Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

ΠΕΡΙ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΔΙΑΖΥΓΙΩΝ

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ο σημαντικός ιταλός σκηνοθέτης Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει δύο "δίδυμες" ταινίες, με παρόμοιο θέμα και προβληματισμό και την ίδια βασική ηθοποιό σε παρόμοιο ρόλο, την ιδιάιτερα σέξι και νεαρότατη τότε Στεφανία Σαντρέλι ως προκλητικό νυμφίδιο. Μόνο που το ντυμφίδιο αυτό είναι ουσιαστικά το απόλυτο θύμα... Θα ασχοληθούμε και με τις δύο. Προς το παρόν όμως ας δούμε την πρώτη χρονολογικά (και μάλλον γνωστότερη), το "Διαζύγιο α λα Ιταλικά" του 1961.
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι παίζει έναν πλούσιο ευγενή αργόσχολο σε μια μικρή πόλη της νότιας Ιταλίας. Παντρεμένος επί χρόνια, απόλυτα ευτυχής σε πρώτη ματιά, είναι στην πραγματικότητα δυστυχισμένος, αφού σιχαίνεται κυριολεκτικά τη γυναίκα του και ποθεί αφάνταστα τη νεαρή του ξαδέλφη, ανήλικη ακόμα. Την εποχή εκείνη όμως το διαζύγιο είναι απαγορευμένο στην Ιταλία. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από τη σύζυγο και να εκπληρώσει τις βλέψεις του είναι να τη δολοφονήσει. Και μάλιστα με τρόπο ώστε να φανεί ότι εκείνη τον απατά. Τότε η δολοφονία για "ζητήματα τιμής" γίνεται σχεδόν νόμιμη και απόλυτα αποδεκτή ηθικά, οπότε θα τη γλυτώσει με ελάχιστη φυλακή και θα κερδίσει και την εκτίμηση των πολιτών, αφού έπραξε "όπως απαιτεί η τιμή του". Αρχίζει λοιπόν να καταστρώνει τα καταχθόνια σχέδιά του.
Η ταινία, με το σχετικά μαύρο χιούμορ και το μάλλον ανάλαφρο στιλ της, είναι στην πραγματικότητα μια ανελέητη σάτιρα τόσο των ιταλικών νόμων (της εποχής) όσο και των αντίστοιχων ηθών. Ο ήρωας είναι ένας άθλιος, κακός χαρακτήρας και, πάνω απ' όλα, ύπουλος και απόλυτα υποκριτής. Αυτή η υποκρισία, που χαρακτηρίζει άλλωστε και ολόκληρη αυτή την κοινωνία, είναι, νομίζω, το στοιχείο που κυριαρχεί. Άψογος οικογενειάρχης, με απόλυτα καθως πρέπει συμπεριφορά, τακτικότατος στην εκκλησία και όλα τα σχετικά, καταστρώνει κρυφά σχέδια δολοφονίας μιας απόλυτα αθώας γυναίκας και αποπλάνησης μιας παιδούλας... Νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττη και σαφής η πρόθεση του Τζέρμι...
Στο μεταξύ το αστείο είναι ότι ο άθλιος αυτός υποκριτής δείχνεται συμπαθητικά στο θεατή χάρη στο χιούμορ, μας κάνει σχεδόν να ταυτιζόμαστε μαζί του και να θελουμε να πετύχει τους δολερούς σκοπούς του. Από την άλλη όμως, η μικρή ανατροπή της τελευταίας σκηνής δείχνει καθαρά με ποιον είναι ο σκηνοθέτης και ποιος θα γελάσει τελευταίος. Στο μεταξύ η καυστικότατη σάτιρα ενός βάρβαρου και ηλίθιου συστήματος αξιών, βασισμένου στη φαλλοκρατία και την έννοια της "τιμής" είναι κάτι παραπάνω από οξεία. Το χτύπημα όμως αυτών των "αξιών" θα κορυφωθεί στην επόμενη ταινία του Τζέρμι, το "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη", για την οποία θα μιλήσουμε σε προσεχές σημείωμα.
Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί βέβαια αν όλο το οικοδόμημα του φιλμ καταρέει αφού, απλούστατα, τα διαζύγια σήμερα είναι ελεύθερα, άρα δεν υφίστανται οι συνθήκες που αναγκάζουν τον ήρωα να καταφύγει στα διεστραμένα του σχέδια. Κι ομως! Η ταινία βλέπεται κατά τη γνώμη μου πολύ ευχάριστα μέχρι σήμερα. Λογικό, αφού μιλάμε για κλασικό φιλμ, ένα από τα εμβληματικά της περίφημης και αξεπέραστης σχολής της ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας, που άνθησε από τη δεκαετία του 50 μέχρι αυτή του 70. Άλλωστε δεν βρίσκεται μόνο ο νόμος στο στόχαστρο. Βρίσκεται, όπως είπαμε, και μια ολόκληρη πέρα για πέρα υποκριτική κοινωνία, που κάτω από την απόλυτα λουστραρισμένη της επιφάνεια κρύβει απίστευτο βόρβορο, ανεκπλήρωτα πάθη και σκοτεινές επιθυμίες!

Τρίτη, Μαΐου 28, 2013

"SHADOW DANCER" Ή ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗς ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

