλογής μάγοι - ταχυδακτυλουργοί (απατεώνες ουσιαστικά) συγκεντρώνονται από έναν άγνωστο (τον οποίο δεν βλέπουμε ποτέ) και μετατρέπονται, με το όνομα "Τέσσερεις Καβαλάρηδες", σε σούπερ σταρ της μαγείας, με εκπληκτικά sold out σόου και χιλιάδες θεατές. Σύντομα θα αρχίσουν να κάνουν... ληστείες εκατομμυρίων παρουσία κοινού, κατά τη διάρκεια του σόου δηλαδή, ενώ FBI και Interpole αδυνατούν να τους ενοχοποιήσουν.
Ωραία λοιπόν. Σχετικά πρωτότυπη ιδέα. Από εκεί και πέρα μηδέν. Η μαγεία, που είναι το βασικό θέμα της ταινίας, δεν νομίζω ότι καταφέρνει να περάσει και στο κοινό. Το κακό (ένα από τα κακά) είναι ότι η ταινία παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Και επιλέγει τον δρόμο του "ρεαλισμού" (εντός πολλών εισαγωγικών), με την έννοια ότι δεν αποφασίζει να γίνει ταινία φανταστικού, αλλά επιχειρεί να εξηγήσει "λογικά" (και πάλι εντός πολλών εισαγωγικών) όλα τα απίθανα που συμβαίνουν. Διότι το τι συμβαίνει κυριολεκτικά δεν περιγράφεται.
Όπως αντιλαμβάνεστε το πρόβλημα βρίσκεται στο παντελώς ανεδαφικό σενάριο. Όπου η μία απιθανότητα διαδέχεται την άλλη με ρυθμό πολυβόλου, η υποτιθέμενη αγωνία του θεατή θα ήθελαν να μεγαλώνει αφού όλοι είναι ύποπτοι για όλα και γενικά υπάρχει ένας αχταρμάς ιδεών ατάκτως ερριμένων. Και υποτίθεται ότι όλα αυτά δένουν λογικά και μπορούν να γίνουν στ' αλήθεια και συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο και... Αφείστε καλύτερα.
Στο μεταξύ, καλά το μυστήριο και όλα αυτά, αλλά να μη χώσουμε και πάσει θυσία ό,τι κλισέ υπάρχει σε action movies; (κι ας μην πρόκειται ακριβώς για action movie). Έτσι, στο δεύτερο μέρος ιδιαίτερα, και σκηνή ξύλου υπάρχει (όπου ένας ξεφεύγει από ολόκληρη επιδρομή του FBI) και, για να μη χάσουμε, κλασικό αυτοκινητοκυνηγητό, με αμάξια να μπαίνουν κόντρα σε μονόδρομους ή σε αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, να ανατρέπονται και να ανατινάζονται και όλα τα σχετικά. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται και η τελική λύση - αποκάλυψη, που υποτίθεται ότι είναι απρόβλεπτη, αλλά προσθέτει κάμποσους ακόμα τόννους απιθανότητας. Εν τω μεταξύ όλη αυτή η ιστορία με την ύπαρξη του "Ματιού", μιας μυστηριώδους οργάνωσης, περνά μάλλον ξώφαλτσα, έτσι για να προσθέσουμε ένα ακόμα στοιχείο στον αχταρμά.
Νομίζω ότι πρόκειται για φούσκα ολκής, η οποία, όπως είπα και στην αρχή, δεν κατάφερε καν να με διασκεδάσει ανώδυνα. Τουλάχιστον όταν πηγαίνεις στα διάφορα Die Hard ξέρεις ακριβώς τι πρόκειται να δεις και πας καθαρά για χαβαλέ με ποπ κορν. Και τα φιλμ αυτά δεν παίρνουν και τον εαυτό τους στα σοβαρά, όπως γίνεται εδώ, αλλά κάνουν πλάκα με τις απιθανότητες που συμβαίνουν. Το περίεργο είναι ότι στην ταινία παίζει μια πλειάδα καλών ηθοποιών, από τους σχετικά νεότερους Jesse Eisenberg, Melanie Laurent κλπ., μέχρι τους παλιότερους Γούντι Χάρελσον, Μαρκ Ράφαλο και τους μεγάλους βετεράνους Μάικλ Κέιν και Μόργκαν Φρίμαν. Τι να πει κανείς. Μάλλον ουδείς μπορεί να αντισταθεί σε μια καλή αρπαχτή...

Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η ΟΠΕΡΑ

Τι είναι αυτό που κάνει να ξεχωρίζουν οι κωμωδίες των αδελφών Μαρξ; Σίγουρα είναι το απόλυτα παράλογο χιούμορ τους. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν αρκεί. Υπάρχει και η ανεπανάληπτη ασέβειά τους προς οτιδήποτε. Οι Μαρξ ισοπεδώνουν με σατανική αγαλλιάση κάθε αξία (ή "αξία") στην οποία πιστεύει ο μέσος άνθρωπος. Μοιάζουν να αντλούν τη μεγαλύτερη απόλαυση όταν γελοιοποιούν οτιδήποτε σοβαρό ή σοβαροφανές.
Το 1935 τα φοβερά αδέλφια γυρίζουν μια από τις γνωστότερες ταινίες τους, το "A Night at the Opera" με σκηνοθέτη τον Sam Wood (1883-1949). Ο τελευταίος, αν και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος της ζωής του, γύρισε λίγες μόνο γνωστές ταινίες. Ανάμεσά τους και δύο με τους Μαρξ, αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ και, λίγα χρόνια αργότερα, το "A Night at the Races". Ας γυρίσουμε όμως στο φιλμ μας.
Στη "Νύχτα στην Όπερα" ο στόχος της ανελέητης πλάκας τους είναι η όπερα και γενικότερα η (κυρίως) υψηλή κοινωνία που συχνάζει εκεί. Ο αμίμητος Γράουτσο είναι ο απατεώνας ατζέντης μιας πλούσιας κυρίας που θέλει να μπει στην υψηλή κοινωνία. Γι' αυτό χρηματοδοτεί γενναία την όπερα και γίνεται φίλη με τον διευθυντή της, ο οποίος καλεί έναν διάσημο τραγουδιστή. Ο Γκράουτσο όμως και δύο τυχοδιώκτες φίλοι του (ο Χάρπο και ο Τσίκο προφανώς) υποστηρίζουν έναν φτωχό τραγουδιστή με καλύτερη φωνή, με τον οποίο είναι ερωτευμένη η βασική πρωταγωνίστρια, την οποία με τη σειρά του πολιορκεί ασφυκτικά ο διάσημος τενόρος. Φυσικά θα ακολουθήσει πανδαιμόνιο.
Το φιλμ περιλαμβάνει μερικές διάσημες κωμικές σκηνές: Η μία είναι η περίφημη σκηνή όπου ένα αληθινό πλήθος από ανθρώπους χωράνε με ακατανόητο τρόπο σε μια πραγματικά μικροσκοπική καμπίνα πλοίου. Οι άλλες έχουν να κάνουν με το μπάχαλο κατά τη διάρκεια της παράστασης και τα περίφημα μουσικά ρεσιτάλ του πάντοτε βωβού Χάρπο και του Τσίκο στην άρπα και το πιάνο αντίστοιχα (οι Μαρξ ήταν όντως μουσικοί και είχαν ξεκινήσει σαν μουσικό γκρουπ). Και, φυσικά, οι ανεπανάληπτες ατάκες με το σουρεαλιστικό χιούμορ του Γκράουτσο πέφτουν σαν πολυβόλο σ΄όλη τη διάρκεια του φιλμ. (Αυτό το τελευταίο είναι και το προσωπικό μου πρόβλημα με τους Μαρξ. Επειδή δεν μπορώ να πιάσω τα ταχύτατα λογοπαίγνια όταν προφέρονται και επειδή αρκετά από αυτά είναι αδύνατο να μεταφραστούν, νοιώθω πάντοτε ότι χάνω ένα μέρος των αστείων. Αυτό όμως είναι, όπως είπαμε, προσωπικό πρόβλημα).
Κατά τα άλλα το χιούμορ τους παραμένει νομίζω αγέραστο, η κατεδάφιση των πάντων καίρια και το σύνολο διασκεδαστικότατο. Η καθώς πρέπει κοινωνία δείχνεται εδώ ζηλόφθονη, πάντα έτοιμη να εξαγοραστεί για συγκεκριμένα συμφέροντα και βαθύτατα περιφρονητική στους μη όμοιούς της, τους "κατώτερους". Οπότε ο θεατής ταυτίζεται με τον ουσιαστικά καθόλου καλό χαρακτήρα (απατεώνα όπως είπαμε και συμφεροντολόγο και τον ίδιο) του Γκράουτσο και παρασύρεται με χαρακτηριστική ευκολία στην ηδονή της καταστροφής των πάντων. Μη φοβηθείτε λοιπόν τις τόσες δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει. Μερικά πράγματα, όσο αναιδή και να ειναι (ή μάλλον ακριβώς εξ αιτίας αυτού) αντέχουν για πάντα!

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013

CHARADE: ΦΟΝΟΙ, ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ Α ΛΑ ΧΙΤΣΚΟΚ

Υπάρχει ένας χαρακτηρισμός για το "Charade" που κυριολεκτικά τα λέει όλα: Πρόκειται για την καλύτερη χιτσκοκική ταινία που όμως... δεν γύρισε ο Χίτσκοκ. Πράγματι το φιλμ (που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο "Ραντεβού στο Παρίσι") γυρίστηκε το 1963 από τον Stanley Donen... και όντως αποτελεί υπόδειγμα χιτσκοκικού φιλμ. Υποστηρίζεται μάλιστα από ένα πλουσιότατο καστ, με επικεφαλής φυσικά την πάντοτε χαριτωμένη και αεράτη Όντρει Χέπμπορν : Κάρι Γκραντ, Γουόλτερ Ματάου, Τζέιμς Κόμπερν, Τζορτζ Κένεντι... Τι άλλο θέλετε;
Η ηρωίδα ετοιμάζεται να πάρει διαζύγιο, όταν μαθαίνει ότι ο σύζυγός της βρέθηκε δολοφονημένος (τον πέταξαν από ένα τρένο για την ακρίβεια). Είναι γεγονός ότι δεν λυπάται και πολύ. Όταν όμως επιστρέφει στο Παρίσι, όπου έμεναν, βρίσκει το διαμέρισμά της κυριολεκτικά λεηλατημένο. Ένας γοητευτικός "βοηθός" εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά στη ζωή της, με τον οποίο ερωτεύονται αμοιβαία, πλην όμως αποδεικνύεται ότι αυτός κάθε τρεις και λίγο αλλάζει όνομα, ταυτότητα και στρατόπεδο. Συγχρονως διάφοροι ύποπτοι και κάθε άλλο παρά ευχάριστοι τύποι - και ένας πράκτορας της CIA - την απειλούν αναζητώντας πάσει θυσία τα λεφτά που άφησε ο μακαρίτης, για τα οποία η ίδια δεν είχε την παραμικρή ιδέα, άντε όμως να γίνει πιστευτή... Όσο προχωρά το φιλμ οι ανατροπές και οι παράδοξες εξελίξεις πολλαπλασιάζονται, όπως και τα πτώματα.
Μιλάμε ίσως για την πεμπτουσία του παλιού, πέρα για πέρα διασκεδαστικού Χόλιγουντ. Το αστυνομικό σασπένς, το μυστήριο και οι ανατροπές παντρεύονται άψογα με την αισθηματική κομεντί και το χιούμορ, ενώ ο θεατής πασχίζει να ξεμπλέξει το κουβάρι διασκεδάζοντας ταυτόχρονα. Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο το "εξωτικό" (για τους αμερικάνους φυσικά) Παρίσι, που την εποχή αυτή διατηρούσε ακόμα αμείωτη την αίγλη του.
Τα χιτσκοκικά μοτίβα είναι πάμπολλα. Από το ίδιο το πάντρεμα των ειδών που προαναφέραμε, από το μαύρο ενίοτε χιούμορ και τη συσσώρευση πτωμάτων, από το ανάλαφρο στιλ, από την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και από το πανταχού παρόν σασπένς φυσικά. Ταινίες όπως "Ο Άνθρωπος που Γνώριζε πολλά", "Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" κλπ. έρχονται αβίαστα στο μυαλό μας.
Όχι, δεν θα εύρισκα κάποιο βαθύτερο νόημα σε όλα αυτά. Είναι όμως όλα τόσο, μα τόσο αφοπλιστικά διασκεδαστικά, που δεν θα έψαχνα παραπάνω για κάτι τέτοιο. Ο στόχος είναι νομίζω ξεκάθαρος: Η διασκέδαση για τη διασκέδαση. Και μάλιστα με απείρως κομψότερο και αέρινο τρόπο απ' ότι η πλειοψηφία των χιλιοειδωμένων και χονδροειδών αντίστοιχων σύγχρονων προσπαθειών του Χόλιγουντ. Ακολουθείστε λοιπόν τη συμβουλή μου: Ξαπλώστε όσο πιο αναπαυτικά γίνεται στην πολυθρόνα σας και αφεθείτε με πλήρη αποενοχοποίηση (για την έλλειψη βάθους εννοώ) στην ανεπανάληπτη κινηματογραφική απόλαυση. Αυτό είναι που μετρά κυρίως σε τέτοιου είδους φιλμ. Κλασικά φιλμ, θα πρόσθετα, που βλέπονται ανετότατα μέχρι σήμερα δίχως να χάνουν καθόλου τη γοητεία τους.

Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2013

TRIAGE: ΠΟΙΟΣ ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΖΕΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ;

Ο Danis Tanovic είναι ο βόσνιος σκηνοθέτης που το 2001 είχε γυρίσει το "No Man's Land", μια από τις δυνατές πολεμικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών. Το 2009 κάνει μια αγγλική παραγωγή, με τον Κόλιν Φαρέλ μάλιστα, το "Triage", το οποίο σαν γενικό άξονα έχει και πάλι τον πόλεμο, αλλά όχι μόνο.
Δύο κολλητοί φίλοι, πολεμικοί φωτογράφοι αμφότεροι, οι οποίοι πάντα αναλαμβάνουν μαζί επκίνδυνες καλύψεις σε διάφορα μέτωπα του κόσμου, βρίσκονται στο τουρκικό Κουρδιστάν για να καλύψουν την εκεί κατάσταση και τις μάχες που γίνονται. Η γυναίκα του ενός μάλιστα περιμένει παιδί σε λίγες μόλις μέρες. Ωστόσο επιστρέφει μόνο ο ένας (όχι αυτός με την έγγυο γυναίκα). Όλοι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή του φίλου, οι μέρες όμως περνούν κι αυτός αργεί. Τι ακριβώς έχει συμβεί πίσω στο επικίνδυνο Κουρδιστάν;
Η ταινία μπορεί ουσιαστικά να χωριστεί σε δύο επίπεδα, που με συχνά φλας μπακ επικαλύπτονται: Τις σκηνές στο μέτωπο κι αυτές πίσω στην Αγγλία. Κι αν στο πρώτο επίπεδο λειτουργεί καθαρά αντιπολεμικά, καταγράφοντας με δυνατό τρόπο τα όσα τραγικά συμβαίνουν εκεί, στο δεύτερο επίπεδο μετατρέπεται σε ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, όπου ο ήρωας καλείται να αποκαλύψει ένα μυστικό για να θεραπευτεί από μια βαριά ψυχοσωματική ασθένεια. Αν στο πρώτο υπάρχει η αγωνία και η φρίκη του ίδιου του πολέμου, στο δεύτερο έχουμε την αγωνία της αποκάλυψης ενός μυστικού, την αγωνία για την τύχη του φίλου του ήρωα και το σχετικό σασπένς που τα συνοδεύει. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο η ψυχολογική εμβάθυνση του βασικού χαρακτήρα και τα φαντάσματα που καταδυναστεύουν τον εσωτερικό του κόσμο έχουν τον πρώτο λόγο.
Ενδιαφέρουσα φιλοσοφικά, η ταινία θέτει και το αμείλικτο ερώτημα του ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες (ακραίες συνθήκες πρφανώς, δυστυχώς όμως συνηθισμένες σε διάφορες γωνιές του πλανήτη) αποφασίζει για τη ζωή ή τον θάνατο των άλλων. Κι αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ, το οποίο είναι από τα βσικά του θέματα (άλλωστε η λέξη Triage, την οποία αγνοούσα, σημαίνει κάτι σαν "επιλογή", "διαλογή"). Όπως άλλωστε σημαντικό θέμα είναι και η ανορθόδοξη θεωρία του ψυχολόγου πεθερού του πρωταγωνιστή, η οποία είναι σίγουρα συζητήσιμη και όχι υποχρεωτικά αποδεκτή, αλλά παραμένει ενδιαφέρουσα σαν άποψη. Σημειωτέον ότι το ρόλο αυτόν ερμηνεύει ένας αγέραστος, 87χρονος τότε, Κρίστοφερ Λι!
Η ταινία μου άρεσε για τον βαθιά αντιπολεμικό της χαρακτήρα και την είδα με ενδιαφέρον μέχρι τέλους. Είναι ωστόσο σχετικά αργή - ίσως και να επαναλαμβάνεται κάπου. Σε αρκετά σημεία πάντως μπορεί να γίνει ακόμα και συγκλονιστική. Ξεχάστε φυσικά τις πολεμικές ταινίες δράσης και περιπέτειας. Εδώ βρισκόμαστε περισσότερο σε μια σχετικά χαμηλότονη ατμόσφαιρα, που δίνει βάρος στις σχέσεις των ηρώων μεταξύ τους και με άλλους ανθρώπους και κυρίως στην ψυχολογία τους (και μάλιστα, όπως είπαμε, εκτός μετώπου, πίσω στην "ήσυχη" πατρίδα). Τόσο στην ψυχολογία ενός ανήσυχου χαρακτήρα, που επιζητεί τον κίνδυνο και τη δράση, όσο και στους εσωτερικούς κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια στάση ζωής.

