Σάββατο, Μαρτίου 30, 2013

ΤΟ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ", Ο ΚΑΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Αν φτιάχναμε μια λίστα με τις 10 γνωστότερες ελληνικές ταινίες από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, το "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη θα καταλάμβανε σίγουρα μια θέση. Γυρισμένο το 1983, έγινε πασίγνωστο όχι μόνο σαν ταινία, αλλά και μέσα από άλλους δρόμους που θα συζητήσουμε παρακάτω.
Ο Φέρρης είναι βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου. Της μουσικής του και του ιδιαίτερου τρόπου ζωής που το συνόδευε. Η ιδέα της ταινίας είναι σίγουρα μεγαλεπήβολη: Να φτιαχτεί κάτι που θα αγκαλιάζει ολόκληρη τη μουσική αυτή, που σημάδεψε και υπήρξε το λίκνο απ' όπου ξεπήδησε όλη σχεδόν η ελληνική μουσική που ξέρουμε, την εξέλιξη, τις φάσεις της και την τελική παρακμή της και, μέσα απ' αυτή τη μουσική οδύσσεια, να σκιαγραφήσει και την ελληνική ιστορία σχεδόν των 2/3 του 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Ως ένα βαθμό τουλάχιστον νομίζω ότι τα κατάφερε.
Λέω "ως ένα βαθμό" διότι ξαναβλέποντας την ταινία μετά από πολλά χρόνια ανακαλύπτω κάμποσα αρνητικά για μένα στοιχεία, με βασικά μερικές κακές ηθοποιίες (αντίθετα κάποιες άλλες είναι εξαιρετικές) και μια ελλειπτικότητα στην αφήγηση, κάποια ξαφνικά άλματα (ή χάσματα) που δεν βοηθούν στην ομαλή πορεία της ιστορίας. Ωστοσο νομίζω ότι έχει πιάσει αυτό το βαθύτερο πνεύμα που χαρακτήριζε έναν περιθωριακό και καθόλου "καθώς πρέπει" τρόπο ζωής, έκφραση του οποίου υπήρξαν τα τραγούδια αυτά. Ας μη ξεχνάμε ότι το ρεμπέτικο άνθησε σε πάμφτωχα στρώματα της τότε ελληνικής κοινωνίας, στις φτωχές εργατικές συνοικίες, στους εξαθλιωμένους πρόσφυγικούς καταυλισμούς αμέσως μετά την καταστροφή και, κυρίως, στα λούμπεν στοιχεία που φυτοζωούσαν στο περιθώριο σημαντικών ελληνικών φαινομένων όπως η (ατελής) ανάπτυξη της αστικής τάξης, η καλλιέργεια του (ολέθριου όπως αποδείχτηκε) μεγαλοϊδεατισμού, η βαθμιαία έξοδος από τη μιζέρια σχετικά μεγάλων τμημάτων του λαού, η πνευματική παραγωγή της "γενιάς του '30" κλπ. Αυτά τα προλεταριακά ή λούμπεν στρώματα δεν είχαν τίποτα να κερδισουν απ' όσα αναφέραμε παραπάνω. Διέθεταν έναν "μποέμικο" θα λέγαμε τρόπο ζωής, λάτρεψαν το αλκοόλ ή το χασίς, εφηύραν έναν δικό τους κώδικα τιμής (ή, αν θέλετε, έναν δικο τους τσαμπουκά), που εκφράστηκε μέσα από την συμπεριφορά του "μάγκα".
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία, η οποία παρακολουθεί ουσιαστικά τρεις γενιές: Με κεντρική ηρωίδα τη Μαρίκα, μια διάσημη τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, ξεκινά από τα χρόνια της μητέρας της, όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδί, και καταλήγει στην εποχή που και η δική της κόρη έχει πια γίνει γυναίκα. Παράλληλα με την ιστορία της Μαρίκας ξετυλίγεται, όπως είπαμε, και η ιστορία του ρεμπέτικου, με τις μεταλλάξεις και την τελική υιοθέτησή του από τα "σαλόνια", αλλά και οι βασικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Σαν χαρακτήρας πάντως η Μαρίκα βιώνει απόλυτα αυτό που οι ρεμπέτες ονομάζουν "καημό". Άτυχη στον έρωτα, αποξενωμένη (με δική της ευθύνη) από την κόρη της, αυτοκαταστροφική ακόμα και στις περιόδους της μεγάλης επιτυχίας, οδηγείται τελικά στον απόλυτα άδοξο θάνατο.
Συνολικά νομίζω ότι όλη αυτή η "τοιχογραφία" μιας ολόκληρης εποχής λειτουργεί ως τέτοια, παρά τα επί μέρους αρνητικά στοιχεία. Θα ήθελα όμως να επικεντρώσω σε ένα ιδιάιτερο στοιχείο της ταινίας, που είναι σπάνιο γενικότερα στον κινηματογράφο: Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια από τις λίγες φορές που η φήμη ενός φιλμ οφείλεται περισσότερο στη μουσική του παρά στο ίδιο. Ουσιαστικά το σήμα κατατεθέν του φιλμ είναι η εξαιρετική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Τα σαν-ρεμπέτικα, πλην όμως γραμμένα στη δεκαετία του '80 (όταν το ρεμπέτικο είχε πια προ πολλού σβήσει) τραγούδια του κολλάνε στο μυαλό και, φυσικά παραμένουν πασίγνωστα και τραγουδιούνται μέχρι τις μέρες μας. Σπάνια η μουσική που γράφτηκε ειδικά για μια ταινία υπήρξε τοσο ταιριαστή με το περιεχόμενό της. Τελικά δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο διάσημο το φιλμ αυτό αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη μουσική.
 Πέραν αυτών όμως - και των προβλημάτων που προσωπικά τουλάχιστον εντοπίζω - πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα σημαντικό εγχείρημα, που δίκαια κατέχει τη θέση που κατέχει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Παρασκευή, Μαρτίου 29, 2013

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΣΧΗΜΙΑ

Βρισκόμαστε στη Λευκορωσία (μέρος τότε της Σοβιετικής Ένωσης) κατά τη διάρκεια του Β' παγκόσμιου πολέμου. Δύο αντάρτες φτάνουν στο σπίτι του ήρωα για να τον εκτελέσουν σαν συνεργάτη των Γερμανών, αφού 3 άλλοι που έκαναν μια δολιοφθορά εκτελέστηκαν, ενώ αυτός είναι ο μόνος που αφέθηκε ελεύθερος. Ο ένας από τους δύο μάλιστα είναι παιδικός φίλος του καταδικασμένου. Τον οδηγούν νύχτα στο δάσος, όταν η εμφάνιση ενός αποσπάσματος της φιλοναζιστικής αστυνομίας ανατρέπει τους όρους, καθώς ο καταδικασμένος γλυτώνει, ενώ ο παλιός του φίλος τραυματίζεται και ο δεύτερος αντάρτης το σκάει. Τι θα κάνει ο άνθρωπος που μόλις τη γλύτωσε κυριολεκτικά από τα δόντια του χάρου;
Αυτά συμβαίνουν στο "Πρόσωπο της Ομίχλης" (V Tumane) του ρώσου Sergei Loznitsa (κυρίως ντοκιμαντερίστα και σκηνοθέτη ταινιών μικρού μήκους), που γυρίστηκε το 2012. Φυσικά πρόκειται για μια πολεμική ιστορία, δίχως όμως μάχες και εκρήξεις και ό,τι άλλο σχετικό, και κυρίως δίχως ηρωισμούς. Η ταινία εστιάζει στους ανθρώπους, τους ήρωές της, τις σχέσεις τους, τα όσα παθαίνουν, την απελπισία και το αδιέξοδό τους. Στην ουσία κάτω από την πολεμική επιφάνεια κρύβεται ένα βαθύ δράμα, ζοφερό και σκοτεινό. Όπως ζοφερή και σκοτεινή είναι και η όλη ατμόσφαιρα του φιλμ. Φτωχά χωριά με ξύλινα σπίτια, πυκνά δάση, σκοτεινές νυχτερινές σκηνές, η πανταχού παρούσα ομίχλη και μουντοί, συννεφιασμένοι ουρανοί είναι το σκηνικό που ταιριάζει απόλυτα με το δράμα και την απόγνωση στις ψυχές των ηρώων. Τελικά το θέμα του φιλμ είναι περισσότερο υπαρξιακό. Η πορεία των τριών πρωταγωνιστών μέσα στα δάση, με τη σκοτεινιά και την υγρασία που θαρρείς ότι τρυπά τα κόκκαλα, πορεία όλο και πιο δύσκολη και απελπισμένη, μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα είδος αλληγορίας μιας κατάβασης σε όλο και βαθύτερα ψυχικά βάθη. Με όσα συμβαίνουν η τελική απόφαση του βασικού πρωταγωνιστή μοιάζει απόλυτα δικαιολογημένη, μοιάζει η μόνη λύση.
Τελικά ο πρωταγωνιστής του φιλμ είναι η ανθρώπινη σκοτεινιά των ψυχών. Ηρωισμός και προδοσία, φίλοι και εχθροί, ζωή και θάνατος, όλα μπερδεύονται. Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, όπως ακριβώς συμβαίνει μέσα σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Ο χειμώνας της Ρωσίας είναι ταιριαστός με τον χειμώνα στις ψυχές. Φυσικά η αηδία και η απέχθεια για τον πόλεμο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις φριχτές αυτές καταστάσεις και την απανθρωποποίηση των ανθρώπων, είναι προφανής. Όπως είπαμε όμως το φιλμ λειτουργεί και συμβολικά, φανερώνοντας τις σκοτεινές αβύσους της ανθρώπινης ψυχής.
Ταινία βαριά, μουντή, απελπισμένη, με αργούς ρυθμούς και έναν ρεαλισμό που δεν αφήνει τίποτα να εξωραϊστεί, είναι μεν εξαιρετικά προσεγμένη μέχρι τις τελευταιες λεπτομέρειες, πλην όμως βλέπεται δύσκολα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλή (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον).