To "Shadow Dancer" (Ο Χορός των Κατασκόπων" στα ελληνικά) είναι μια αγγλο-ιρλανδική ταινία που γύρισε ο James Marsh το 2012 και καταπιάνεται με το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα της τρομοκρατίας. Αυτής του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία συγκεκριμένα. Μην περιμένετε όμως δράση, κυνηγητά, ανατροπές (αν και υπάρχουν κάποιες τέτοιες) και ντιζαϊνάτους υπερπράκτορες. Καμία σχέση. Πρόκειται για ένα χαμηλότονο φιλμ, έντονα ρεαλιστικό, που ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της τρομοκρατίας στις καθημερινές ζωές των τρομοκρατών και των διωκτών τους. Αλλά είπαμε, πάνω απ' όλα κυριαρχεί ο τόσο χαρακτηριστικός βρετανικός ρεαλισμός.
 Μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα μέλος του ΙΡΑ - και ολόκληρη η οικογένειά της είναι μέλη του - αναλαμβάνει να κουβαλήσει μια βόμβα στο μετρό. Όταν συλλαμβάνεται αναγκάζεται να κάνει μια μυστική συμφωνία (εκβιάζεται ουσιαστικά), ώστε να γίνει το καρφί της οργάνωσης στην αντιτρομοκρατική. Από εκεί και πέρα η καθημερινή της ζωή θα αλλάξει και η ίδια θα βυθιστεί σε ένα όλο και πιο αγχωτικό αδιέξοδο.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα (δεν με ενοχλούν οι σχετικά αργοί ρυθμοί). Νομίζω ότι με το "low profile" ύφος της καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή και να τον παρασύρει στην ψυχολογική καταβύθιση της ηρωίδας, αλλά και των δικών της και του κοινωνικού και φιλικού περίγυρού της γενικότερα. Επίσης η ταινία δείχνει με σαφή και ανάγλυφο τρόπο τη κυρίαρχη θέση του ΙΡΑ στην βοεριοϊρλανδική (τουλάχιστον) κοινωνία, πόσο καθημερινότητα αποτελεί για του ανθρώπους εκεί, πόσο οι απλοί άνθρωποι, οικογένειες ολόκληρες, εντάσσονται σ' αυτόν. Καμιά σχέση με οργανώσες σαν τη 17Ν ας πούμε, η οποία αποτελείτο από μια συγκεκριμένη, κλειστή ομάδα. Εδώ έχουμε μια πλήρη διάχυση στην κοινωνία. Οποιοσδήποτε απλός άνθρωπος μπορεί να είναι μέλος. Κάτι σαν τη σχέση της Μαφίας με το λαό στη Νότια Ιταλία, αν και προφανώς μιλάμε για παντελώς διαφορετικά πράγματα, με παντελώς διαφορετικούς σκοπούς και ιδεολογία. Ταυτόχρονα το φιλμ αποτυπώνει την χαρακτηριστική ιρλανδική καθημερινότητα των κατώτερων τάξεων με τρόπο που θυμίζει τα αντίστοιχα φιλμ του Λόουτς. Η ταινία δεν παίρνει θέση υπέρ των ιρλανδών επαναστατών ή των εγγλέζων διωκτών τους. Αυτό που την ενδιαφερει νομίζω είναι η κατάδειξη του αδιεξόδου στο οποίο οδηγεί η βία, και μάλιστα και στις δύο πλευρές. Η προσωπική ζωή των ηρώων (τρομοκρατών και διωκτών) είναι ουσιαστικά εξαφανισμένη. Το μεταξύ τους κυνήγι αποτελεί τρόπο ζωής. Οι ίντριγγες γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες, κανείς πια δεν ξέρει ποιος είναι ποιος και για ποιον πραγματικά δουλεύει. Το ίδιο βαρύ κλίμα, οι ίδιες εσωτερικές διαμάχες (που φτάνουν μέχρι την εκτέλεση) και ίδια τα κρυμένα μυστικά μοιάζουν να βαρύνουν εξ ίσου τα εσωτερικά μέτωπα των δύο αντιπάλων, που τελικά φαίνεται στο βάθος (σαν γενικότερη κατάσταση και "στράτευση" εννοώ) να μοιάζουν όλο και περισσότερο. Από την άλλη, η ανάμειξη συγγενών, φίλων και της ίδιας της οικογένειας κάνει ίσως την κατάσταση περισσότερο αφόρητη για τους οπαδούς της βορειοϊρλανδικής ανεξαρτησίας.
Τελειώνοντας θα προειδοποιήσω και πάλι: Είναι σχετικά αργή, με χαρακτηριστικά μουντή και απρόσωπη ατμόσφαιρα. Οπότε αν είστε έτοιμος για κατασκοπικές περιπέτειες, ξεχάστε το. Εδώ τα πράγματα λειτουργούν πολύ βαθύτερα και υποχθόνια.
ΥΓ: Μου άρεσε το ότι μια ερωτική ιστορία που πάει να δημιουργηθεί ανάμεσα στον μπάτσο και την κοπέλα, μένει κυριολεκτικά στα σπάργανα. Η ταινία, με τον προαναφερθέντα ρεαλισμό που τη διακρίνει, μοιάζει να ξέρει πολύ καλά πόσο αδύνατο είναι κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

DIMENSIONS : ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΙΝΙΑ ΕΠΟΧΗς ΚΑΙ... ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Τι θα λέγατε αν ο Τζέιμς Άιβορι, δίχως φυσικά να αλλάξει καθόλου στιλ, γύριζε μια ταινία... επιστημονικής φαντασίας; Κι όμως, κάτι τέτοιο συμβαίνει με το "Dimensions". Το οποίο δεν γύρισε βέβαια ο Άιβορι, αλλά ο πρωτοεμφανιζόμενος Sloan U'Ren το 2011 στην Αγγλία, αλλά διαθέτει όλη την προσεγμένη ατμόσφαιρα εποχής των ταινιών του και αυτή την χαρακτηριστική "βρετανικότητα" που διαθέτουν οι ταινίες εποχής της χώρας αυτής.
Ένας νεαρός ιδιοφυής φοιτητής του Κέμπριτζ αρνείται να ενηλικιωθεί και να μπει στην κοινωνία εξ αιτίας ενός παιδικού τραύματος και ενός χαμένου παιδικού έρωτα. Αυτό στο οποίο δίνεται με όλες του τις δυνάμεις, σα να μη υπάρχει κόσμος γύρω του, είναι να φτιάξει μια χρονομηχανή ώστε να γυρίσει πίσω και να διορθώσει όσα συνέβησαν τότε. Βοηθός του ένας άλλος νέος, παιδικός φίλος, αλλά όχι τόσο ιδιοφυής όσο ο πρώτος, ο οποίος παρευρισκόταν επίσης σ' εκείνη την παλιά τραγική ιστορία. Κάποια στιγμή ο νεαρός θα τα καταφέρει και οι "πολυπλοκότητες" ξεκινάν.
Σίγουρα πρόκειται για ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη προσπάθεια. Γυρισμένη όντως στο Κέμπριτζ, η ταινία αναπαριστά άψογα την εποχή (βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 20) και την ατμόσφαιρά της. Τοπία, κοστούμια, ηθοποιίες, προσοχή σε λεπτομέρειες, όλα παραπέμπουν στο γνώριμο κλίμα των αψεγάδιαστων παραγωγών εποχής του BBC, των παραγωγών που οι Άγγλοι ξέρουν να κάνουν τόσο καλά και πειστικά. Η ιστορία φυσικά διαφέρει από τις ταινίες αυτές. Παρά το σαφές στοιχείο επιστημονικής φαντασίας ωστόσο, το φιλμ πλημμυρίζει από ρομαντισμό: Ο απόλυτος, μοναδικός έρωτας είναι η ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφονται ολα - και η έμμονη ιδέα του ήρωα. Εκεί αφιερώνει τη ζωή του. Από την άλλη, αρνούμενος ουσιαστικά να ενηλικιωθεί, πασχίζει να ξαναβρεί την χαμένη υπέροχη παιδική του ηλικία, την αθωότητα, τη ξενοιασιά του παιχνιδιού - ή μάλλον, θα λέγαμε, να μην απομακρυνθεί ποτε από αυτά. Όλα αυτά δίνονται με τον πρέποντα τρόπο και με ιδιαίτερη κομψότητα, ώστε το όλο σκηνικό να είναι ταιριαστό με τις ιδέες που εκφράζονται.
Φυσικά ο παράδοξος αυτός συνδυασμός μπορεί να ξενίσει αρκετούς φίλους της επιστημονικής φαντασίας. Σπάνια έχουμε δει μια τόσο ρομαντική ταινία του είδους. Αυτό βέβαια είναι απόλυτα κατανοητό. Ίσως κάποιος να μην αντέχει - ή να μη πιστεύει σε - τόσο ρομαντισμό. Ωστόσο η όλη παραγωγή και η πειστική ατμόσφαιρα, καθώς και το μυστήριο που περιβάλλει, στην αρχή τουλάχιστον, την όλη ιστορία, είναι σίγουρα αξιοπρόσεκτα.
Τελικά η ταινία αφήνει στο θεατή μια μάλλον γλυκιά γεύση, μια συγκίνηση, καθώς και ένα είδος αποδοχής και συμφιλίωσης με κάποια πράγματα που είναι αιώνια και δεν αλλάζουν ποτέ. Ίσως λοιπόν κάποιοι να χαρακτηρίσουν το αποτέλεσμα "ξενέρωτο" ή κάτι τέτοιο, ενώ άλλοι θα γοητευτούν απ' αυτό. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια ασυνήθιστα καλογυρισμένη ταινία, με σήμα κατατεθέν την πρωτοτυπία που αναφέραμε στην αρχή. Γι' αυτό και, τελικά, αξίζει νομίζω τον κόπο.
ΥΓ: Ο Sloan U'Ren είναι παραδόξως αμερικανός, το φιλμ όμως μια απόλυτα βρετανική παραγωγή.