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

ΟΤΑΝ Ο ΑΡΤΖΕΝΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΥΛΑ

Είναι πραγματικά απίστευτο το πώς είναι δυνατόν να παρακμάσουν τόσο πολύ κάποιοι σκηνοθέτες (και καλλιτέχνες γενικότερα, γιατί συμβαίνει σε όλες τις τέχνες). Το τελευταίο λυπηρό παράδειγμα είναι ο Dario Argento, ο οποίος έχει να κάνει ταινία που να βλέπεται κάπου από τη δεκαετία του 80. Προσωπικά βέβαια δεν τον θεώρησα ποτέ μεγάλο δημιουργό, ωστόσο η οργιαστική οπτική του φαντασία και το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν (κάποτε) αναμφισβήτητα. Όταν όμως το 2012 επιχειρεί να κάνει τον κλασικό "Δράκουλα"... αυτό που προκύπτει κυριολεκτικά δεν βλέπεται.
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Ο "Dracula" αυτός (ο οποίος μάλιστα γυρίστηκε σε παντελώς άνευ λόγου 3D) στερείται κάθε πρωτοτυπίας και γενικότερα, νομίζω, κάθε λόγου ύπαρξης. Σπάνια έχω δει ταινία με τόση έλλειψη ρυθμού. Έβλεπα μια (υποτίθεται) ταινία τρόμου από κάποιον το πάλαι ποτέ βιρτουόζο του είδους και έπιανα διαρκώς τον εαυτό μου να βαριέται. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε πιτσιρικάς χολιγουντιανός σκηνοθέτης που κάνει στις μέρες μας ένα φτηνό και κακό b-movie διαθέτει σίγουρα καλύτερη αίσθηση του ρυθμού. Το σενάριο (πάντοτε η αχίλειος πτέρνα του Αρτζέντο) καταφέρνει ακόμα και σ' αυτή την τόσο γνωστή και δοκιμασμένη ιστορία να είναι "ατσούμπαλο", κακογραμμένο, με σκηνές δίχως αιτία και με αφύσικες συμπεριφορές από τους ήρωες. Η εικόνα έχει χάσει αυτό που - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - έδινε την όποια ιδιαιτερότητα στο σινεμά του. Μένουν μόνο κάποιοι επίτηδες "ψεύτικοι" νυχτερινοί φωτισμοί να θυμίζουν παλιές, καλές εποχές, αλλά είναι κάτι παραπάνω απο προφανές ότι δεν αρκούν για να σώσουν οτιδήποτε. Οι ηθοποιίες... εδώ είναι το στοιχείο χάρη στο οποίο το φιλμ μετατρέπεται σε ακούσια κωμωδία. Πραγματικά μόνο να γελάσει μπορεί κανείς (και σ' αυτό το επίπεδο το διασκέδασα δεόντως) με τόσο κακό, ψεύτικο, υπερβολικό παίξιμο. Στο τοπ του κακού παιξίματος βρίσκεται η ντίβα Άσια Αρτζέντο (η γνωστή σέξι κόρη του σκηνοθέτη) και (όλα τα λεφτά πραγματικά) ένας κοντούλης παπάς (νομίζω ότι δεν υπάρχει στο βιβλίο), του οποίου κάθε εμφάνιση προκαλεί ασυγκράτητα γέλια. Ακόμα και τα εφέ είναι κακά σε σχέση με τα αντίστοιχα που βλέπουμε (και έχουμε βαρεθεί) στην εποχή μας. Και δεν μιλώ μόνο γι' αυτά των χολιγουντιανών blogbuster, αλλά γενικότερα. Το αποκορύφωμα μάλιστα φτάνει στη σκηνή όπου ο αιμοδιψής κόμης επιτίθεται σε κάποιον μεταμορφωμένος σε γιγάντιο... αλογάκι της Παναγίας, άνευ κανενός λόγου.
Περιττό να πω ότι ούτε η επιλογή του γερμανού Thomas Kretschmann στον βασικό ρόλο με έπεισε. Την όλη παρακμή μάλιστα ακολουθεί και ο επίσης πάμπολλα χρόνια παρακμασμένος και κάποτε cult ηθοποιός Ρούντγκερ Χάουερ στο ρόλο του Βαν Χέλσινγκ (παίζει πια μόνο όχι ακριβώς σε b αλλά μάλλον σε z movies). Τέλος το όλο κιτς και τη γελοιότητα του πράγματος συμπληρώνουν οι λίγες σκηνές σεξ και γυμνού, οι οποίες είναι τόσο κακά και άγαρμπα τοποθετημένες στο φιλμικό σώμα, ώστε βγάζει μάτι ότι μπήκαν ακριβώς για να βάλουμε και λίγο σεξ και γυμνό, δίχως πραγματικά να χρειάζεται.
Θα επαναλάβω ότι δεν μπορώ να πιστέψω πώς είναι δυνατόν κάποιοι δημιουργοί να παρακμάζουν τόσο (και να έχουν το θράσος να ξανακάνουν ένα τόσο πολύ δοκιμασμένο θέμα, με τόσα καλά δείγματα). Δείτε το αυστηρά και μόνο αν έχετε από πριν αποφασίσει να το ρίξετε στο χαβαλέ και έχετε προμηθευτεί μπύρες ή ό,τι άλλο χρειάζεστε για κάτι τέτοιο. Για μένα πάντως είναι ο χειρότερος Δράκουλας που έχω δει.