Τρίτη, Μαρτίου 26, 2013

ΚΛΑΣΙΚΟΙ "ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ": ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ

Ο Μπαρτ Λάνκαστερ, στον πρώτο ρόλο της καριέρας του που θα τον κάνει αμέσως σταρ, είναι ένας ήσυχος άνθρωπος που ζει σε μια μικρή πόλη. Όταν δύο δολοφόνοι φτάνουν εκεί για να τον σκοτώσουν, αυτός δεν θα προβάλλει την παραμικρή αντίσταση, σα να περιμένει ή να εύχεται το τέλος του. Ξέρουμε λοιπόν από την πρώτη στιγμή ότι ο ήρωας της ταινίας είναι νεκρός. Με ένα διαρκές φλας μπακ θα ξετυλιχτεί σιγά - σιγά η ιστορία για το πώς έφτασε μέχρις εκεί και γιατί έδειξε τόση μοιρολατρεία.
Όλα αυτά συμβαίνουν στους εξαιρετικούς "Δολοφόνους" (The Killers) που γύρισε το 1946 ο Robert Siodmak (1900-1973). Ο τελευταίος ήταν γερμανός, ξεκίνησε εκεί την καριέρα του και μετά τη ναζιστική κατάρα κατέφυγε πρώτα στη Γαλλία και μετά στις ΗΠΑ, όπου έκανε αρκετές καλές ταινίες. "Οι Δολοφόνοι" είναι ίσως η πιο γνωστή του.
Εδώ θα συναντήσουμε όλα τα γνωρίσματα του κλασικού νουάρ και όλα τα στοιχεία που κάνουν το είδος αυτό τόσο γοητευτικό μέχρι σήμερα.: Την ατμόσφαιρα της πόλης, τα νυχτερινά πλάνα, τον υπόκοσμο, το χρήμα και το κυνήγι του, την μελέτη της απληστίας, την κλασική μοιραία, διπρόσωπη συνήθως, όμορφη γυναίκα, τον άντρα - θύμα (αν και οχι και τόσο αθώο και τον ίδιο), τα καπέλα και τις καπαρντίνες... Κι όλα αυτά, φυσικά, σε μαυρόασπρη φωτογραφία, όπως αρμόζει σε κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του. Ταυτόχρονα ο Σιόντμακ, γερμανός γαρ, εμπλουτίζει το νουάρ του με γερή δόση εξπρεσιονισμού: Οι φωτοσκιάσεις στα πρόσωπα, οι σκιές των νυχτερινών πλάνων, η όλη ατμόσφαιρα, όλα παραπέμπουν εκεί και δυναμώνουν το φιλμ.
Η πλοκή παρακολουθείται απνευστί, δίχως κοιλιές, με τις ανατροπές της, τους ρόλους πίσω από τους ρόλους, τους διπρόσωπους ήρωες, τα κρυμένα μυστικά. Και, κυρίαρχος μέσα σ' όλα αυτά, ο καταλυτικός έρωτας που κινεί τα νήματα της πλοκής και των καταστάσεων. Δίπλα στον Λάνκαστερ, πανέμορφη και σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της, η Άβα Γκάρντνερ προσθέτει με τη γοητεία της στην αγέραστη γοητεία της ταινίας.
Δεν έχω να πω πολλά. Θα επισημάνω ότι όλα σχεδόν τα νουάρ μοιάζουν μεταξύ τους, σα να πρόκειται για δεκάδες παραλλαγές στα ίδια μοτίβα. Ωστόσο τα καλά από αυτά, ακόμα κι αν ξεχάσεις την πλοκή ή την μπερδέψεις με κάποια άλλη παρόμοια, διαθέτουν μια απίστευτη γοητεία και αντέχουν στο χρόνο. Όσες φορές κι αν δεις τις ατελείωτες αυτές παραλλαγές. Κι τούτο εδώ είναι σίγουρα ένα από τα πολύ καλά.
ΥΓ: Οι "Δολοφόνοι" βασίζονται σε ένα διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουέι. Η πρώτη δεκάλεπτη περίπου σκηνή με τους δολοφόνους να περιμένουν το θύμα τους σε ένα μπαρ, βγάζει μια εξαιρετική υπόγεια απειλή, δίχως ουσιαστικά να γίνεται κάτι βίαιο. Κι νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλες σκηνές ανθολογίας...

Δευτέρα, Μαρτίου 25, 2013

ΕΝΑ "ΠΟΛΙΚΟ ΕΞΠΡΕΣ" ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Ο Robert Zemeckis, μετά από σειρά μεγάλων επιτυχιών, στρέφεται το 2004 σε ένα πρωτόγνωρο τότε είδος animation, όπου, με ψηφιακά μέσα φυσικά, τα σχέδια προσαρμόζονται στις αληθινές φιγούρες των ηθοποιών (ή, αν θέλετε, οι κανονικοί ηθοποιοί μετατρέπονται σε animation). Το "Polar Express" είναι μια από τις πρώτες τέτοιες προσπάθειες (ίσως και η πρώτη, αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό).
Πρόκειται για μια καθαρά χριστουγεννιάτικη και καθαρά παιδική ιστορία. Ένα παιδί που αμφισβητεί την ύπαρξη του Santa Claus (του άγιου Βασίλη τέλος πάντων), επιβιβάζεται την παραμονή των Χριστουγέννων σε ένα μαγικό τρένο που οδηγεί κατ' ευθείαν στη Χώρα των Χριστουγέννων. Στη διαδρομή θα γνωρίσει κι άλλα παιδιά - επιβάτες του τρένου, με διαφορετικούς χαρακτήρες το καθένα και, όταν φτάσει στη μαγική χώρα, θα ζήσσει μια σειρά από περιπέτειες, αλλά και τον Santa Claus αυτοπροσώπως.
Προσωπικά ποτέ δεν χώνεψα την τεχνική animation που ανέφερα στην αρχή. Μου φαίνεται ότι κάνει τις φιγούρες "πλαστικές", υπερβολικά λείες και δύσκαμπτες. Ο Τομ Χανκς είναι αναγνωρίσιμος, αλλά και τι μ' αυτό; Προτιμώ σαφώς τα κλασικά, ζωγραφισμένα κινούμενα σχέδια ή άλλες, κατ' ευθείαν ψηφιακές τεχνικές. Φυσικά το φιλμ διαθέτει μια σειρά από εντυπωσιακές εικόνες, που βοηθούν στη δημιουργία μαγικής ατμόσφαιρας, αυτές όμως περιορίζονται νομίζω στα τοπία και τα σκηνικά. Οι ανθρώπινες φιγούρες είναι αυτές που με ενοχλούν.
Αλλά και η ταινία καθεαυτή δεν μου είπε και πολλά πράγματα. Τη βρήκα υπερβολικά παιδική (πράγμα που δεν συμβαίνει με ταινίες της Pixar, ας πούμε, που αν και υποτίθεται παιδικές, παρακολουθούνται με εξαιρετική απόλαυση από τους ενήλικους). Και, βέβαια, νοηματικά είναι πλημμυρισμένη από "χριστουγεννιάτικα" κλισέ: Το παν είναι η πίστη, αν πιστεύεις όλα μπορούν να συμβούν, ενώ η αμφισβήτηση σε "στεγνώνει" εσωτερικά και δεν μπορείς να δεις θαύματα, δώστε μια ευκαιρία στους μοναχικούς και άλλα τέτοια.
Συνολικά λοιπόν μου φάνηκε αρκετά αφελής και αναμενόμενη. Οπωσδήποτε διαθέτει κάποιο σασπένς, αν και νομίζω ότι το ατού της είναι η εικόνα. Όντως μερικές από τις διαδρομές του τρένου είναι μαγικές, όντως η Χώρα των Χριστουγέννων είναι εντυπωσιακά φτιαγμένη, αλλά αυτά μάλλον δεν μου αρκούν για να με ικανοποιήσουν. Όταν μάλιστα ξέρω καλά ότι προ πολλού έχει βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα στην παιδική και την ενήλικη ταινία, και μάλιστα με άριστα αποτελέσματα. Δείτε την αν έχετε παιδιά ή αν, τέλος πάντων, θέλετε για τα καλά να μπείτε στο περίφημο (;) "πνεύμα των Χριστουγέννων". Εκεί ίσως σας βοηθήσει.
ΥΓ: Τρία χρόνια μετά ο Ζεμέκις επανέλαβε την ίδια τεχνική και έφτιαξε το πολύ πιο ενήλικο "Beowolf".