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

ΟΤΑΝ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ, Ο ΧΙΤΣΚΟΚ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΕΙ

Πέρα απο τις επίσημες λίστες ειδημόνων ή απλού κοινού, κάθε θεατής (ακροατής, αναγνώστης κλπ.) έχει τις δικές του καθαρά προσωπικές προτιμήσεις, οι οποίες ίσως να μην ταυτιζονται με τις παραπάνω λίστες. Για μένα λοιπόν μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες του Alfred Hitchcock (1899-1980) παραμένει "Ο Άγνωστος του Εξπρές" (Strangers on a Train) του 1951. Μια απο τις πλέον αξέχαστες εμφανίσεις στην οθόνη της έννοιας του ψυχοπαθούς δολοφόνου (πριν από το εμβληματικό "Ψυχώ" φυσικά) και μια συγκλονιστική μελέτη στο θέμα της ακούσιας εμπλοκής σε κάτι στο οποίο καθόλου δεν θα ήθελες να εμπλακείς (σε έναν εφιάλτη για την ακρίβεια).
 Ένας διάσημος τενίστας είναι ερωτευμένος με μια γυναίκα, η μέγαιρα όμως πρώην σύζυγός του αρνείται να του δώσει διαζύγιο, εκβιάζοντάς τον μάλιστα. Σε ένα τρένο συναντιέται τυχαία με έναν πλούσιο άγνωστο, ο οποίος, λίγο - πολύ, του προτείνει να "ανταλλάξουν φόνους": Εκείνος θα σκοτώσει την φριχτή σύζυγο και ο ήρωας θα σκοτώσει τον ζάπλουτο πατέρα του τύπου, ο οποίος τον έχει σχεδόν αποκληρώσει. Όταν ο άγνωστος γίνεται ιδιαίτερα φορτικός, ο τενίστας θα πει ένα "ΟΚ, ΟΚ" για να τον ξεφορτωθεί. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι ο άλλος πήρε τα πάντα πολύ σοβαρά και εκτέλεσε το δικό του μέρος της "συμφωνίας". Τώρα είναι σειρά του ήρωά μας να πράξει το δικό του χρέος...
Πάνω σ' αυτή την παρανοϊκή πλοκή (βασισμένη σε μυθιστόρημα της Πατριτσια Χάισμιθ), ο Χίτσκοκ στήνει ένα όργιο σασπένς και ευρηματικών σκηνοθετικών μεθόδων, ενώ ταυτόχρονα - ενώ η κατάσταση παει να ξεφύγει από τον έλεγχο και το αίμα του θεατή παγώνει - διατηρεί και αρκετά χιουμοριστικά στοιχεία! Στο μεταξύ, με κάθε σχεδόν πλάνο, το σασπένς γίνεται όλο και πιο έντονο και η καταβύθιση του ήρωα σε έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν ξέρει πώς να ξεφύγει όλο και πιο έντονη.
Την παράσταση κλέβει ο άγνωστος σχετικά Robert Walker (πέθανε νεότατος, στα 33 του), στο ρόλο του κακομαθημένου, γοητευτικού ψυχοπαθούς. Σημειωτέον ότι η έννοια του "γοητευτικού ψυχοπαθούς" κάνει μία από τις πρώτες της εμφανίσεις στην οθόνη (ο τραγικός ήρωας του "Μ", για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γοητευτικός). Ίσως σήμερα να τη γνωρίζουμε περισσότερο με φιγούρες σαν αυτή του Χάνιμπαλ Λέκτορ, οι οποίες όμως εμφανίστηκαν τρεις - τέσσερεις δεκαετίες μετά... Όσο για τη σκηνοθεσία... τι να πει κανείς. Η σκηνή του φόνου της συζύγου, ειδωμένη μέσα από την πλέον απροσδόκητη γωνία ή η σκηνή του ανεξέλεγκτου καρουσέλ νομίζω ότι μένουν αξέχαστες. Όπως αξέχαστο - για μένα τουλάχιστον - παραμένει το όλο σκοτεινό κλίμα της ταινίας. Ίσως να είναι το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν εμπλέκεται απλώς άθελά του σε έναν εφιάλτη, όπως προείπαμε, αλλά του φορτώνεται και ένα είδος "υποχρέωσης": Ότι κι αυτός πρέπει να ξεπληρώσει ένα χρέος. Και υπάρχει βέβαια και ένα πραγματικά σαρδόνιο και ανατρεπτικό κλείσιμο του ματιού του μεγάλου σκηνοθέτη: Το κακό παραμένει αναμφισβήτητα κακό. Ναι. Όμως η λύτρωση του "αθώου" ήρωα βασίζεται τελικά ακριβώς πάνω σ' αυτό το κακό. Δίχως αυτό θα παρέμενε παγιδευμένος και δυστυχισμένος σ' όλη του τη ζωή. Και, επι πλέον, ο ίδιος αρνείται βεβαίως να διαπράξει το κακό, πλην όμως είναι κάτι που πραγματικά ποθεί μέσα του, κάτι θα τον ανακούφιζε αν το έκανε. Ποθεί το κακό λοιπόν, όλη του η ευτυχία βασίζεται σ' αυτό, η ηθική του όμως τον εμποδίζει να το διαπράξει (και καλά κάνει, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι το κακό μπορεί να είναι απόλυτα λυτρωτικό, όπως μας λέει ο δαιμόνιος δημιουργός). Για σκεφτείτε αυτή την πλευρά, αφού δείτε το φιλμ...
Σας είπα ότι προκειται για προσωπική γνώμη, την οποία δεν είστε φυσικά υποχρεωμένοι να συμμεριστείτε, αλλά για μένα ο "Άγνωστος..." είναι όχι μόνο μία από τις καλύτερες ταινίες του Χίτσκοκ, αλλά και μία από τις αγαπημένες μου γενικότερα στην ιστορία του σινεμά.

Πέμπτη, Μαΐου 23, 2013

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ EVIL DEAD... ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ



Φοβάμαι ότι η έμπνευση όσο πάει και χάνεται από το αμερικάνικο σινεμά (φυσικά οι πολλές εξαιρέσεις υπάρχουν). Το «Evil Dead” του 2013, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ουρουγουανού  με χολιγουντιανά όνειρα Fede Alvarez το αποδεικνύει (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον) για πολλοστή φορά.

Ήταν πίσω στα 1981 όταν ο πιτσιρικάς και άγνωστος τότε Sam Reimi γύριζε την πρώτη του ταινία. Το τότε “Evil Dead” είχε εντυπωσιάσει το κοινό με το λουτρό αίματος και τον τρόμο που δημιουργούσε με το τίποτα (πρόκειται για low budget παραγωγή) και καθιέρωσε τον ταλαντούχο σκηνοθέτη, ο οποίος γύρισε δύο ακόμα πετυχημένες (κυρίως η δεύτερη) συνέχειες. Η «καινοτομία» σ’ αυτές είναι ότι ο Ράιμι είχε παντρέψει πετυχημένα τον τρόμο και το σπλάτερ με το χιούμορ.

30κάτι χρόνια μετά ο Alvarez έρχεται να κάνει ένα ανούσιο ριμέικ της πρώτης «κλασικής» (στο χώρο της πάντοτε) ταινίας. Το οποίο rim;eik νομίζω ότι στερείται παντελώς νοήματος. ΟΚ, πήραμε περισσότερα λεφτά, κάναμε κάποιες σκηνές ακόμα πιο σπλάτερ, φτιάξαμε σαφώς αρτιότερα εφέ... και λοιπόν; Ποιο το νόημα; Η αυθεντική ανατριχίλα που προκαλούσε το πρώτο φιλμ (μη ξεχνάτε ότι στην εποχή αυτή σχετικά λίγα τέτοια είχαν δει οι θεατές, οπότε το έδαφος ήταν πιο παρθένο) έχει χαθεί. Αυτό που βλέπουμε είναι σκηνές φρίκης στη σειρά, που λίγο – πολύ ξέρουμε πού θα καταλήξουν.