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013

"IN A LONELY PLACE" ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Το 1950 ο Nicholas Ray (1911-1979) γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες του (και από τις καλύτερες του παλιού Χόλιγουντ γενικότερα κατά τη γνώμη μου), το "In a Lonely Place" με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ και Γκλόρια Γκράχαμ. Ταινία που παραμένει σχετικά άγνωστη και που δύσκολα κατατάσεται σε είδος, καθώς εχει στοιχεία από ερωτικό δράμα, από νουάρ, από θρίλερ, αλλά και μια κριτική ματιά στο ίδιο το Χόλιγουντ και την κινηματογραφική βιομηχανία γενικότερα.
Ο ήρωας είναι γνωστός σεναριογράφος του Χόλιγουντ, με εντελώς βίαιο χαρακτήρα, που μπορεί να αγγίξει τα όρια της παράνοιας. Όταν, μετά από καιρό, μοιάζει να έχει βρει τη γυναίκα της ζωής του και - παραμερίζοντας για πρώτη ίσως φορά τον κυνισμό του - να είναι ερωτευμένος, ενώ συγχρόνως δουλεύει πυρετωδώς ένα σενάριο που τον ενδιαφέρει πολύ, θεωρείται βασικός ύποπτος για το φόνο μιας άλλης κοπέλας, που είχε περάσει μια νύχτα στο σπίτι του.
Ο θεατής μέχρι την τελική αποκάλυψη (την οποία φυσικά εγώ δεν θα σας αποκαλύψω) αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στην πιθανή ενοχή ή αθωότητα τού, ούτως ή άλλως, αρνητικού χαρακτήρα ήρωα. Έτσι η ταινία περνά διαρκώς από το ερωτικό δράμα στο αστυνομικής υφής σασπένς, καθώς παράλληλα εξετάζονται και οι σχέσεις του ζευγαριού, με τις διάφορες φάσεις που διανύουν. Κι επειδή όλα αυτά, όπως είπαμε, συμβαίνουν στο Χόλιγουντ (άλλωστε και η κοπέλα είναι μια άσημη στάρλετ), εντοπίζουμε στοιχεία που μπορεί να μας θυμίσουν φιλμς από το "Sunset Boulevard" ως τις "Υποψίες" του Χίτσκοκ. Η κριτική στο Χόλιγουντ είναι σαφής. Οι μηχανισμοί του, οι αγχωτικοί ρυθμοί του, οι διασυνδέσεις... Αλλά το "Lonely Place" του τίτλου μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σ' αυτό (και στα όσα κρύβονται κάτω από τη γεμάτη χλιδή, απαστράπτουσα επιφάνεια), όσο και στο εσωτερικό του ήρωα, στη βαθύτερη μοναξιά του, που τελικά είναι αποτέλεσμα του χαρακτήρα του. Συγχρόνως απολαμβάνουμε ένα ρεσιτάλ από κυνικές (και με χιούμορ) ατάκες του Μπόγκαρντ, ο οποίος, παρά την επιφανέιακή γενναιότητα, την επιλογή της μοναξιάς ως τρόπου ζωής και την περιφρόνησή του προς όλους, είναι κι αυτός ευάλωτος και, όπως δείχνει ο βαθύς έρωτας για τη γοητευτική του γειτόνισα, κατά βάθος ψάχνει κι αυτός να βρει ένα στήριγμα στη ζωή. Το όλο πράγμα γίνεται συγκλονιστικότερο και ακόμα πιο δυνατό αν σκεφτούμε ότι στο φιλμ έχουν παρεισφρύσει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Ray.
Όλα τα παραπάνω δίνονται με ένα κομψό και φίνο κινηματογραφικό τρόπο (και με όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία), που δείχνει το πόσο σημαντικός υπήρξε ο δημιουργός αυτός. Και, επίσης, πόσο σημαντικότερο υπήρξε το παλιό Χόλιγουντ από το σημερινό ξενέρωτο κακέκτυπό του (θα πω για πολλοστή φορά στο μπλογκ αυτό ότι οι εξαιρέσεις σαφώς υπάρχουν, αλλά η κριτική μου αναφέρεται στο σύνολο, στη γενική εικόνα του πράγματος). Μου κάνει πραγματικά εντύπωση, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα μόνο, το πόσο λίγη σημασία έδιναν τότε στο περίφημο χάπι εντ. Πολύ περισσότερες ταινίες τελείωναν όπως έπρεπε και ήταν φυσικό να τελειώσουν, άσχετα αν αυτό το τέλος ήταν "καλό" ή "κακό". Και δεν φοβόντουσαν να δείξουν όλη την απελπισία ενός ήρωα (και πιθανού σούπερ σταρ της εποχής), δίχως να χρυσώσουν κανένα χάπι. Άλλωστε στα περισσότερα νουάρ, είδος και δημοφιλές και με μεγάλους ηθοποιούς, τα περισσότερα τέλη ήταν κάθε άλλο παρά χαρούμενα.
Τέλος πάντων, προσωπικά θεωρώ την ταινία εξαιρετική και τη συνιστώ. Και, όπως φαίνεται, το box office, παρά το ότι προφανώς έπαιζε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο, δεν ήταν πάντοτε το Α και το Ω των επιλογών...

Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013

"ΑΤΙΜΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΕΝΗ" ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΙΑΙΑ ΑΝΔΡΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ

Το 1964 ο Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει την επόμενη από το "Διαζύγιο α λα ιταλικά" ταινία του με παρόμοιο θέμα. Πρόκειται για την "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη" (Sedotta e abbandonata). Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν αρκετά σε σχέση με την προηγούμενη ταινία. Εδώ το κωμικό στοιχείο, δίχως να εξαφανίζεται, υποχωρεί αρκετά, για να αναδυθεί το βαθύ δράμα και η τραγικότητα και το παράλογο που κρύβονται κάτω από μια εκ πρώτης όψεως "γραφική" επιφάνεια.
Βρισκόμαστε και πάλι στην Σικελία, σε μια ασφυκτικά ανδροκρατούμενη κοινωνία (σε βαθμό κακουργήματος). Ένας νεαρός φοιτητής κάνει έρωτα με την ανήλικη (γύρω στα 16) αδελφή της αραβωνιαστικιάς του. Όταν το σκάνδαλο ξεσπά η οικογένεια των κοριτσιών, με επικεφαλής τον πατέρα - αφέντη, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα για να το καλύψει και να διατηρήσει το "τίμιο πρόσωπο στην κοινωνία". Λόγω ηλικίας το αδίκημα είναι και ποινικό. Ωστόσο (και πάλι βάσει νόμου) αν οι διαπράξαντες το "αποτρόπαιο έγκλημα" του σεξ παντρευτούν όλα παραγράφονται και κάθε δίωξη σταματά. Και τότε εμφανίζεται το (ακόμα πιο) παράλογο σε όλο του το μεγαλείο: Ο νεαρός δηλώνει ότι δεν θέλει την κοπέλα (την οποία ποθούσε τρελά) διότι είναι "ατιμασμένη"!!! Στην προφανή παρατήρηση "μα εσύ την ατίμασες" απαντά: "Αυτό δεν έχει σημασία. Εγώ θέλω παντρευτώ παρθένα. Στο κάτω - κάτω, αφού το έκανε ανύπαντρη με μένα, γιατί να μην το κάνει και με άλλους όταν παντρευτεί"; Από εκεί και πέρα αρχίζει ένας φαύλος κύκλος συμφωνιών και αθετησης συμφωνιών, με προεξάρχουσα πάντοτε την κυριολεκτικά αγχωτική προσπάθεια από την οικογένεια "να μην αποκαλυφτεί το σκάνδαλο". Στο άγριο αυτό παιχνίδι τα τραγικά θύματα είναι φυσικά πάντοτε οι γυναίκες (αλλά και κάποιοι άντρες, όπως ο ακούσια "δολοφόνος" αδελφός των κοριτσιών, ο οποίος δεν έχει καμιά όρεξη να πάει φυλακή, αλλά η τιμή...
Παρά το χιούμορ απο πολύ νωρίς είχα πάψει να γελώ. Σπάνια μια ταινία έχει αποκαλύψει και καταγγείλει τόσο καίρια την απύθμενη υποκρισία, τον παραλογισμό και την ουσιαστική βαρβαρότητα που κρύβεται κάτω από την ατσαλάκωτη επιφάνεια μιας στυγνά φαλοκρατικής κοινωνίας, αλλά και της απόλυτα διεστραμένης περί "τιμής" αντίληψη (σήμερα παρόμοιες πρακτικές υπάρχουν σε φανατικά ισλαμικές κοινωνίες). Σπάνια η ανδροκρατία έχει κατηγορηθεί τόσο σαν αληθινή πηγή δυστυχίας. Σπάνια έχει δειχτεί τόσο ξεκάθαρα το πώς η ευτυχία θάβεται κυριολεκτικά κάτω από τις περί τιμής και κατωτερότητας των γυναικών ιδεοληψίες. Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία βαθιά δυστυχισμένη, υποταγμένη, όπου, πολύ απλά, μπορεί να συναντήσεις τα πάντα πλην του έρωτα. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των (ισόβιων, αφού το διαζύγιο απαγορευόταν) γάμων είναι κυριολεκτικά καταναγκαστικοί; Είναι επίσης συγκλονιστικός ο τρόπος που το φιλμ δείχνει ότι η γυναικεία δυστυχία σε μια τέτοια κοινωνία δεν αφορά μόνο την νεαρή ηρωίδα (πανέμορφη και πάλι η Στεφανία Σαντρέλι), αλλά διαχέεται και στις γύρω απ' αυτή γυναίκες, όπως στη δύστυχη αδελφή της - που αποτελεί το άβουλο πιόνι της όλης κατάστασης.
 Εξαιρετική ταινία, που συνιστώ ιδιαίτερα, με έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή στο ρόλο του καταπιεστικού πατέρα - αφέντη. Θα επαναλάβω πάντως: Παρά το χιούμορ που υπάρχει, προσωπικά δεν κατάφερα να τη δω σαν κωμωδία.