Σάββατο, Μαρτίου 23, 2013

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Το 1963 ο Νίκος Κούνδουρος γυρίζει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου ταινίες του: Τις ασπρόμαυρες "Μικρές Αφροδίτες". Μια ταινία που συνδυάζει ποίηση και έντονο ερωτισμό.
Η ιστορία τοποθετείται σε μια μάλλον ακαθόριστη αρχαιότητα (γύρω στο 200 π.Χ. διαβάζω, αν και νομίζω ότι δεν αναφέρεται ρητά). Βρισκόμαστε στα τέλη του καλοκαιριού και μια ομάδα αντρών νομάδων, εξοντωμένη από την ξηρασία, φτάνει με κόπο σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, που διαθέτει και φρέσκο νερό. Οι άντρες του χωριού λείπουν για ψάρεμα, δραστηριότητα από την οποία ζουν. Θα επιστρέψουν με τις πρώτες βροχές. Οι νομάδες θα μείνουν μέχρι τότε εκεί, κατασκηνώνοντας κάπου έξω από τον οικισμό. Σιγά - σιγά κάποιοι απ' αυτούς θα αναπτύξουν σχέσεις με τις γυναίκες του χωριού, που, όπως είπαμε, είναι μόνες.
Η ταινία παρακολουθεί δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες: Ένα σχεδον παιδί πολιορκεί μια εξ ίσου μικρή κοπέλα του χωριού. Και οι δύο νοιώθουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, καθώς ετοιμάζονται να μπουν στην εφηβεία. Συγχρόνως ένας από τους νομάδες πολιορκεί μια όμορφη παντρεμένη γυναίκα του χωριού, προσπαθώντας να την πείσει να κοιμηθεί μαζί του.
Το μεγάλο ατού της ταινίας δεν είναι η πλοκή, αλλά η εικόνα. Ο Κούνδουρος αφήνεται σε ένα χείμαρο ποιητικών εικόνων, οι οποίες όμως, συγχρόνως, είναι πλημμυρισμένες από το ερωτικό στοιχείο και μια άγρια, πρωτόγονη σεξουαλικότητα. Άλλωστε ο αισθησιασμός είναι το σήμα κατατεθέν του φιλμ. Το ενδιαφέρον του δημιουργού περιστρέφεται γύρω από το ερωτικό παιχνίδι, το οποίο δίνεται με αρχετυπικούς όρους: Από τη μία υπάρχει το αρσενικό, περισσότερο επιθετικό, ακατέργαστο, ωμό. Από την άλλη το θηλυκό είναι πιο ευαίσθητο, αναποφάσιστο, παιχνιδιάρικο. Υπάρχουν όμως και άλλα αρχετυπικά στοιχεία στον τρόπο που εμφανίζεται το δίπολο αρσενικού - θηλυκού. Ένα από αυτά είναι και το γνωστό μοτίβο όπου η γυναίκα ζητά από τον άντρα να κάνει κάποιο ανδραγάθημα (πιθανόν και παράλογο) για να αποδείξει την αγάπη (ή τον πόθο του) και μετά θα του δοθεί. Επίσης υπάρχει το μοτίβο της ζήλειας, του τρίτου που θα παρεμβληθεί σχεδόν βίαια στο νεαρό ζευγάρι. Το γεγονός ότι η ομάδα των αντρών είναι βουνίσιοι, κτηνοτρόφοι κυρίως, ενώ οι γυναίκες θαλασσινές, που ζουν από το ψάρεμα, τονίζει τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά που προαναφέραμε. Η βροχή που πλησιάζει, φέρνοντας έτσι όλο και πιο κοντά την επιστροφή των απόντων αντρών του χωριού και την υποχρεωτική αποχώρηση των νομάδων, δίνει έναν αγχωτικό τόνο και δείχνει το προσωρινό και εφήμερο όλων αυτών των παιχνιδιών (ή τελετουργιών) του έρωτα. Γενικά το φιλμ παίζει διαρκώς με ερωτικά μοτίβα, πρακτικές φλερτ ή κατάκτησης του άλλου, παιχνίδια αντίστασης ή αποδοχής, πόθου και έρωτα αιώνιου ή προσωρινού.
Αλλά, το είπαμε, πιο δυνατές από τα αρχέτυπα αυτά (που ίσως και να ενοχλούν κάπως σε μια φεμινιστική ανάγνωση) είναι οι εικόνες. Το παιδί που περιπλανιέται κουβαλώντας το πελώριο, νεκρό πουλί, το γυμνό τοπίο, τα βράχια και οι σπηλιές, τα ημίγυμνα, συχνά προκλητικά σώματα, όλα συμβάλλουν στο να κάνουν την ταινία μια ποιητική οπτική απόλαυση. Ίσως μερικές φορές ο θεατής να μη μπορεί να αποκρυπτογραφήσει κάποια σύμβολα, ωστόσο βρίσκω απολαυστικό το να αφεθεί κανείς στη μαγεία και την ιδιόρυθμη γοητεία της.
Από τις πλέον παράδοξες και αταξινόμητες ταινίες του ελληνικού σινεμά, νομίζω ότι οι "Μικρές Αφρογίτες" αξίζουν τουλάχιστον μια θέαση.
ΥΓ: Κάπο αναφέρεται ότι η βασική έμπνευση είναι το "Δάφνις και Χλόη" του Λόγγου, αλλά το φιλμ ελάχιστα μοιάζει με το βιβλίο.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2013

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ)

Ο άγνωστός μου βιντεοκλιπάς κυρίως (αλλά και με κάποιες ταινίες στο ενεργητικό του) Louis Morneau γύρισε το "Werewolf: The Beast Among Us" το 2012. Όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο, πρόκειται για ταινία τρόμου που έρχεται να προστεθεί στην μεγάλη οικογένεια ταινιών με λυκάνθρωπους.
Βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα σε μια μικρή ρουμάνικη πόλη. Υποτίθεται ότι στην περιοχή υπάρχουν λυκάνθρωποι, πλην όμως ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του ένας διαφορετικός από τους άλλους, δυνατότερος, αγριότερος και νοήμων, σκορπώντας τον τρόμο. Μια ομάδα "κυνηγών λυκανθρώπων" προσφέρεται (με το αζημείωτο φυσικά) να απαλλάξει την πόλη από τον εφιάλτη. Στην ομάδα προστίθεται και ο νεαρός μαθητευόμενος του γιατρού σαν εθελοντής και το κυνήγι αρχίζει.
Το φιλμ, που γενικά βρήκα μάλλον αδιάφορο, περιέχει ωστόσο κάποια θετικά για μένα στοιχεία: Πρώτον, διαθέτει αρκετά καλή εικόνα. Είναι μάλιστα γυρισμένο στη Ρουμανία, οπότε υπάρχει και κάποια αυθεντικότητα σ' αυτή. Σε κάποια σημεία (λίγα) η εικόνα μπορεί να γίνει και εντυπωσιακή. Δεύτερον, υπάρχει κάποια σεναριακή πρωτοτυπία: Στο κλασικό θέμα του λυκάνθρωπου προστίθεται, θα λέγαμε, και ένα "αστυνομικό" στοιχείο, με την έννοια ότι ξέρουμε πως ο λυκάνθρωπος είναι κάποιος από το χωριό, αγνοούμε όμως μέχρι τα 2/3 του φιλμ το ποιος. Όταν αυτό αποκαλύπτεται λειτουργεί σαν ανατροπή (αρκετά προβλέψιμη βέβαια).
Αν όμως το σεναριακό αυτό εύρημα έχει το ενδιαφέρον του, είναι κατά τη γνώμη μου ακριβώς το σενάριο που καθιστά την ταινία τόσο μέτρια (ακόμα και αστεία σε κάποια σημεία). Υπάρχουν κάμποσες τρύπες, αρκετές αφύσικες συμπεριφορές και αψυχολόγητες ενέργειες, πολλοί ρηχοί χαρακτήρες, για τους οποίους ελάχιστα μαθαίνουμε. Υπάρχουν ακόμα και γελοίες καταστάσεις: Σε μια από τις πιο κραυγαλέες οι οπλισμένοι κάτοικοι δολοφονούν άνευ λόγου πέντε - έξι κρατούμενους (επειδή υποψιάζονται ότι ένας απ' αυτούς είναι πιθανώς λυκάνθρωπος), μόνο και μόνο επειδή κάποιος αρχίζει να έχει σπασμούς και νομίζουν ότι έχει αρχίζει να μεταμορφώνεται. Τελικά αποδεικνύεται ότι ήταν αθώος και, απλώς, έπασχε από επιληψία. Τώρα το γιατί σκοτώνουν και τους πεντ' έξι συγκρατούμενούς του, παραμένει μυστήριο. Το πιο αστείο όμως είναι ότι σε επόμενη σκηνή οι ίδιοι κάτοικοι έχουν αιχμαλωτίσει τον αληθινό λυκάνθρωπο, τον έχουν δέσει, παρακολουθούν live τη μεταμόρφωσή του, όμως, αν και οπλισμένοι, ουδείς τον πυροβολεί, μέχρι που αυτός καταφέρνει να απελευθερωθεί και να το σκάσει ανενόχλητος! Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...
Αδιάφορη λοιπόν ταινία, παρά τα λίγα θετικά της. Νομίζω ότι δίκαια βγήκε κατ' ευθείαν σε βίντεο (και γι' αυτό παραμένει άγνωστη). Δείτε την μόνο αν δεν έχετε τι άλλο να κάνετε και, προφανώς, αν είστε φανατικοί των ταινιών τρόμου (με κάμποσα στοιχεία σπλάτερ μάλιστα).