Όσο για το σενάριο (σενάριο;) είναι κι αυτό προχειρότατο, γεμάτο απιθανότητες. Φυσικά βρισκόμαστε στο σινεμά του φανταστικού και εξ ορισμού δεν ψάχνουμε για ρεαλισμό . Αυτό που απαιτείται όμως είναι μια στοιχειώδης εσωτερική συνέπεια και μια εξ ίσου στοιχειώδης φυσιολογική ανθρώπινη συμπεριφορά μπροστά στη φρίκη. Εδώ, ενώ βρισκόμαστε σε μια περιορισμένου σχετικά χώρου καλύβα, περνά πάρα πολύ ώρα και γίνεται ό, τι είναι να γίνει πριν καν διανοηθούν να επέμβουν (από το δίπλα δωμάτιο σημειωτέον) τα «υγιή και αμόλυντα» από το δαίμονα μέλη της παρέας (διότι, ως γνωστόν, οι νεαροί βρίσκουν στην καλύβα ένα παλιό βιβλίο με διάφορα μαγικά, κάνουν ηλιθιωδώς επικλήσεις και καλούν ένα δαίμονα που καταλαμβάνει ένα – ένα τα μέλη της συντροφιάς). Αφήστε που ένας από τους ήρωες, ξεφυλλίζοντας ένα πάνχοντρο και παραγεμισμένο με σχέδια και κείμενα χειρόγραφο βιβλίο, το οποίο φυσικά βλέπει για πρώτη φορά, πάει και ανακαλύπτει σε ελάχιστο χρόνο μέσα στο χάος κάτι ελάχιστες, δυσδιάκριτες χαρακιές, που κρύβουν το μυστικό. Αυτά και πολλά άλλα (που δεν αξίζει να ασχοληθούμε) εννοώ όταν λέω άθλιο σενάριο. Αφήστε που από το φιλμ λείπει κάθε μορφή χιούμορ. Που ίσως βελτίωνε κάπως τα πράγματα (τονίζω το «ίσως»).

Η παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας (σε αντίθεση με τη «χρυσή» δεκαετία του 80 για το είδος) είναι, νομίζω σαφέστατη. Το μπαράζ των άνευ λόγου (απλά πιο καλογυαλισμένων και γι’ αυτό και πιο βαρετών) ριμέικ  το αποδεικνύει περίτρανα. Προσωπικά η μόνη αμερικάνικη ταινία του είδους που μου άρεσε τον αρκετό τελευταίο καιρό ήταν το “Cabin in the Woods”. Προφανώς όμως ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Μέχρι να έρθει αυτή (αν έρθει) θα πλήττω με ανούσιες και χιλιοειδωμένες επαναλήψεις.

Κυριακή, Μαΐου 19, 2013

Η... ΨΕΥΔΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ MONTY PYTHON

Είμαι (και το έχω δηλώσει επανειλημμένα) φανατικός λάτρης των Monty Python, των οποίων το σουρεαλιστικό και καυστικότατο χιούμορ είναι για μένα - και συγχωρείστε την απολυτότητά μου - το πιο αστείο που έχω γνωρίσει.
Οι Μ.Ρ. γνωρίστηκαν στις αρχες της δεκαετίας του 60 σαν φοιτητές, οι Τσάπμαν και Κλιζ στο Κέμπριτζ και οι Τζόουνς και Πάλιν στην Οξφόρδη. Στην ομάδα προστέθηκαν ο Άιντλ και ο αμερικανός Τέρι Γκίλιαμ και η φοβερή εξάδα ήταν πανέτοιμη. Έγιναν διάσημοι με την περίφημη σειρά "The Flying Circus of M.P.", που προβαλλόταν στο BBC μεταξύ 1969-1974 (η καλύτερη δουλειά τους για μένα) και μετά με τις 3 περίφημες ταινίες που γύρισαν, πριν διαλυθούν το 1983 και ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες. Ο Γκράχαμ Τσάπμαν (είναι αυτός που έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπράιαν στο "Ένας Προφήτης..." παρωδώντας τη ζωή του Χριστού), δεν πρόλαβε κάτι τέτοιο, αφού πέθανε το 1989 μόλις 48 ετών. Είχε όμως προλάβει να γράψει ένα βιβλίο (το οποίο έγινε μπεστ σέλερ), την "Αυτοβιογραφία ενός Ψεύτη", όπου κάνει πλάκα με τα γεγονότα της ζωής του.
Το βιβλίο αυτό μετατρέπεται σε ταινία animation το 2012 από τρεις σκηνοθέτες, τους Bill Jones, Jeff Simpson και Ben Timlett. Στην παραγωγή συμετείχαν 14 εταιρίες animation(!). Πρώτα όμως λίγα για τον ίδιο τον Τσάπμαν. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος, αλκοολικός και, φυσικά, προικισμένος με απίστευτο αυτοσαρκαστικό και όχι μόνο χιούμορ, υπήρξε ίσως ο πιο αντικομφορμιστής από την ομάδα στην προσωπική του ζωή. Στην αυτοβιογραφία του κάνει άγρια πλάκα με όλα όσα αφορούν τη ζωή του (την σεξουαλικότητα, τον αλκοολισμό, την σχέση με τους συντηρητικούς γονείς, τις πανεπιστημιακές σπουδές κλπ.), καυτηριάζοντας ταυτόχρονα πάμπολλες καταστάσεις, δίχως να διστάζει μπροστά σε θέματα που θεωρούνται ταμπού.
Όλο αυτό το ανατρεπτικότατο κλίμα μεταφέρεται και στην ταινία (η οποία είναι ακατάλληλη για ανήλικους). Πλην όμως με πολλές ιδιορυθμίες και αρκετά προβλήματα. Η βασική ιδιορυθμία (που πρώτη φορά έχω συναντήσει σε ταινία κινουμένων σχεδίων και δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή) είναι ότι τα κινούμενα σχέδια αλλάζουν διαρκώς στιλ. Προφανώς έχουν χρησιμοποιηθεί πολλοί διαφορετικοί σχεδιαστές. Έτσι σε μια σκηνή το σχέδιο μπορεί είναι "μπαρόκ" και φορτωμένο, στην άλλη μινιμαλιστικό και εντελώς καρτουνίστικο, στην επόμενη να έχουν χρησιμιποηθεί κολάζ κλπ. Βρήκα όλο αυτό το ασυνήθιστο παιχνίδι ενδιαφέρον. Το πρόβλημα όμως της ταινίας είναι η έντονη αποσπασματικότητά της. Δεν υπάρχει στρωτή αφήγηση, ο θεατής δεν μπορεί εύκολα να κατανοήσει τα γεγονότα (προφανώς χιουμοριστικά δοσμένα) της ζωής του Τσάπμαν, θέματα που ανοίγουν μένουν ανολοκλήρωτα και σε άλλα πάλι υπάρχει ανεξήγητη επιμονή και επαναλήψεις. Επί πλέον λέγονται πολύ λίγα πράγματα για την δράση της ομάδας, η δουλειά με την οποία μάλλον μικρό χώρο καταλαμβάνει στην αυτοβιογραφία. Πέραν αυτών (ή και εξ αιτίας αυτών, αλλά όχι μόνο), βρήκα την ταινία υπερβολικά ερμητική. Εννοώ ότι απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε βαθείς γνώστες του έργου των M.P. Οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβουν καν τι συμβαίνει, αλλά ούτε και θα πιάσουν τις πολλές αναφορές σε διάσημα σκετς, ατάκες ή αποσπάσματα από φιλμ της θρυλικής εξάδας. Σ' αυτό θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, διότι έχω δει τα πάντα απ' αυτούς, αυτό όμως δεν είναι λόγος να αντιμετωπίσω όλη αυτή την ερμητικότητα ως θετικό στοιχείο.
Συνολικά λοιπόν το φιλμ μπορεί να έχει εικαστικό και κάποιο άλλο ενδιαφέρον, μπορεί προσωπικά να ένοιωσα νοσταλγία ξαναβουτώντας στο βλάφημο και ανατρεπτικότατο χιούμορ της ομάδας, αλλά συνολικά δεν το θεωρώ καλή ταινία.