Τρίτη, Ιουνίου 04, 2013

Η ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

Η γερμανοεβραία Χάνα Άρεντ υπήρξε μια σημαντική φιλόσοφος και πολιτική αναλύτρια του 20ού αιώνα. Μαθήτρια του Χαϊντέγκερ, εγκατέλειψε τη Γερμανία μετά την άνοδο των ναζί και, μετά από σύντομο εγκλεισμό σε γαλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, έφυγε στις ΗΠΑ, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της. Η γερμανίδα Margarethe von Trotta ήταν πάντοτε μια "κλασική", ακαδημαϊκή θα λέγαμε, σκηνοθέτης. Το 2012 γυρίζει την "Hannah Arendt" με την αγαπημένη της από τη δεκαετία του 70 ηθοποιό Μπάρμπαρα Ζούκοβα στον ομώνυμο ρόλο.
Η ταινία παρακολουθεί μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής της φιλοσόφου, στις αρχές της δεκαετίας του 60, και παραμένει στο γνωστό κλίμα της δημιουργού. Eίναι λοιπόν χαμηλότονη, αρκετά θεατρική, με αρκετούς διαλόγους, με άψογες ηθοποιίες. Αυτό που θα λέγαμε "μια ταινία δωματίου". Έτσι το κινηματογραφικό της ενδιαφέρον είναι μάλλον περιορισμένο ή, αν θέλετε, το αναμενόμενο. Ωστόσο τα προβλήματα που θέτει και η συζήτηση γύρω από ορισμένα σημαντικά ζητήματα είναι, νομίζω, πολύ ενδιαφέρουσα. Το 1960 λοιπόν η Άρεντ, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ήδη διάσημη για το έργο της, αποδέχεται την πρόταση του περιοδικού New Yorker να πάει στο Ισραήλ και να καλύψει τη δίκη του ναζί εγκληματία πολέμου Άιχμαν που γινόταν εκεί. Θα πάει όντως, θα ξαναβρεί μέλη της οικογένειάς της και φίλους και, πίσω στην Αμερική, θα γράψει μια σειρά άρθρων, που κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο, όπου δεν εξετάζει απλώς τη συγκεκριμένη δίκη (ο Άιχμαν καταδικάστηκε και εκτελέστηκε), αλλά το φαινόμενο του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού γενικότερα. Τα κείμενα θα προκαλέσουν θύελα αντιδράσεων από τη διεθνή εβραϊκή κοινότητα και από κάθε απόχρωσης αντιναζί, επειδή θεωρήθηκαν ότι ήταν... υπέρ του εγκληματία - ή, τουλάχιστον, όχι τόσο καταδικαστικά προς αυτόν, καθώς και για το ότι αναφερόταν ότι μέρος της ευθύνης για το ολοκαύτωμα φέρουν και οι ηγέτες των εβραίων, οι οποίοι μάλλον στμβιβάστηκαν με τους ναζί. Για το τελευταίο η Άρεντ είπε ότι κατέγραψε απλώς ό,τι αναφέρθηκε στη δίκη, το οποίο και η ίδια άκουσε για πρώτη φορά. Τα γενικά περί ναζισμού όμως έχουν, νομίζω, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Φυσικά η αριστερή Άρεντ δεν μίλησε ποτέ "υπέρ του ναζισμού". Τα κείμενά της παρεξηγήθηκαν όσο λίγα και το σκάνδαλο ήταν πραγματικά άνευ λόγου. Αυτό που συνέβει ήταν το εξής: Η φιλόσοφος, με νωπή ακόμα τη φριχτή εμπειρία του ναζισμού (είχαν περάσει τότε μόλις 15 χρόνια από το τέλος του πολέμου) πήγε στη δίκη πιστεύοντας ότι θα αντικρίσει ένα αληθινό τέρας, ένα ρατσιστικό και φασιστικό κάθαρμα που θα υπερασπίζεται τις αποτρόπαιες απόψεις του. Αυτό που συνάντησε ήταν ένα κυριολεκτικά ανθρωπάκι, δίχως δική του γνώμη και προσωπικότητα, μια απόλυτη μετριότητα, έναν κοινό γραφειοκράτη, που διαρκώς επαναλάμβανε "Εγώ δεν μπορούσα να έχω γνώμη. Εγώ απλώς εκτελούσα διαταγές". Το γεγονός αυτό τη σόκαρε και την τρόμαξε περισσότερο από το αν αντίκριζε το αποκρουστικό τέρας που περίμενε. Γιατί; Μα επειδή όλοι περιμένουμε ότι ένα "τέρας" θα κάνει ανήκουστα εγκλήματα. Αυτό που δεν χωράει στο μυαλό μας είναι ότι το απόλυτο κακό μπορεί να προέλθει από κοινότατους ανθρώπους, από απόλυτες μετριότητες, από τον "άνθρωπο της διπλανής πόρτας". Έτσι διατύπωσε αυτή ακριβώς τη θεωρία: Ότι το Κακό δεν προέρχεται ουσιαστικά από το "τέρας". Τα "τέρατα" αποτελούν σπάνιες και μεμονωμένες περιπτώσεις και θα μπορούσαν να απομονωθούν και να ελεγχθούν. Η εξάπλωση του Κακού οφείλεται στον κοινό, συνηθισμένο, μη σκεπτόμενο μέσο άνθρωπο, ο οποίος είτε αποδέχεται τις φρικτές απόψεις του "τέρατος" είτε απλώς, ακόμα κι αν δεν τις ασπάζεται, δεν αντιδρά σ' αυτές (απλώς "εκτελεί διαταγές"), οπότε αφήνει το πεδίο ελεύθερο. Αντιλαμβάνεστε τον σάλο που δημιούργησε μια τέτοια άποψη.
Πολλοί κοινοί άνθρωποι εξοργίστηκαν, προσάπτοντας στην Άρεντ ότι ουσιαστικά κατηγορεί τους ίδιους για τον ναζισμό. Προσωπικά βρίσκω τη θεωρία αυτή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και γι' αυτήν ακριβώς και τις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν αξίζει νομίζω να δει κανείς ένα απόλυτα "καθώς πρέπει" και δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις φιλμ.