Τετάρτη, Μαρτίου 20, 2013

ΟΖ: ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ

Φυσικά ο αυθεντικός "Μάγος του Οζ" του 1939, βασισμένος στο βιβλίο του Μπάουμ, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες όλων των εποχών και μέσα στις 10 σημαντικότερες παιδικές (και όχι μόνο, όπως συμβαίνει για πάμπολλες παιδικές ταινίες, βιβλία κλπ.) Στην εποχή μας λοιπόν, όπου το Χόλιγουντ δεν αφήνει τίποτα παλιό να πάει χαμενο (έλλειψη έμπνευσης κατά τη γνώμη μου), ήταν καιρός να (ξανα)πιάσουν και την κλασική αυτή ιστορία - η οποία, σημειωτέον, είχε αποτύχει σε παλιότερες κινηματογραφικές αναβιώσεις.
Το "Oz. The Great and Powerful" του 2013 έχει δύο πλεονεκτήματα: Έχει σαν σκηνοθέτη τον αν μη τι άλλο ικανότατο Sam Raimi και διαθέτει τη σοφία να μην είναι ένα ακόμα ριμέικ, αλλά ένα είδος prequel, οπότε δεν είναι εκ των προτέρων τα πάντα γνωστά για την πλοκή του. Πάλι καλά.
Κατά τα άλλα, πρόκειται για μια πολύ εντυπωσιακή, οπτικά τουλάχιστον, ταινία. Μιλάμε για ένα απόλυτο όργιο φανταστικών τοπίων, πλασμάτων και κυρίως χρωμάτων, που μοιάζουν να ξεπηδούν από την ψθυχεδέλεια του δεύτερου μισού των 60ς. Και, σαν αναφορά στον πρόγονό της, ξεκινά κι αυτή ασπρόμαυρα (πού αλλού, στο Κάνσας) για να καταλήξει σύντομα στο όργιο χρωμάτων που προαναφέραμε. Ο ήρωας είναι ένας μικροαπατεώνας ταχυδακτυλουργός, που το παίζει μάγος και δεν νοιάζεται παρά μόνο για τον εαυτό του. Όταν θα μεταφερθεί κηνυγημένος στη φανταστική (και φαντασμαγορική) χώρα του Οζ με ένα κλεμένο αερόστατο, όλοι εκεί θα νομίζουν ότι είναι ο μάγος που θα τους σώσει από την κακιά μάγισα, όπως λέει μια προφητεία. Η βασίλισσα της χώρας και η αδελφή της, μάγισες αμφότερες, θα τον καλοδεχτούν και θα του υποδείξουν πώς να εξοντώσει την κακιά μάγισα που καταδυναστεύει τη χώρα. Τα πράγματα όμως δεν είναι αυτά που δείχνουν με την πρώτη ματιά και σύντομα θα προκύψουν πολλές ανατροπές.
Θα χαρακτήριζα το φιλμ χορταστικό. Η Χώρα του Οζ είναι μαι καινούρια Χώρα των Θαυμάτων (όπως η αντίστοιχη της Αλίκης). Η ιστορία έχει το ενδιαφέρον της (με τις τρεις μάγισες και τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους, τους αστείους κάτοικους των διαφόρων περιοχών του Οζ κλπ.). Ταυτόχρονα μιλά για τη δύναμη της εικόνας, αφού η "ψεύτικη" εικόνα καταφέρνει να νικήσει ακόμα και την αληθινή μαγεία και, φυσικά, και για μερικές τετριμένες χολιγουντιανές αξίες, όπως η δύναμη της πίστης, η καλοσύνη που κρύβεται ακόμα και μέσα σε έναν φαινομενικά άκαρδο, η νίκη του καλού πάνω στο κακό κλπ. Αυτό που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο είναι οι αναφορές στο ίδιο το σινεμά, και μάλιστα στις αρχές του, στο τέλος του 19ου - αρχές 20ού αιώνα. Η επίδραση που έχει μια προβολή στους καλοκάγαθους κατοίκους της μαγικής χώρας είναι ανάλογη με το σοκ που ένοιωθαν οι πρώτοι θεατές του 1896 όταν έβλεπαν ένα τρένο να κινείται στην οθόνη, πράγμα που τους φαινόταν αδιανόητο. Η επίδραση αυτή μάλιστα στο φιλμ δεν δείχνεται απλώς σε κάποιο σημείο του, αλλά παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Για μένα η καθοριστική αυτή αυτοαναφορικότητα είναι γοητευτική.
Κατά τα άλλα με ξενέρωσε ο Τζέιμς Φράνκο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν μου πήγαινε καθόλου και έυρισκα την ερμηνεία του κάπως χαζοχαρούμενη. Επίσης επιτρέψτε μου, παρά τον απίστευτο πλούτο του και το "χάσιμο" που προσφέρουν, να χαρακτηρίσω και κάπως κιτς όλο αυτό το όργιο των χρωμάτων και των αντικειμένων ή τοπίων που πλημμυρίζουν ασφυκτικά θα έλεγα την ταινία.
Δεν πειράζει όμως. Όπως είπα θεωρώ το φιλμ ένα απόλυτα χορταστικό παραμύθι, με τις κλασικές συμβάσεις του είδους βεβαίως. Δείτε το λοιπόν για λόγους φαντασμαγορίας κυρίως.

Κυριακή, Μαρτίου 17, 2013

ΟΙ ΚΑΝΓΚΑΣΕΪΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το βραζιλιάνικο σινεμά έχει δώσει κατά καιρούς σπουδαίες ταινίες. Ο σκηνοθέτης Lima Barreto (1906-1982) γύρισε ελάχιστα φιλμ (μόνο δύο fiction μεγάλου μήκους). Το πρώτο από αυτά είναι το "Cangaceiro" του 1953. Πρόκειται για ένα γουέστερν ουσιαστικά, το οποίο όμως έχει μεταφερθεί στη βραζιλιάνικη πραγματικότητα και κουλτούρα.
Κανγκασέιρος ήταν οι ληστές της Βραζιλίας. Κάτι ανάμεσα σε επαναστάτες και κοινούς ληστές, με δικούς τους κώδικες ηθικής και απέχθεια προς κάθε μορφής εξουσίας, θύμιζαν κάπως τους δικούς μας κλέφτες της τουρκοκρατίας. Οι ίδιες οι πρακτικές τους φαίνεται ότι διέπονταν από διχασμό: Μπορεί να ήταν άλλοτε αιμοσταγείς εισβολείς που λεηλατούσαν και άλλοτε να απέδιδαν δικαιοσύνη στους καταπιεσμένους, πάμφτωχους χωρικούς, οι οποίοι τους αντιμετώπιζαν με ενα μείγμα τρόμου και ευγνωμοσύνης.
Η ασπρόμαυρη ταινία του Μπαρέτο είναι μια ιστορία με μια συμμορία κανγκασέιρος. Ο επί κεφαλής τους, αιμοσταγής, βίαιος και ταυτόχρονα με μια ιδιότυπη αίσθηση δικαιοσύνης και προσωπικής ηθικής, θεωρεί την περιοχή δική του και δεν ανέχεται καμιά παρέμβαση από το κράτος και τα όργανά του (στρατό, αστυνομία κλπ.). Όταν όμως απαγάγει τη δασκάλα ενός χωριού, το δράμα θα ξεκινήσει, καθώς ένα από τα πρωτοπαλήκαρά του (και προσωπικός του φίλος) την ερωτεύεται και τη σώζει από τη συμμορία. Η διαφορά των δύο ανδρών θα γίνει πλέον προσωπική, μέχρι τη τελική σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον της ταινίας έγκειται κατά τη γνώμη μου στο πάντρεμα των δομών του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν με το βραζιλιάνικο φολκλόρ, την τότε βραζιλιάνικη πραγματικότητα, τη βραζιλιάνικη κουλτούρα και ιδιοσυγκρασία. Τα τραγούδια που τραγουδούν οι ληστές σε αρκετά σημεία της ταινίας είναι γοητευτικά και χαρακτηριστικά της μουσικής της χώρας. Οι εικόνες γίνονται συχνά υποβλητικές. Συγχρόνως αναπτύσσεται όλη η αμφισημία και οι αντιφάσεις των κανγκασέιρος. Σε μια σκηνή εισβάλλουν σε ένα φτωχό χωριό λεηλατώντας και βιάζοντας. Σε άλλη σκηνή ο βίαιος αρχηγός αποδίδει παραδειγματικά δικαιοσύνη σε μια χωρική, μη διστάζοντας μάλιστα να τιμωρήσει έναν δικό του. Σε μια άλλη σκηνή τιμωρεί σκληρότατα έναν δικό του (ο οποίος μάλιστα μάλλον δεν έφταιγε). Παράλληλα με όλα αυτά διαθέτει έναν βαθύτατα ριζωμένο κώδικα τιμής, τον οποίο δεν πρόκειται να παραβεί ακόμα κι αν απ' αυτό εξαρτάται η ζωή του. Ο αντίπαλος και πρώην φίλος του από την άλλη έχει μια, θα λέγαμε, ρομαντική ιδιοσυγκρασία και, βέβαια, είναι κι αυτός έτοιμος να πεθάνει όχι μόνο για να προστατέψει αυτή που αγαπά, αλλά και επειδή οι δικοί του κώδικες τιμής αναγνωρίζουν ότι η πράξη του αποτελεί προδοσία για την ομάδα, για την οποία προδοσία είναι πρόθυμος να πληρώσει.
Ίσως σήμερα το φιλμ, που είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στην εποχή του, είναι κάπως ξεπερασμένο. Ωστόσο θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα και γοητευτική τη μείξη των βραζιλιάνικων στοιχείων (εικόνα, τοπίο, φορεσιές, μουσική και τραγούδια κλπ.) με τη φόρμα του γουέστερν. Γι' αυτό άλλωστε θεωρείται από πολλούς κλασικό φιλμ. Ακόμα όμως κι αν θεωρήσετε υπερβολικό τον χαρακτηρισμό αυτόν, ενδιαφέρον είναι σίγουρα.