Παρασκευή, Μαΐου 17, 2013

ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΟΛΚΛΟΡ ΣΤΟ "BAIKONUR"



Το Μπαϊκονούρ ανήκε παλιά στη Σοβιετική Ένωση, ενώ τώρα είναι πόλη του Καζαχστάν. Είναι διάσημο επειδή κοντά του βρίσκεται η βάση απ' όπου εκτοξεύονται οι ρωσικοί πύραυλοι για το διάστημα. Απο εκεί πέταξε το πρώτο σκάφος στο διάστημα με τη σκυλίτσα Λάικα και από εκεί άρχισε το ταξίδι του ο πρώτος κοσμοναύτης, ο Γκαγκάριν. Ο Veit Helmer είναι γερμανός, είναι κυρίως μικρομηκάς, αλλά έχει γυρίσει και 4 μεγάλου μήκους. Οι τρεις τουλάχιστον απ' αυτές δεν έχουν τίποτα γερμανικό. Το σινεμά του μοιάζει να ανήκει κυρίως στο χώρο του μαγικού ρεαλισμού και ο ίδιος να έλκεται από το εξωτικό στοιχείο, από τις εικόνες μακρινών λαών και πολιτισμών ή - αν προτιμάτε αυτή τη διατύπωση - από το φολκλορικό στοιχείο.


Το "Baikonur", που γυρίστηκε το 2011, περιγράφει μια απίστευτη συνύπαρξη: Σε μια σχεδόν έρημο, βρίσκεται η διαστημική βάση, που αποτελεί την καρδιά της προηγμένης τεχνολογίας. Γύρω της ζουν σχεδόν νομαδικές φυλές. Τα φτωχά χωριά τους αποτελούνται από καλύβες και οι ίδιοι κινούνται με καμήλες. Και πώς ζουν σ' αυτή την πάμφτωχη περιοχή; Νομίζω ότι αυτό είναι όλα τα λεφτά: Συλλέγοντας τα τεράστια μεταλικά κομάτια που πέφτουν από τους πυραύλους που εκτοξεύονται, όταν αυτοί στέλνουν στο διάστημα το σκάφος και διαλύονται, και πουλώντας τα σαν μέταλλα στις πιο κοντινές πόλεις!  Θα επανέλθουμε όμως σ' αυτό. Ο ήρωας είναι ένας νεαρός της φυλής, ο οποίος κατέχει στοιχειωδώς από τεχνολογία, ονειρεύεται να δουλέψει στη βάση, ακόμα και να γίνει κοσμοναύτης, και χειρίζεται έναν πολύτιμο ασύρματο που στεγάζεται σε μια σκηνή. Σκοπός του είναι να υποκλέπτει τις πληροφορίες για να υπολογίσει το πού θα πέσουν τα κομμάτια των πυραύλων, για να τα μαζέψει πρώτη η φυλή του. Κάποια στιγμή ερωτεύεται γαλλίδα ζάπλουτη κοσμοναύτη, η οποία, ως "πρώτη διαστημική τουρίστρια", ταξιδεύει με έναν πύραυλο. Όταν σ' αυτόν συμβαίνει ένα ατύχημα, η κοπέλα σώζεται από τον νεαρό, σε κώμα αρχικά, και η μεταξύ τους σχέση εξελίσσεται... χμμ... κάπως ρομαντικά, αλλά όχι μόνο... Ο Helmer δεν ξεχνά ποτέ το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης...


Λίγο σαν παραμύθι, λίγο σαν Κουστουρίτσα (στο γενικό κλίμα), βρήκα την ταινία αυτό που θα λέγαμε δροσερή, γλυκιά. Ρομαντική, δίχως κατά τη γνώμη μου να γίνεται ξενέρωτη (μια παράδοξη ερωτική ιστορία κατά βάθος), ευχάριστη, με χιούμορ. Τελικά αφήνει στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον) μια καλή διάθεση, είναι απόλυτα feelgood. Ταυτόχρονα έχει και πολύ ενδιαφέρον, ακόμα και σαν εικόνα, η απίστευτη συνύπαρξη υψηλής τεχνολογίας (η βάση) και απόλυτα πρωτόγονων συνθηκών διαβίωσης (η φυλή). Αξίζει πραγματικά να δείτε το χωριό, τα σπίτια του οποίοιυ είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, χτισμένα από πανιά ή ό,τι άλλο ευτελές υλικό και από σούπερ τεχνολογικά μεταλικά κομάτια πυραύλων, σε ένα φουτουριστικό φίρδην - μίγδην συνονθύλευμα, που έχει κάτι σχεδόν μετακαταστροφικό, σα να βγαίνει από το Mad Max. Ένα ασιατικό Mad Max... Αλλά τελικά, σκέφτομαι, αυτό ακριβώς δεν είναι ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και του κόσμου που έχουμε φτιάξει; Η συνύπαρξη τόσων αντίθετων, ακραία αντίθετων καταστάσεων και συνθηκών διαβίωσης; Δείτε την έννοια της αντίθεσης με όποιον τρόπο θέλετε, θετικό ή αρνητικό. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη "εικονογράφηση" γι' αυτό!
Η ταινία μου άρεσε αρκετά, παρά κάποια, ηθελημένη νομίζω, αφέλεια, που θα μπορούσε όμως να χαρακτηριστεί και σαν "αθωότητα". Θα τη συνιστούσα. Πάντοτε με χαλαρή διάθεση από μέρους σας.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2013

DEAD SHADOWS: ΕΝΑΣ ΚΟΜΗΤΗΣ ΔΕΝ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ



Το «Dead Shadows”, πρώτη ταινία του David Cholewa (2012) είναι μια γαλλική ταινία τρόμου, η οποία είχε το «θράσος» να βγει και στα σινεμά. Δεν κριτικάρω φυσικά το low budget της παραγωγής (ίσα  ίσα, εκεί βρίσκεται η ελπίδα), αλλά την ταινία την ίδια. Θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτά σε λίγο.
Ο ήρωας χάνει τους γονείς του όταν κοντά στη γη περνά ο κομήτης του Χάλεϊ, χρόνια πριν, το 2001 νομίζω, και περίεργα φαινόμενα συμβαίνουν στους γήινους (τώρα πώς εμείς δεν το πήραμε ποτέ χαμπάρι, είναι μια άλλη ιστορία). Στη σύγχρονη εποχή, όταν ένας άλλος κομήτης περνά ξυστά από τον πλανήτη μας, τα φριχτά φαινόμενα επαναλαμβάνονται (φαίνεται, αν δεν το ξέρατε, ότι με κάθε πέρασμα κομήτη γίνεται χαμός, σχεδόν καταστρέφεται ο πολιτισμός, αλλά είμαστε λίγο αφηρημένοι και δεν το έχουμε καταλάβει). Μέσα σε μια νύχτα λοιπόν οι άνθρωποι αρχίζουν να συμπεριφέρονται παράξενα, να γίνονται επιθετικοί και σιγά - σιγά (την ίδια νύχτα πάντα) μεταλλάσσονται με εφιαλτικούς τρόπους και σχεδόν τίποτα δεν είναι πια ίδιο, καθώς όλα βυθίζονται σε ένα ανεξέλεγκτο λουτρό αίματος.
Το φιλμ διαθέτει μερικές δυνατές εικόνες (στα πλαίσια των ταινιών τρόμου πάντοτε), όπως αυτή με την αραχνοειδή γυναίκα. Αυτό είναι και το μόνο καλό στοιχείο που μπορεί να σκεφτώ γι’ αυτό. Γιατί όλα τα άλλα… Είναι σαν ο σκηνοθέτης να έγραψε το σενάριο κυριολεκτικά στο γόνατο, σαν μοναδικός του στόχος να ήταν να δημιουργήσει κάποια σπλάτερ εφέ και να μας τα δείξει. Διότι ούτε συνέπεια υπάρχει ούτε ειρμός ούτε κάτι που να σε κρατά στοιχειωδώς. Οι μεταλλάξεις είναι εντελώς διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο, άγνωστο γιατί. Προφανώς για να δημιουργήσουμε κάποια διαφορετικά μεταξύ τους τερατάκια. Ο λόγος όλων αυτών δεν αναφέρεται ποτέ. Ούτε και το τι σχέση έχει η παλιότερη έλευση του κομήτη με την τωρινή (προφανώς όλοι οι κομήτες φαίνεται ότι κάτι κουβαλάνε). Φυσικά οι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, ενώ στον νεαρό ήρωα την πέφτουν με την πρώτη ματιά όλα τα θηλυκά που συναντά, "προσβεβλημένα" ή μη. Τλετοιο σουξέ πια... Όσο για το τέλος, είναι παντελώς αυθαίρετο και σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Σα να βαρέθηκαν ξαφνικά με τα γυρίσματα (ή να μην είχαν άλλα λεφτά) και να είπαν «Άντε, ας το τελειώσουμε εδώ»!.
Σας είπα ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των low budget τρόμου. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά μια ταινία, ακριβώς επειδή δεν έχει λεφτά για σούπερ εφέ ή εντυπωσιακές, πολυάνθρωπες σκηνές, οφείλει να βασίζεται περισσότερο στο σενάριο ή (στη χειρότερη περίπτωση) στη σεναριακή ιδέα μόνο. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.  
Συγνώμη αν είμαι τόσο απόλυτος, αλλά το θεωρώ από τις χειρότερες ταινίες του είδους που έχω δει. Προειδοποιώ φυσικά τους φανς του είδους και μόνο. Οι υπόλοιποι, όπως είναι φυσικό, δεν θα περάσουν ούτε απ’ έξω.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

ΜΕΤΑΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ "ΛΗΣΜΟΝΙΑ"

Φαίνεται ότι ο Joseph Kosinski είναι αποφασισμένος να ασχοληθεί με το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Η δεύτερη μόλις ταινία του, το "Oblivion" του 2013, ανήκει στον χώρο αυτόν. Πρόκειται για blogbuster, με εντυπωσιακά σκηνικά και εικόνες (όπως συνέβαινε και στην πρώτη του ταινία, το ριμέικ του Tron), με Τομ Κρουζ και όλα τα συναφή.
Η γη έχει καταστραφεί μετά από πόλεμο με εξωγήινους εισβολείς. Έχει μεν νικήσει, αλλά ο πλανήτης είναι σχεδόν νεκρός. Οι επιζήσαντες κάτοικοι έχουν μετακομίσει στον Τιτάνα ή σε διαστημικούς σταθμούς. Ο ήρωας με τη σύντροφό του είναι σχεδόν οι μόνοι εναπομείναντες στη γη. Οι μνήμες από την προηγούμενη, πριν την καταστροφή, ζωή τους έχουν αφαιρεθεί. Η αποστολή τους είναι να προστατεύουν από τους λίγους επιζήσαντες εξωγήινους σαμποτέρ τα ρομποτικά σκάφη, τα οποία, με τη σειρά τους, προστατεύουν γιγάντιες αντλίες νερού απο τους ωκεανούς, νερό που χρησιμοποείται στην παραγωγή ενέργειας για τον Τιτάνα. Κάποιες όμως ασαφείς και ασύνδετες μνήμες επανέρχονται στο μυαλό του ήρωα. Ώσπου κάποια στιγμή θα δει μπροστά του μια κοπέλα που παίζει βασικό ρόλο σ' αυτές και ολόκληρος ο κόσμος του θα αρχίσει να γκρεμίζεται.
Αρχικά θα παρατηρήσουμε ότι το μοτίβο της αφαίρεσης αναμνήσεων - αλλά κάτι δεν πάει καλά σ' αυτό - είναι πολυχρησιμοποιημένο στις μέρες μας. Έχουμε δει πολλές παραλλαγές στο θέμα, το οποίο πιθανόν χρησιμοποιείται για πρώτη - ή μία από τις πρώτες - φορά στο έργο του Φίλπ Ντικ. Το μετακαταστροφικό σκηνικό επίσης είναι κάτι παραπάνω από πολυχρησιμοποιημένο. Αλλά αυτό συμβαίνει και με άλλες επι μέρους λεπτομέρειες του φιλμ. Έτσι, όλα σχεδόν όλο και κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Ωστόσο θα πρέπει να πω ότι η ταινία με κράτησε και την είδα με την αγωνία που θα επιθυμούσαν οι δημιουργοί της. Γενικά νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη, ενώ οι εικόνες της κατεστραμένης γης, αλλά και τα σκηνικά γενικότερα, είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Συγχρόνως, παρά την σχετική έλλειψη πρωτοτυπίας, λείπουν ευτυχώς οι τραβηγμένες από τα μαλιά λύσεις, τα αφελέστατα σενάρια και τα νερόβραστα (σε βαθμό κακουργήματος) φινάλε ή μηνύματα που κυριαρχούν σε πρόσφατες εμπορικές υπερπαραγωγές ΕΦ. Λείπει επίσης και ένα στοιχείο που σιχαίνομαι: Να ξεκινά καλά η ταινία, με μια καλή ιδέα, και να εξελίσσεται σε ένα ακόμα χιλιοειδωμένο action movie. Εδώ η δράση υπάρχει (σαφώς), είναι όμως σωστά μοιρασμένη στο φιλμ. Και ταυτόχρονα υπάρχει χώρος για λίγη ποίηση, κάποιους κοινωνικόύς συμβολισμούς και το ερωτικό στοιχείο. Ίσως κάπου όλα αυτά να μη δένουν, αλλά τουλάχιστον γίνεται μια σαφής προσπάθεια και για άλλες κατευθύνσεις, πέραν της ανεξέλεγκτης δράσης και περιπέτειας. Η μεγάλη ανατροπή έρχεται κάπου στη μέση της ταινίας (την έχουμε μάλλον υποψιαστεί) και από εκεί και πέρα το φιλμ συνεχίζει με εξ ίσου καλούς ρυθμούς.
Γενικά το θεωρώ αξιοπρεπές blogbuster, από τα καλά του είδους, του οποίου τα περισσότερα δείγματα βαριέμαι. Και σίγουρα το θεωρώ καλύτερο από πολλές από τις πρόσφατες υπερπαραγωγές ΕΦ. Αν λοιπόν θέλετε να περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, με σχετικά λίγες αμερικανιές και άλλες σύγχρονες πληγές του εμπορικού Χόλιγουντ, δείτε το "Oblivion".
ΥΓ: Ποιος θα το περίμενε να με ικανοποιήσει (σχετικά πάντα) ταινία του αχώνευτου για μένα Τομ Κρουζ;