Σάββατο, Ιουνίου 01, 2013

Ο ΓΚΑΤΣΜΠΙ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΛΑΜΨΗ

Ο Buz Luhrmann είναι ένας σκηνοθέτης που μετατρέπει ό,τι πιάσει στα χέρια του σε ένα εντυπωσιακό, ζαλιστικό και θορυβώδες βιντεοκλίπ. Άλλους αυτό μπορεί να τους κουράσει αφάνταστα κι άλλους να τους γοητεύσει. Από την άλλη, αρέσκεται να καταπιάνεται με μεγάλα, κλασικά θέματα ("Ρωμαίος και Ιουλιέτα", "Μουλέν Ρουζ") και κατ' άλλους να τα μετατρέπει σε κιτς φαντασμαγορίες, ενώ κατ΄ άλλους πάλι να τα εκμοντερνίζει δίνοντάς τους μια σύγχρονη διάσταση. Πιστός λοιπόν στο όραμά του ασχολείται το 2013 με ένα άλλο κλασικό βιβλίο: Τον "Υπέροχο Γκάτσμπι", το διασημότερο μυθιστόρημα του Σκοτ Φιτζέραλντ. Το αποτέλεσμα μου άφησε ανάμικτες εντυπώσεις, θετικές και αρνητικές. 
Ο "Γκάτσμπι" σαν ιστορία διαθέτει πολλά επίπεδα και μιλά για ένα σωρό πράγματα: Για τη ρηχότητα και απατηλότητα του "αμερικάνικου όνειρου", για τα έξαλλα '20ς, για τη βαθύτατα ταξική κοινωνία (της εποχής τουλάχιστον) και την ουσιαστική αδυναμία να εισέλθει κάποιος από κάτω στα άνω στρώματα, παρά την εκ πρώτης όψεως αντίθετη διαπίστωση, για την αναισθησία, την αναλγησία και την υποκρισία των ανώτερων αυτών κοινωνικών στρωμάτων, για τη βρωμιά και τη διαφθορά που κρύβεται κάτω από τη απαστράπτουσα επιφάνεια, για τις τερατώδεις αντιθέσεις ανώτερων και κατώτερων τάξεων, για το γεγονός ότι τα πλούτη δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά πιθανόν να αποτελούν την επιφάνεια απόλυτα άδειων και ανούσιων ζωών, για να αναφέρουμε τα κυριότερα από αυτά. Αλλά και διαπνέεται - ταυτόχρονα με όλες αυτές τις κοινωνικοπολιτικές διαπιστώσεις - από ρομαντισμό, ενώ τα κύρια θέματά του παραμένουν ένας μεγάλος έρωτας και ένας αλησμόνητος, "bigger than life" χαρακτήρας. 
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία. Από την άλλη, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, όπου περιγράφεται η ξέφρενη ζωή των από τη μέση και πάνω στρωμάτων της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του 20, υπάρχουν όλα τα γνώριμα σκηνοθετικά του στοιχεία: Η απόλυτα βιντεοκλιπάτη οπτική, όπου δεν προλαβαίνεις να ξεχωρίσεις τη μια εικόνα από την άλλη, οι εντυπωσιακές λήψεις και "βουτιές" της κάμερας, το θορυβώδες, σύγχρονο σάουντρακ, τα θεαματικά χορευτικά... Όλα αυτά, θα μπορούσα να σκεφτώ, ταιριάζουν σαν ύφος με την κούφια και άνευ ουσίας χλιδή που περιγράφεται. Από την άλλη όμως με κούρασαν αρκετά. Η κούραση αυτή επιδεινώθηκε από τη συχνή χρήση χιπ χοπ στη μουσικά, είδος που προσωπικά δεν αντέχω. Φυσικά, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό αποτελεί καθαρά προσωπική άποψη. Μπορώ να δεχτώ ότι για κάποιον που είναι λάτρης της μουσικής αυτής (και καλά κάνει, η απέχθεια είναι προσωπική), το σάουντρακ ακριβώς και τα πειραγμένα κομάτια μεγάλων συνθετών όπως οι Κολ Πόρτερ, Γκέρσουιν κλπ. θα αποτελούν συν. Στο δεύτερο μέρος πάντως οι καταιγιστικοί ρυθμοί και εικόνες καταλαγιάζουν και δίνουν τη θέση τους στο δράμα και την παρακμή των ηρώων. Αν και το βιντεοκλιπάδικο στιλ επανέρχεται συχνά, ενώ η σχηματική σκηνογραφία (η αντίθεση πλούσιας Ν. Υόρκης και εξαθλιωμένου προάστιου εμφανίζεται κάθε λίγο) και η εντυπωσιακή (που για μένα αγγίζει τα όρια του κιτς) υπερ-σκηνοθεσία παραμένουν πανταχού παρούσες. 
Συνολικά λοιπόν η ταινία με κράτησε σαφώς, το δράμα της μάλλον με άγγιξε, αλλά ταυτόχρονα και οι αντιρήσεις μου για όλο αυτό το οπτικό πανηγύρι είναι αρκετές. Έχω συχνά εκφράσει την αντίθεσή μου σε όλη αυτή τη βιντεοκλιπάδικη αισθητική, που δυστυχώς σήμερα κυριαρχεί σε όλο και περισσότερα μπλογκμπάστερ, περιπέτειες, action movies και επιστημονικής φαντασίας κυρίως, που μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά σε μη σκεπτόμενα δεκαπεντάχρονα, τα οποία σίγουρα θα εντυπωσιαστούν (και μάλλον εκεί απευθύνεται, αφού αυτό είναι το μεγάλο μέρος του κοινού, άρα από εκεί έρχονται τα φράγκα). Τουλάχιστον ο Luhrmann το κάνει αυτό σαν άποψη, παντρεύοντάς το μάλιστα με τον δικό του προσωπικό τρόπο με σαφώς σοβαρότερα θέματα. Οπότε, άν και δεν ενθουσιάζομαι πάντα, αναγνωρίζω το ιδιαίτερο στιλ και την άποψή του. Και το να έχει κανείς άποψη στο σημερινό Χόλιγουντ των λογιστών και του χρηματιστηρίου είναι, νομίζω, σημαντικό.

eXTReMe Tracker