Παρασκευή, Μαρτίου 15, 2013

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ "ΕΠΙΔΗΜΙΑ"

Το "Beat the Drum" (στην ελληνική προβολή λεγόταν "Επιδημία") είναι μια νοτιοαφρικάνικη ταινία που γύρισε ο David Hickson το 2003. Έχει σαν ήρωα έναν μικρό μαύρο, τον Μούσα, της φυλής των Ζουλού μάλιστα. Πρόκειται για μια στρατευμένη ταινία, που μιλά για ένα από τα πλέον φλέγοντα προβλήματα της Αφρικής: Το AIDS.
Στην αρχή βλέπουμε τις άθλιες συνθήκες ζωής στο μικρό χωριό όπου ζει ο Μούσα. Φτώχεια στα όρια της πείνας, υποτυπώδες σχολείο και, σαν να μην έφταναν όλα, μια κατάρα: Πολλοί από τους ανθρώπους, όπως ο πατέρας του, πεθαίνουν χτυπημένοι απο μια άγνωστη αρρώστεια, που οι μάγοι του χωριού αποδίδουν σε κατάρα και την αντιμετωπίζουν με θυσίες πολυτιμότατων ζώων. Ο Μούσα, μη μπορώντας να επιβιώσει εκεί, φεύγει πολύ μακριά, στο τεράστιο Γιοχάνεσμπουργκ, για να αναζητήσει έναν θείο που ζει εκεί, δίχως να έχει το παραμικρό άλλο στοιχείο. Φυσικά δεν θα τον βρει. Στη συνέχεια παρακολουθούμε τη δύσκολη επιβίωσή του στην πόλη και την σχέση του με έναν οδηγό φορτηγού, που τον πήγε έως εκεί. Το βασικό όμως είναι ότι εκεί θα ανακαλύψει ότι οι θάνατοι δεν προέρχονται από κάποια κατάρα, αλλά από μια ασθένεια με όνομα και τρόπους αντιμετώπισης, το εφιαλτικό AIDS. Τι θα κάνει μετά, έχοντας αυτή τη γνώση και ξεφεύγοντας από τον πρωτογονισμό;
Η ταινία είναι αρκετά καλογυρισμένη, πολύ συναισθηματική και με αρκετή πλοκή, ώστε να μη μπορείς να την κατατάξεις σ' αυτό που αποκαλούμε "ντοκιμαντερίστικο" ρεαλισμό. Λειτουργεί όμως και έτσι, αφού μας δείχνει ανάγλυφα (και συχνά με δυνατό τρόπο) την καθημερινότητα τόσο σε ένα εξαθλιωμένο χωριουδάκι της "βαθιάς Αφρικής", που μαστίζεται όχι μόνο από την ανυπόφορη φτώχεια, αλλά και από τις δυσειδαιμονίες που κάνουν το σκοτάδι βαθύτερο, όσο και στη μεγαλούπολη, εξ ίσου εξαθλιωμένη για μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Εδώ η ματιά του σκηνοθέτη θα περιπλανηθει τόσο στις συνθήκες ζωής των παιδιών του δρόμου, που ζουν εκεί σε αγέλες ζητιανεύοντας, όσο και σ' αυτές των πιο "φυσιολογικών" (;) φτωχογειτονιών της. Πέραν όμως από τους αδιανόητους (έστω και σε περίοδο κρίσης) για μας τους δυτικούς τρόπους ζωής που αποκαλύπτει, μιλά κυρίως για την επιδημία. Και, επί πλέον, πανταχού παρόν και κυρίαρχο είναι το μεγάλο, υποβλητικό αφρικάνικο τοπίο, κυρίως στις σκηνές στο χωριό και στο ταξίδι.
Η στάση των αφρικανών απέναντι στην αρρώστεια (οι οροθετικοί φτάνουν στα 30 εκατομμύρια!) είναι παράδοξη: Ειτε από καθαρή άγνοια είτε από ντροπή ντρέπονται να μιλήσουν γι' αυτή. Ακόμα κι αν ακούσουν κάτι, πολλοί αρνούνται να χρησιμοποιήσουν προφυλακτικό, πιστεύοντας ότι όλα αυτά είναι σαχλαμαρες. Και η μάστιγα εξαπλώνεται. Οι οργανώσεις που πασχίζουν να βοηθήσουν είναι σταγόνες σε ωκεανούς ανέχειας και δυσειδαιμονίας. Ο στόχος της ταινίας είναι ακριβώς να δείξει την απεγνωσμένη ανάγκη πληροφόρησης.
Όλα αυτά ακούγονται πολύ διδακτικά, σαν μάθημα. Ωστόσο, επειδή διαθέτει σενάριο, ακόμα και κάποια ανατροπή προς το τέλος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον και συχνά συνέπασχα με τον μικρό ήρωα και τις διακυμάνσεις της δύσκολης ζωής του. Φυσικά και μπορεί να κατηγορηθεί για διδακτισμό και αρκετή σχηματοποίηση, ακόμα και για εύκολες σεναριακά λύσεις. Ωστοσο το πρόβλημα είναι τόσο καυτό, τόσο άμεσο, τόσο μέσα στην καθημερινή ζωή των δημιουργών, ώστε μπορώ να τα δεχτώ όλα αυτά, πράγμα που δεν θα έκανα αν επρόκειτο για μια δυτική ταινία. Η συναισθηματική φόρτιση είναι δεδομένη. Ναι, πρόκειται κατά βάθος για μια προπαγάνδα (για καλό σκοπό), αλλά, στο κάτω - κάτω, ενώ εμείς μπορούμε να την δούμε σαν την οδύσσεια ενός μικρού αθώου και να την παρακολουθήσουμε δίχως να κουραστούμε, ουσιαστικά απευθύνεται στους αφρικανούς και έχει σα στόχο να τους μιλήσει για πολύ συγκεκριμένα πράγματα, που αποτελούν γι' αυτούς ζητήματα ζωής και θανάτου.

Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2013

ΜΙΑ "ΑΠΑΓΩΓΗ" ΟΠΩΣ ΜΕΡΙΚΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΛΛΕΣ...

Σαφώς και δεν θα πήγαινα να δω την "Απαγωγή" (Stolen, 2012) του ούτως ή άλλως παντελώς ασήμαντου Simon West με τον ακόμα χειρότερο τα αρκετά τελευταία χρόνια (πλην του Kick Ass και ίσως να μου διαφεύγουν και μία - δύο ακόμα ταινίες που βλέπονται) Νίκολας Κέιτζ. Να όμως που βρέθηκα με μια δωρεάν πρόσκληση για την πρεμιέρα και είπα "ας το πάρει το ποτάμι". Και βέβαια τα πραγματα ήταν δυστυχώς όπως τα περίμενα. Ούτε δείγμα "ευχάριστης έκπληξης"...
Ο Κέιτζ είναι ιδιοφυής ληστής τραπεζών ώσπου σε μια ληστεία στη Νέα Ορλεάνη συλλαμβάνεται και τρώει 8 χρόνια. Όταν βγαίνει ένας πολύ κακός πρώην συνεργάτης του (και με ένα πόδι μάλιστα) απάγει την κόρη του και ζητά σαν λύτρα το ποσό της ληστείας, το οποίο ωστόσο ο ήρωάς μας δεν έχει, Πρέπει λοιπόν σε λίγες ώρες να βρει κάτι εκατομμύρια, ενώ συγχρόνως παρακολουθείται από το FBI. Και μάλιστα στην πλήρως μποτιλιαρισμένη και γεμάτη πλήθη Νέα Ορλεάνη του Καρναβαλιού! Αλλά, μασάνε οι ήρωες;
Φυσικά τα κλισέ διαδέχονται το ένα το άλλο σε βαθμό κακουργήματος. Ο μπάτσος - διώκτης, που όμως κατά βάθος συμπαθεί τον πανέξυπνο ληστή, ο ληστής που ναι μεν κάνει ό,τι κάνει, αλλά δεν θέλει να χύσει το αίμα κανενός και κάνει τα πάντα για να σώσει την κόρη του, οι απίστευτα δύσκολες καταστάσεις (αδύνατο να λυθούν στην πραγματικότητα), που όμως λύνονται ξαφνικά με πανεύκολο χάρη στην ιδιοφυία του πρωταγωνιστή, τα χιλιοειδωμένα κυνηγητά αυτοκινήτων (το μεγαλύτερο και ηλιθιότερο ίσως φετίχ του mainstream αμερικάνικου σινεμά), τα πάντα που γίνονται ακριβώς το τελευταίο δευτερόλεπτο, η γκόμενα που είναι έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα για το Κέιτζ... και άλλα και άλλα. Και το κερασάκι στην τούρτα φτάνει στο τελευταίο πεντάλεπτο με το παντελώς ξενέρωτο τέλος, για να μην αφήσουμε κανέναν απογοητευμένο και να βγάλουμε με το στανιό χάπι εντ...
 Καλογυρισμένο; Ίσως. Με ρυθμό που σε κρατά; Ναι (και όταν βγεις το ξεχνάς αμέσως, αφού συνειδητοποιείς ότι έχεις ξαναδεί δεκάδες τέτοια). Αλλά, το έχω πει πολλές φορές, το αμερικάνικο σινεμά τα έχει κατακτήσει προ πολλού όλα αυτά. Ακόμα και αδιάφοροι σκηνοθέτες όπως ο Γουέστ (των "Λάρα Κροφτ", "Ghost Rider" και δεν συμμαζεύεται) μπορούν να κάνουν μια γρήγορη, δίχως κοιλιές περιπέτεια. Αυτό όμως έχει πάψει εδώ και πάμπολλα χρόνια να είναι πλέον το ζητούμενο και να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Εκτός βέβαια αν τη βρίσκετε ξαναβλέποντας τα ίδια και τα ίδια και γουστάρετε τα πιο τετριμένα και αδιάφορα κλισέ. Από τα οποία μάλιστα λείπει ακόμα και το στοιχείο του "τόσο κακό ώστε γίνεται ενδιαφέρον". Εδώ απλώς βρισκόμαστε το βασίλειο του χιλιοειδωμένου. Κι αυτό νομίζω ότι είναι ακόμα χειρότερο.