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ "SHUFFLE"



 Το “Shuffle” του 2011 γυρίστηκε από τον Κurt Κuenne και είναι μια ακόμα ταινία που υπακούει στη μόδα των φιλμ που θυμίζουν πολύ παλιότερες δεκαετίες. Η συγκεκριμένη, ασπρόμαυρη, παραπέμπει στις εικόνες των 30ς. Ωστόσο πρόκειται ουσιαστικά για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας (ή περίπου), που αρχικά τουλάχιστον θυμίζει ιστορίες με ταξίδια στο χρόνο. Και μάλιστα με πολύ ενδιαφέρουσα – κατά τη γνώμη μου – αρχική ιδέα.
Ένας πετυχημένος φωτογράφος ξυπνάει κάθε φορά σε μια διαφορετική στιγμή της ζωής του με τρόπο απόλυτα τυχαίο. Άλλοτε είναι παιδί, άλλοτε τριαντάρης, άλλοτε μεγαλύτερος. Το κακό είναι ότι κάθε φορά δεν έχει μνήμες από την προηγούμενη ζωή του και πασχίζει να καταλάβει πώς και γιατί βρίσκεται στο χρονικό σημείο στο οποίο ξύπνησε και τι έχει συμβεί στο παρελθόν. Η αγωνία του για τη σύνδεση των κομματιών του παζλ διαρκώς μεγαλώνει.
Ίσως σας θυμίζει κάπως καταστάσεις του "Memento". Ωστόσο η ατμόσφαιρα εδώ είναι τελείως διαφορετική. Δεν υπάρχει το στοιχείο του θρίλερ ούτε οι «κακοί» και οι καταστάσεις από τις οποίες πρέπει να ξεφύγει ο αμνησιακός ήρωας. Εδώ τα γεγονότα είναι γεγονότα μιας (σχετικά) κανονικής ζωής. Ένας έρωτας που τον στοιχειώνει, η προβληματική σχέση με τον πατέρα, μια καριέρα που προσπαθεί να ανακαλέσει, μια φοβερή τραγωδία που κρύβεται κάπου πίσω απ’ όλα αυτά και που γνωρίζει από τα αποσπάσματα που ζει ότι κάποια στιγμή θα συμβεί στη ζωή του… Η όλη ατμόσφαιρα, παρά το έντονο μυστήριο που την περιβάλλει, θυμίζει περισσότερο ταινίες του Κάπρα παρά θρίλερ αγωνίας και βέβαια εμποτίζεται και με αρκετά μεταφυσικά στοιχεία.Τέλος διαθέτει και ωραία, ασπρόμαυρη φωτογραφία
Η ταινία συνδυάζει το στοιχείο του δράματος με κάποιο χιούμορ, διαθέτει πολύ καλή φωτογραφία και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον έως… έως λίγο πριν το τέλος της. Διότι, τόσο η τελική λύση (που κάπου έχουμε ξαναδεί)  όσο και το «μήνυμα» που αυτή περιέχει, πώς να το πω, με ξενέρωσαν πολύ και μου κατέστρεψαν το κλίμα που είχε χτιστεί μέχρι τότε. Πολύ οικογενειακό, πολύ τετριμμένο, πολύ αμερικάνικο και, νομίζω, αρκετά συντηρητικό. Κρίμα, διότι, το ξαναλέω, μέχρι τότε το παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον. Βλέπετε πρόκειται όπως και να το κάνουμε, για πρωτότυπο συνδυασμό ταινίας φανταστικού και ρεαλιστικών καταστάσεων της ζωής.
Προσωπικά θεωρώ ότι καλός σκηνοθετικά Kuenne έχασε μια μεγάλη ευκαιρία. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το φιλμ να κερδίσει το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου της Αθήνας του 2013. Οπότε θα σας έλεγα να του δώσετε μια ευακαιρία. Παρά τις προσωπικές μου επιφυλάξεις.

Τετάρτη, Μαΐου 08, 2013

ΓΙΑ ΕΝΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙ...


«Το Γουρούνι της Αυτού Μεγαλειότητας» (άσχετος ελληνικός τίτλος του «A Private Function”) είναι μια τυπικά βρετανική ταινία, απ’ αυτές που τόσο καλά ξέρει να φτιάχνει το αγγλικό σινεμά. Αναπαριστά άψογα την εποχή, διαθέτει καλές ηθοποιίες και γενικά αποπνέει αυτό το τόσο χαρακτηριστικό στιλ του κινηματογράφου αυτού. Γυρίστηκε το 1984 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Malcolm Mowbray και θα αρέσει στους φίλους του ύφους αυτού.

Η ταινία μας μεταφέρει στην αμέσως μετά τον πόλεμο εποχή, στη Βρετανία φυσικά. Η χώρα, αν και νικήτρια, είναι σχεδόν κατεστραμμένη, η φτώχια έντονη, τα αγαθά λιγοστά. Το κρέας είναι σπάνιο και διανέμεται μόνο με δελτίο. Το κράτος καταγράφει και κατάσχει τα γουρούνια της χώρας. Η εκτροφή τους απαγορεύεται αυστηρά αν δεν έχουν δηλωθεί – και άρα α δεν ανήκουν στο κράτος – και το χοιρινό κρέας είναι εξαιρετικά δυσεύρετο και αποτελεί πολύτιμη λιχουδιά . Ο ήρωας του φιλμ, ένας φτωχός και μάλλον αφελής πεντικιουρίστας, με γυναίκα που μεγαλοπιάνεται και πασχίζει με κάθε τρόπο να εισχωρήσει στη μεγαλοαστική τάξη και μια ενοχλητική (και διαρκή πηγή γέλιου) πεθερά, η οποία πάσχει από αρχές άνοιας, ανακαλύπτει τυχαία ότι κάποιοι εκτρέφουν παράνομα ένα γουρούνι, κρύβοντάς το από τις αρχές. Η έκπληξή του μεγαλώνει όταν αντιλαμβάνεται ότι στη «συνωμοσία» αυτή εμπλέκονται οι πλέον επιφανείς πολίτες της πόλης, οι «προύχοντες» θα λέγαμε. Πώς θα αντιδράσει στην αποκάλυψη αυτή, που γκρεμίζει όσα απλοϊκά πιστεύει για την τάξη των πραγμάτων;

Η ταινία είναι κωμωδία. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Μην περιμένετε μια ξεκαρδιστική κωμωδία, με φοβερές ατάκες ή γκαγκ. Κάθε άλλο. Πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλών τόνων φιλμ, που κινείται στα γνωστά πλαίσια του βρετανικού ρεαλισμού, στόχος του οποίου είναι να σατιρίσει με καυστικό τρόπο αρκετά από τα κοινωνικά κακώς έχοντα. Εκτός από την καταγραφή της δύσκολης αυτής εποχής, εποχής που πάνω απ’ όλα χαρακτηρίζεται από ανέχεια ακόμα και για τους νικητές του πολέμου, ο στόχος είναι πολύ βαθύτερος και πολύ πιο καίριος: Είναι η καυτηρίαση της κοινωνικής υποκρισίας, της ανθρώπινης απληστίας, της διαφθοράς και της ασυδοσίας των ανώτερων τάξεων, αλλά και του αβάσταχτου κομφορμισμού των χαμηλότερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Φυσικά όλα αυτά είναι πολύ, πολύ βρετανικά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα της ταινίας. Πλην όμως είναι πολύ εύκολο να ξεπεράσουμε αυτή τη «βρετανικότητα» και να δούμε την ταινία κάτω από ένα πολύ ευρύτερο πρίσμα: Αυτό που, όπως είπα, αφορά γενικότερα τα αρνητικά της ανθρώπινης φύσης και κυρίως την ψευτιά της ανθρώπινης κοινωνίας. Το πικρό τέλος δεν αφήνει, νομίζω, καμιά αμφιβολία για όλα αυτά.