Δευτέρα, Μαρτίου 11, 2013

ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΒΑΡΕΖ ΚΕΛΙ

Ο Edward Dmytryk (1908-1999) υπήρξε ένας ικανός σκηνοθέτης "παντός καιρού", τουτέστιν ασχολήθηκε με πολλά είδη. Έκανε πολύ καλές, αλλά και μετριότερες ταινίες. Το 1966 πάντως, γυρίζει το γουέστερν "Alvarez Kelly", με τον Ουίλιαμ Χόλντεν στον ομώνυμο ρόλο. Λέω γουέστερν, ίσως όμως πρόκειται περισσότερο για μια μελέτη χαρακτήρων και μια κοινωνική ταινία, που διαδραματίζεται στην Άγρια Δύση κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου εμφύλιου.
Στην ταινία θα λέγαμε ότι πρωταγωνιστεί ένα τεράστιο... κοπάδι από γελάδια. Ο ομώνυμος βασικός χαρακτήρας είναι μισός αμερικάνος μισός μεξικάνος και περίφημος οδηγός κοπαδιών. Αμοραλιστής, δίχως να τον νοιάζει και να παίρνει θέση στον πόλεμο που μαίνεται γύρω του, ενδιαφέρεται μόνο για τα λεφτά. Έχει αναλάβει λοιπόν να μεταφέρει ένα τεράστιο κοπάδι σε μεγάλη απόσταση και να το παραδώσει στην περιοχή των Βορείων. Όμως, ας μη ξεχνάμε, η τροφή είναι το βασικό όπλο του πολέμου. Έτσι απάγεται από στρατιώτες των Νοτίων, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ρόσιτερ (Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ), ο οποίος προσπαθεί να τον πείσει με κάθε τρόπο να κλέψει το κοπάδι και να το οδηγήσει στο πολιορκημένο και πεινασμένο Ρίτσμοντ. Και γιατί δεν το κάνουν μόνοι τους; Έχετε ποτέ δοκιμάσει να οδηγήσετε ένα κοπάδι πολλών εκατοντάδων γελαδιών; Δίχως τον έμπειρο Κέλι οι άσχετοι μ' αυτό στρατιώτες τα κάνουν απολύτως θάλασσα...
Η ιστορία επικεντρώνεται βέβαια στους χαρακτήρες. Από τη μία ο γοητευτικός, αμοραλιστής Κέλι, από την άλλη ο πιστός στο καθήκον και την πατρίδα άτεγκτος συνταγματάρχης. Πέρα από το ιδεολογικό μέρος οι διαφορές τους σύντομα γίνονται και προσωπικές, αφού υπάρχει και η μνηστή του συνταγματάρχη... Η σχέση τους αλλάζει συχνά: Από μίσος μπορεί να μετατραπεί σε (υποχρεωτική ή μη) συνεργασία, ακόμα και σε αμοιβαίο θαυμασμό. Άλλωστε, αμοραλιστής ή μη, ο ήρωας κρύβει και άλλες πτυχές στον χαρακτήρα του...
Δεν θα το χαρακτήριζα σε καμία περίπτωση ως γουέστερν δράσης. Οι ρυθμοί είναι μάλλον αργοί, οι συζητήσεις συχνές και αρκετές, οι σκηνές δράσης περιορισμένες. Αυτές βρίσκονται κυρίως προς το τέλος, όπου η ταινία κορυφώνεται με τη μάχη για μια γέφυρα και το τελικό ορμητικό, ανεξέλεγκτο και θεαματικό πέρασμα του κοπαδιού, αλλά μέχρι τότε λίγες παρόμοιες σκηνές θα δείτε. Υπάρχουν και κάποια λίγα στοιχεία που θίγουν το ρατσισμό των αμερικάνων προς τους "κατώτερους" μεξικάνους (είπαμε ότι ο ηρωας είναι μισός - μισός), αλλά σε καμία απολύτως περίπτωση το φιλμ δεν επικεντρώνεται σ' αυτά.
Γενικά δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλο γουέστερν, δίχως όμως και να το θεωρώ κακή ταινία. Αν είστε φίλος του είδους πάντως δείτε το. Τα μεγάλα, αχανή τοπία, οι κάου μπόις και τα κοπάδια κυριαρχούν, όπως και σε πολλά άλλα παρόμοια φιλμς. Και θυμηθείτε: Πέρα από τα όπλα και τη γενναιότητα, στους πολέμους τεράστιο ρόλο παίζουν και πράγματα που δεν μας περνούν από το μυαλό με την πρώτη. Όπως το πώς θα τραφούν χιλιάδες πεινασμένοι στρατιώτες ας πούμε...

Κυριακή, Μαρτίου 10, 2013

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ανήκω σ' αυτούς που αρέσουν αρκετά οι ταινίες που έκανε ο Κώστας Γαβράς στην Αμερική. Σε κάποιες, βεβαίως, υπάκουσε περισσότερο απ' όσο συνηθίζει στα χολιγουντιανά πρότυπα, ωστόσο δεν έχασε ποτέ την πολιτικοποιημένη ματιά που τον χαρακτηρίζει. Το "Betrayed" (Το Στίγμα της Προσδοσίας) του 1988 είναι μία από αυτές και σίγουρα περιέχει και κάποιες σεναριακές απιθανότητες. Συνολικά όμως το βρίσκω ένα καλό θρίλερ, με πολιτική άποψη πάντοτε.
Μια ντετέκτιβ επισκέπτεται ("μεταμφιεσμένη" σε αγρότισα) τον "βαθύ" αμερικάνικο νότο για να ερευνήσει έναν ύποπτο για ρατσιστικά εγκλήματα αγρότη. Θα τον ερωτευτεί όμως και, μοιραία, η αντικειμενική ματιά που οφείλει να έχει θα θολώσει, μέχρι να της αποκαλυφτεί η τρομερή αλήθεια.
Στην ταινία ο Γαβράς εξετάζει στην ουσία το ίδιο θέμα με το "Μουσικό Κουτί" της επόμενης χρονιάς: Τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος που αγαπάς πολύ (εραστής, πατέρας κλπ.) αποδεικνύεται κάτι πέρα για πέρα αρνητικό; Όχι απλά αρνητικός χαρακτήρας, αλλά ένας αληθινός εγκληματίας; Πώς αντιδρά κανείς όταν έρθει η στιγμή να καταγγείλει ένα όντως αγαπημένο πρόσωπο; Και πώς τα έντονα συναισθήματα διαστρέφουν αυτό που οφείλει κανείς να κάνει, πώς απειλούν τις ίδιες του τις αρχές και τις ιδέες;
Στο "Betrayed" βέβαια, οπως είπαμε στην αρχή, υπάρχουν αρκετές συμβάσεις. Όταν είσαι υποψιασμένη, έχεις πάει κάπου για μια αποστολή και έχεις και εντελώς διαφορετικές ιδέες, είναι απίθανο να ερωτευτείς έναν άνθρωπο που υποψιάζεσαι για κάτι τόσο απεχθές όσο ο ακτιβιστικός, ωμός ρατσισμός, όσο γοητευτικός κι αν είναι. Όπως επίσης και η "θεωρία συνωμοσίας" που αποκαλύπτεται, με την ρατσιστική οργάνωση φανατικών καθαρμάτων να φτάνει μέχρι τα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικάνικης εξουσίας, είναι αρκετά τραβηγμένη.
Ωστόσο η ταινία λειτουργεί νομίζω, αν μη τι άλλο, ως ένα αρκετά αγχωτικό θρίλερ, ψυχολογικό και όχι μόνο. Και στο επίκεντρό του βρίσκεται πάντοτε η πολιτική ματιά του Γαβρά, που εδώ βέβαια έχει σαν στόχο τον απεχθή ρατσιμό. Επειδή όμως μιλάμε για Γαβρά και όχι για συνηθισμένο Χόλιγουντ, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την διαφορετική προσέγγιση του δημιουργού: Να δούμε δηλαδή ότι στεκεται αρκετά μακριά από το σχηματικό δίπολο "καλών - κακών". Το κτήνος που πρωταγωνιστεί έχει την ανθρώπινη πλευρά του, ερωτεύεται αληθινά και βαθιά, μπορεί να είναι απόλυτα τρυφερό με την οικογένειά του, μπορεί κάλλιστα να διαθέτει τιμιότητα και, γενικότερα, μια ζεστή, γοητευτική πλευρά. Από την άλλη ο προϊστάμενος και πρώην εραστής της ηρωίδας είναι ψυχρός, υπολογιστικός, μάλλον αντιπαθής, κι ας μην διακατέχεται από καμιά ρατσιστική ιδέα, αντίθετα είναι αποφασισμένος να τσακίσει τους ρατσιστές. Αλλά αυτές ακριβώς οι παραδοξότητες, αυτές οι αμφισημίες, είναι που δημιουργούν την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα - και την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Και σ' αυτό το μη σχηματικό στοιχείο (το οποίο δημιουργεί βεβαίως πολύ μεγαλύτερο μπέρδεμα στον εσωτερικο κόσμο της ηρωίδας) εντοπίζω την ιδιαίτερότητα της ταινίας σε σχέση με τα εκατοντάδες συμβατικότερα θρίλερ. Ο Γαβράς δεν διστάζει να δείξει το ρατσισμό που υποβόσκει κάτω από την συμπαθητική επιφάνεια των "καλοκάγαθων, τίμιων και δουλευταράδων" νότιων, ποτισμένων βεβαίως μέχρι το κόκαλο με τις "αμερικάνικες αξίες". Και, στο κάτω - κάτω, μια αντιρατσιστική ταινία (έστω και με απιθανότητες) παραμένει δυστυχώς (δυστυχέστατα) επίκαιρη στις μέρες μας...

Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2013

ΣΙΝΕΦΙΛ "TABU" Ή Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ (ΠΕΡΙΠΟΥ) ΒΩΒΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

To "Tabu" είναι μια κλασική ταινία του Μουρνάου του 1931 (την οποία δεν έχω δει, έχω όμως διαβάσει αρκετά γι' αυτή). Το "Tabu" του 2012 ("Χαμένος Παράδεισος" στα ελληνικά) είναι μια πορτογαλική ταινία του Miguel Gomes. Η ομοιότητα των τίτλων δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Το "Ταμπού" του Γκομέζ είναι μια άμεση αναφορά στο παλιότερο φιλμ και μια σινεφίλ αναφορά στην εποχή του βωβού γενικότερα. Πέραν αυτών όμως είναι μια πολύ παράξενη στη δομή της ταινία και, κατά την προσωπική μου γνώμη, πολύ γοητευτική επίσης.
Το ασπρόμαυρο πορτογαλικό φιλμ διαθέτει δύο εντελώς διαφορετικά μέρη, τόσο διαφορετικά, που πιθανόν να ξενίσουν πολλούς. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τη ζωή μιας μόλις συνταξιούχου, μοναχικής γυναίκας στη σύγχρονη Λισαβώνα. Μεταξύ άλλων ενασχολήσεων, η δραστήρια, καθολική ηρωίδα προσέχει και την πολύ μεγαλύτερη, στα όρια της άνοιας, γειτόνισά της, που ζει με την μαύρη υπηρέτριά της. Στο δεύτερο μέρος, μετά το θάνατο της ηλικιωμένης, ένας παλιός φίλος της διηγείται την απροσδόκητη, δραματική της ιστορία που διαδραματίζεται στην Αφρική κάπου στα 60ς, οπότε η ταινία μετατρέπεται απροσδόκητα σε μια πυκνή, δυνατή ιστορία απαγορευμένου έρωτα με εξωτικό φόντο (όπως ακριβώς δηλαδή και το παλιότερο "Ταμπού" του Μουρνάου).
Στο δεύτερο αυτό μέρος η σινεφίλ διάσταση κορυφώνεται. Στο κομάτι αυτό η ταινία δεν είναι ακριβώς βουβή: Υπάρχει μια off αφήγηση, οι φωνές των ηθοποιών όμως δεν ακούγονται ποτέ. Σε συνδυασμό με την πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, το αποτέλεσμα είναι απόλυτα εναρμονισμένο με το κλίμα των 30ς. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι πάντως ένας χυμαρώδης ρομαντισμός, που διαποτίζεται από έντονο ερωτισμό. Ο "Χαμένος Παράδεισος" του ελληνικού τίτλου παραπέμπει βέβαια σε μια εξωτική, γεμάτη πάθος και, φυσικά, αποικιοκρατούμενη Αφρική. Πρόκειται για έναν "χαμένο παράδεισο" (σύμφωνα με την οπτική των λευκών βεβαίως), ο οποίος, μετά τα ποικίλα και συχνά αιμοσταγή απελευθερωτικά κινήματα, δεν υφίσταται πλέον (για τους λευκούς πάντοτε). Ωστόσο η σκηνοθετική ματιά δεν επικεντρώνεται στο πολιτικό αυτό στοιχείο (απλώς το βλέπουμε έμμεσα), αλλά στην παθιασμένη, ρομαντική και ερωτική διάσταση.
Θα έλεγα ότι αυτό που εξέπεμψε κυρίως η ταινία, για μένα τουλάχιστον, είναι ένα εντονότατο νοσταλγικό στοιχείο. Όχι μόνο από τη σινεφίλ διάσταση, που τόνισα επανειλημένα, αλλά και από το δυνατό ερωτικό δράμα (που όμως δεν γίνεται μελό), και από τις εξωτικές εικόνες της Αφρικής. Αλλά ακόμα και από την 60ς - αρχές 70ς ατμόσφαιρα που επικρατεί και που τονίζεται ιδιαίτερα με τη μουσική και τα τραγούδια και με τις συναυλίες και δραστηριότητες εν γένει του άπαιχτου γκρουπ στο οποίο συμμετέχει ο αφηγητής. Έτσι η νοσταλγία του βωβού με τις σινεφίλ αναφορές συναντά τη νοσταλγία του "χαμένου, πρωτόγονου παράδεισου" κι αυτήν των 60ς σε έναν, αν μη τι άλλο, απόλυτα πετυχημένο συνδυασμό.
Βρίσκω την ταινία πολύ πρωτότυπη και δυνατή, παρά το απόλυτα διαφορετικό στιλ των δύο μερών της. Νομίζω ότι αξίζει να τη δει κανείς, έστω και μόνο για τη δύναμη των εικόνων και των συναισθημάτων που εκπέμπει.

Τρίτη, Μαρτίου 05, 2013

DESPERADO: Η "ΚΥΡΙΛΕ" ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ EL MARIACHI

To 1995 βρίσκει τον Robert Rodriguez εγκαταστημένο πλέον στο Χόλιγουντ, κολλητό του Ταραντίνο και με κάποια τηλεοπτικά να έχουν προστεθεί στο ενεργητικό του. Ο άγνωστος μεξικάνος που το 1992 είχε εντυπωσιάσει με το "από το πουθενά" El Mariachi τα έχει πλέον καταφέρει. Τότε λοιπόν γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, που δεν είναι παρά ένα σίκουελ της πρώτης.
Στο "Desperado" έχει πλέον περισσότερα λεφτά από τον προκάτοχό του, γνωστότερους ηθοποιούς (Μπαντέρας, Σάλμα Χάγιεκ, Μπουσέμι, Ταραντίνο) και... πολύ περισσότερες συμβάσεις. Ο περιπλανώμενος μουσικός του πρώτου φιλμ αναζητά απεγνωσμένα εκδίκηση για τα όσα συνέβησαν σ' αυτόν και στην αγαπημένη του. Όταν λοιπόν θα βρει τα ίχνη του υπεύθυνου για όλα αυτά, η βία θα ξεσπάσει ανεξέλεγκτη, το πιστολίδι θα πέσει σύννεφο και ο απέθαντος ήρωας, παρά τους επανειλημένους τραυματισμούς του, θα αποδείξει ότι πλέον έχει γίνει καλύτερος πιστολέρο παρά κιθαρίστας.
Φυσικά η εμμονή του σκηνοθέτη με τα βίαια b-movies και τις cult ταινίες είναι και εδώ εμφανέστατη. Η ταινία διαθέτει γοργούς ρυθμούς, αληθινές σφαγές, αίμα, έναν ήρωα που δεν πεθαίνει με τίποτα, έναν πολύ κακό τύπο ως "αρχι-κακό", τον απαραίτητο έρωτα και τη δόση ρομαντισμού που χρειάζεται σε τέτοια φιλμ και μια ανατροπή προς το τέλος. Εξ άλλου, ακριβώς επειδή ο Ροντρίγκεζ δεν παίρνει και πολύ στα σοβαρά αυτό που κάνει, αρκείται δηλαδή στην κινηματογραφική απόλαυση ενός καλοκουρδισμένου b-movie, και επειδή είναι και ικανός σκηνοθέτης, η δική μας (έστω "ένοχη") απόλαυση είναι νομίζω εγγυημένη. Δεν εννοώ ότι έχουμε να κάνουμε με αριστούργημα, κάθε άλλο, αλλά ότι μάλλον δεν πρόκειται να βαρεθείτε. Τουλάχιστον.
Το θέμα τώρα είναι ότι προσωπικά προτιμώ το "ακατέργαστο" και φυσιολογικά cult πρώτο φιλμ, το "φτωχό" μεξικάνικο δηλαδή, παρά την πιο πλούσια χολιγουντιανή του συνέχεια. Μου φαίνεται κάπως ξαναζσταμένο φαγητό (ως νο 2 που είναι άλλωστε) και, όπως έγραψα πριν, με περισσότερες συμβάσεις. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο ήρωάς μας δεν πεθαίνει με τίποτα, το χάπι εντ βγάζει μάτι (καμιά σχέση με το πρώτο φιλμ), ακόμα και το παιδάκι... αλλά ας σας κρατήσω και λίγο σε αγωνία σχετικά μ' αυτό. Με λίγα λόγια μου φαίνεται ότι εδώ ο Ροντρίγκεζ προσπαθεί πλέον να κάνει ένα cult movie ντε και καλά, προγραμματισμένα, εκεί που το πρώτο του βγήκε φυσιολογικά. Αφειστε που μου τη σπάει και ο όλο στιλ και μαγκιά Μπαντέρας, αλλά αυτό είναι καθαρά προσωπικό και δεν είσαστε καθόλου υποχρεωμένοι να συμφωνήσετε.
 Τέλος πάντων, θα ξαναπώ ότι το φιλμ είναι καλογυρισμένο και πιστό στον καθόλου σοβαρό στόχο του (πράγμα που χαρακτηρίζει και όλο το έργο του Ροντρίγκεζ άλλωστε), μάλλον θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες αν δεν το σκεφτείτε και πολύ, ο δημιουργός θα κάνει μια επίδειξη των ικανοτήτων του, αλλά... Σας είπα τα "αλλά". Πάντως εμένα οι μεταγενέστερες ασκήσεις του Ροντρίγκεζ στα αγαπημένα του b-movies μου αρέσουν περισσότερο από αυτό εδώ το "Desperado".