Στο μεταξύ – και πέραν των όποιων αναλύσεων - εγώ διασκέδασα αρκετά με την καυστικότητα της σάτιρας και με κάποιες εξωφρενικές καταστάσεις που συμβαίνουν. Είπαμε ότι πρόκειται για μάλλον χαμηλότονο φιλμ, διαθέτει όμως και τις όντως αστείες στιγμές του. Έτσι, συνολικά, μπορώ να πω ότι μου άρεσε αρκετά. Και διαθέτει και κάποιους πάντοτε εξαιρετικούς βρετανούς ηθοποιούς, με επικεφαλής τους Μάικλ Πάλιν, τη Μάγκι Σμιθ και τον Ντένχολμ Έλιοτ.

ΥΓ: Προς θεού, μην πιστέψετε ούτε στιγμή κάποιες διαφημίσεις που ισχυρίζονται παντελώς αυθαίρετα ότι το φιλμ «είναι μια δημιουργία των Monty Python». Καμία σχέση. Δεν υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα με το απόλυτα παρανοϊκό και σουρεαλιστικό χιούμορ των δαιμόνιων κωμικών. Η μόνη σχέση – την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι αδίστακτοι διαφημιστές, της εποχής τουλάχιστον - είναι το ότι πρωταγωνιστεί ο πολύ καλός Μάικλ Πάλιν, ένα από τα μέλη της ανεπανάληπτης εξάδας. Αυτό είναι όλο!

Τετάρτη, Μαΐου 01, 2013

ΜΙΑ ΜΠΟΥΤΙΚ ΜΕ... ΕΙΔΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Μετά από τόσα χρόνια πίσω από την κάμερα και με ένα πλήθος διαφορετικών ειδών μεν, σχεδόν πάντα όμως ευαίσθητων και με χιούμορ ταινιών, ο Patrice Leconte εν έτει 2012 γυρίζει το πρώτο του animation. Η "Μπουτίκ για Αυτόχειρες" όμως (Le Magasin des Suicides ο πρωτότυπος γαλικός τίτλος) δεν μοιάζει με τα περισσότερα κινούμενα που έχετε δει.
Η προφανής παρατήρηση που επισημαίνουν οι πάντες είναι ότι η όλη ιστορία είναι θαρείς βγαλμένη από τον διασκεδαστικό πλην όμως σκοτεινό κόσμο του Tim Burton. Και όντως, θα του ταίριαζε γάντι να έφτιαχνε μια ιστορία όπου όλοι οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πότε και με τι τρόπο θα αυτοκτονήσουν. Η μπουτίκ του τίτλου λοιπόν, που ανήκει σε μια οικογένεια, πουλά ακριβώς... είδη αυτοκτονίας και οι ιδιοκτήτες, ανάλογα με το στιλ και την ιδιοσυγκρασία κάθε πελάτη, προτείνουν την κατάλληλη μέθοδο, δίνοντας πλήρεις οδηγίες χρήσεως. Και, φυσικά, γίνονται πλούσιοι. Όταν όμως θα γεννήσουν και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι, όλα θα ανατραπούν. Διότι, ώ του θαύματος, το παιδί θα τους βγει χαρούμενο, γελαστό, με μονη επιθυμία να κάνει και τους γύρω του να γελάνε. Τι ντροπή για τους μονίμως σκυθρωπούς γονείς και για όλη την κοινωνία άλλωστε!
Ο Λεκόντ γυρίζει το ασυνήθιστο κινούμενό του δίχως να δίνει δεκάρα ούτε για τις συμβάσεις του είδους ούτε για την πολιτική ορθότητα ("είναι το είδος κιν. σχεδιου που δεν θα γύριζε ποτέ η Pixar", δηλώνει ο ίδιος). Εδώ οι άνθρωποι αυτοκτονούν στ' αλήθεια, ο ένας μετά τον άλλον, με μια πλειάδα από τρόπους. Και πεθαίνουν στ' αλήθεια, δεν ξανασηκώνονται, όπως σε πολλά animation. Εδώ η έννοια της "θλιμένης και δυστυχισμένης" κοινωνίας φτάνει στα άκρα της. Πολύ απλά, κανείς δεν γουστάρει τη ζωή και πεθαίνει. Αλλά υπάρχουν και αρκετές επί μέρους σκηνές όπου κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας πάει περίπατο. Ωστόσο το (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ υπάρχει άφθονο. Όπως και κάμποσα άλλα "ενήλικα" στοιχεία. Αλλά, επειδή μιλάμε για Λεκόντ, ο οποίος έχει ούτως ή άλλως αυτή την άποψη, καταφέρνει να κάνει το όλο σκοτεινό αυτό φιλμ απόλυτα αισιόδοξο.
Ο Λεκόντ, πιστός στο όραμά του, δεν χρησιμοποιεί κομπιουτερέ, "στρογγυλό" σχέδιο, αλλά ένα είδος σχεδίου περισσοτερο "άτεχνο", πιο χειροποίητο θα έλεγε κανείς. Προσωπικά αυτό μου αρέσει, αφού εδώ και πολλά χρόνια έχω βαρεθεί το κλασικό τυποποιημένο σχέδιο των μεγάλων αμερικάνικων και γαλικών επιτυχιών του είδους, όπου είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς το προσωπικό στιλ του σχεδιαστή, αφού όλα μοιάζουν αισθητικά μεταξύ τους (όλα αυτά άσχετα με το αν πρόκειται για καλές ταινίες ή όχι). Εδώ (όπως και στις "Τριπλέτες της Μπελβίλ" ή στις ταινίες του Ocelot), το σχεδιαστικό ύφος είναι σαφές και προσδιορίσιμο. Κι ας έχει κάποιες ατέλειες σε σχέση με την άψυχη τελοιότητα που προαναφέραμε. Επίσης το φιλμ είναι διαπραγματευμένο σα μιούζικαλ, με αρκετά τραγούδια να διακόπτουν την κανονική ομιλία των ηρώων. Οι οποίοι ήρωες (τα μέλη της οικογένειας τουλάχιστον) έχουν όλοι μικρά ονόματα διάσημων αυτόχειρων ((Μισίμα, Λουκρητία, Βίνσεντ κλπ.). Γενικά, τα κοινωνικά σχόλια είναι πολλά στο φιλμ.
Ίσως η ταινία με κούρασε λίγο σε κάποια σημεία, καθώς νομίζω ότι η πολύ καλή αρχική ιδέα επαναλαμβάνεται αρκετά από ένα σημείο και πέρα. Επίσης βρήκα το φινάλε εύκολο και μη απόλυτα διακιολογημένο. Και, τέλος, έχω αντίρηση για το 3D. Νομίζω ότι δεν είχε λόγο ύπαρξης σε μια ταινία δουλεμένη κυρίως με πλακάτα χρώματα και με εμφανώς δισδιάστατους χαρακτήρες. Παρ' όλα αυτά το θεωρώ καλό και πρωτότυπο φιλμ. Και, όπως είπα, ένα animation που κάθε άλλο παρά τηρεί τις συμβάσεις.

eXTReMe Tracker