Κυριακή, Μαρτίου 03, 2013

EL TOPO: ΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ CULT

Γνωρίζετε τον Alejandro Jodorowsky; Αν όχι σας τον προτείνω, ως μια από τις πλέον πολισχιδείς και παράδοξες προσωπικότητες της τέχνης. Χιλιανός, γεννημένος το 1929, ζει κυρίως στο Παρίσι και, ούτε λίγο ούτε πολύ, συγκεντρώνει τις παρακάτω ιδιότητες: Κλόουν, μίμος (με σπουδές δίπλα στον Μαρσέλ Μαρσό) και κουκλοπαίκτης, ηθοποιός, συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων, σκηνοθέτης του σινεμά και του θεάτρου και, η γνωστότερη ίσως, σεναριογράφος κόμικς με συνεργασίες με τεράστια ονόματα του χώρου, μεταξύ των οποίων και ο Moebius (μαζί έκαναν το περίφημο Incal). Σουρεαλιστής (έχει σχετιστεί με σημαντικά ονόματα του κινήματος), έχει κάνει 6 μεγάλου μήκους ταινίες, παράδοξες όλες και βαθιά συμβολικές.
Το "El Topo" (που σημαίνει "Ο Τυφλοπόντικάς"), γυρίστηκε το 1970 και υπήρξε ένα από τα πρώτα cult movies στην ιστορία του σινεμά (παιζόταν για καιρό σε μεταμεσονύχτιες προβολές). Γυρισμένο στο Μεξικό, διαθέτει όλα τα βασικά γνωρίσματα του δημιουργού του και συγχρόνως παραμένει αρκετά ερμητικό ή/και ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Μοιάζει με ένα είδος γουέστερν, πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι φεύγει πολύ πέρα από το συγκεκριμένο είδος. Ο ομώνυμος ήρωας (ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Jodorowsky) είναι ένας μοναχικός, μαυροντυμένος καβαλάρης, που κυκλοφορεί με ένα επτάχρονο παιδί στο άλογό του (γιος του;). Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο ο ήρωας είναι ο απόλυτος εκδικητής. Αρχικά θα εκδικηθεί κάποια απάνθρωπη συμμορία με επικεφαλής ένα στρατηγό, που αφήνει πίσω της ποτάμια αίματος. Στη συνέχεια, αναθεωρώντας ίσως την αξία της εκδίκησης, θα περάσει από διαδοχικές μυήσεις, νικώντας (σκοτώνοντας για την ακρίβεια) μια σειρά από σοφούς, κάτι σαν γκουρού της ερήμου, και θα γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος. Στο δεύτερο μέρος η προσωπικότητά του αλλάζει πλήρως. Αρνούμενος τον ρόλο του τιμωρού - πιστολέρο ξυρίζεται, φορά ράσο και, υιοθετώντας της περσόνα του (περίπου) τρελού ή "χαζού του χωριού", θα ενωθεί με το πλήθος των κάθε λογής άρρωστων και παραμορφωμένων, που ζουν σαν ζητιάνοι σε υπόγειες σπηλιές, και θα πασχίσει για την απελευθέρωσή τους και την ισότητά τους με τους "κανονικούς" (και ακραία σκληρούς) κάτοικους της κοντινής πόλης (οι οποίοι "απολαμβάνουν" μιας ιδιαίτερα καρικατουρίστικης απεικόνισης από τον σκηνοθέτη).
Η ταινία είναι κυριολεκτικά βαρυφορτωμένη με σύμβολα κάθε είδους (αρκετά από τα οποία ανεξήγητα σε μένα τουλάχιστον). Πολλά έχουν να κάνουν με τη θρησκεία, η οποία μοιάζει να απασχολεί σταθερά τον δημιουργό. Ταυτόχρονα είναι βίαιη, σκληρή, γκροτέσκα, με μερικές εκπληκτικές εικόνες και, πάνω απ' όλα, απόλυτα σουρεαλιστική. Είναι σαφές ότι όλα συμβαίνουν σε ένα μέρος "εκτός τόπου και χρόνου", σε μια έρημο κατοικημένη περισσότερο από σύμβολα παρά από αληθινούς ανθρώπους.
Είπα και πριν ότι οι ερμηνείες είναι πολλαπλές (διαφορετικές ίσως για κάθε θεατή) ή, ας μην φοβηθούμε να το πούμε κι αυτό, ίσως και ανύπαρκτες (ή, τέλος πάντων, ακατανόητες). Ας μη ξεχνάμε όμως ότι ο Jodorowsky είναι ένας γνήσιος σουρεαλιστής. Πολλές φορές δρα συνειρμικά, οδηγείται ίσως από τις εικόνες καθ' εαυτές και όχι από τα πιθανά τους νοήματα, οπότε πιθανόν να μην εξηγούνται ολα όσα βλέπουμε. Ίσως πάντως η ταινία να μιλά για δύο διαφορετικές όψεις απονομής δικαιοσύνης ή προσπάθειας για ισότητα. Στο πρώτο μέρος με βίαιο τρόπο, στο δεύτερο με ένα είδος χριστιανικής ταπεινότητας και αυτοθυσίας (που θα καταλήξει, ωστόσο, κι αυτή στη βία). Συγχρόνως μιλά, όπως είπαμε, για τη θρησκεία, για τον ρατσισμό και τον αποκλεισμό ανθρώπων, για τη διακαιοσύνη, για την επανάσταση και για άλλα που ίσως ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Το σίγουρο πάντως είναι ότι, είτε μπείτε στον κύκλο των φανατικών οπαδών της είτε σας απωθήσει, το φιλμ παραμένει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη λόγω της ιδιαιτερότητας και της παραδοξότητάς του. Είτε βγάλετε συμπεράσματα είτε όχι.

Παρασκευή, Μαρτίου 01, 2013

ZEGEN: Ο ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ... ΜΠΟΡΝΤΕΛΑ

O Shohei Imamura (1926-2006) είναι ένας από τους "αιρετικούς" γιαπωνέζους σκηνοθέτες. Από αυτούς δηλαδή που δεν κατέγραψαν το ηρωικό ή το τραγικό ή το καθημερινό της χώρας τους (όπως, ας πούμε, ο Κουροσάβα), αλλά από αυτούς που αμφισβήτησαν έντονα τις αξίες της και την βαθύτατα ταξική κοινωνία της. Στο έργο του έδειξε δηλαδή πολύ συχνά τις σκοτεινές πτυχές της ή, δίχως να διστάσει, την απανθρωπιά που συχνά απαντάται σ' αυτή.
 Χαρακτηριστικό παράδειγμα απόλυτης αμφισβήτησης είναι το "Zegen" του 1987. Το οποίο είναι μάλιστα κωμωδία ή, καλύτερα, κοφτερή σάτιρα κυρίως του περίφημου γιαπωνέζικου εθνικισμού. Και, νομίζω, χρειάζεται τόλμη να το κάνεις αυτό, αφού η μιλιταριστική διάσταση είναι από τις ισχυρότερες της κουλτούρας της χώρας. Οφείλω πάντως να προσθέσω, για να σας βάλω στο κλίμα, ότι ο πλήρης, δυτικός τουλάχιστον, τίτλος είναι "Zegen, ο Άρχων του Μπορντέλου".
Ο ήρωας του φιλμ, αρχικά πάμπτωχος μετανάστης στο Χονγκ Κονγκ στις αρχές του 20ού αιώνα, στρατεύεται σε νεαρή ηλικία με το ζόρι σαν κατάσκοπος στη κινέζικη Μαντζουρία, πριν την γιαπωνέζικη εισβολή σ' αυτήν και τον σινοϊαπωνικό πόλεμο της δεκαετίας του 30. Από τότε "κολλάει" έναν αθεράπευτο εθνικισμό, ο οποίος θα τον συνοδεύει μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όταν επιστρέφει στο Χονγκ Κονγκ αρχίζει να ανεβαίνει και σύντομα καταλήγει "ζέγκεν", δηλαδή νταβατζής. Μεγαλονταβατζής θα λέγαμε, αφού σιγά - σιγά αποκτά δύναμη και πλούτο και, κυρίως, μια αλυσίδα από μπορντέλα. Το αστείο είναι ότι όλα αυτά τα κάνει "για την πατρίδα", προτείνοντας μάλιστα επανειλημένα στον γιαπωνέζο πρέσβη την... εθνικοποίηση των μπορντέλων ή την ίδρυση ενός "κρατικού μπορντέλου" για την ικανοποίηση των στρατιωτών, που, φυσικά, είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι πρόκειται να κατακτήσουν αν όχι τον κόσμο, τουλάχιστον όλη την ερύτερη Άπω Ανατολή!
Αντιλαμβάνεστε ότι η σάτιρα σπάει κόκαλα, όταν μάλιστα απευθύνεται σε έναν κατ' εξοχήν μιλιταριστικό λαό, όπως είναι ο ιαπωνικός. Ο Ιμαμούρα κατεδαφίζει σαδιστικά πολλές από τις "εθνικές αξίες" και βάζει στο στόχαστρό του ολόκληρη την βαθύτατα ιμπεριαλιστική πολιτική της χώρας, η οποία την οδήγησε στον Β' παγκόσμιο πόλεμο, στην ήττα και, βέβαια, στη βόμβα. Ωστόσο ο ήρωάς μας, ως άλλος γελοίος Δον Κιχώτης, δεν αντιλαμβάνεται τίποτα απ' όλα αυτά, παραμένοντας πάντοτε σίγουρος για την τελική επικράτηση του λαού του (εις βάρος όλων των άλλων φυσικά). Ακόμα και η συνύπαρξη, ταύτιση σχεδόν στο μυαλό του ήρωα, εθνικισμού και πορνείας είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, τολμηρή. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες λεπτομέρειες που κατεδαφίζουν γιαπωνέζικες αξίες, με κύρια τη σκηνή του χαρακίρι: Σε κάποια φάση ο Μουραόκα, ως απόλυτα παραδοσιακός τύπος, αποφασίζει να κάνει χαρακίρι (παρουσία κοινού). Προετοιμάζει τα πάντα με απόλυτη ακρίβεια και σοβαρότητα, αλλά μόλις το ξίφος μπήγεται ελάχιστα χιλιοστά στην κοιλιά του τινάζεται όρθιος χοροπηδώντας και ουρλιάζοντας "Αίμα! Αίμα!" και εγκαταλείπει έντρομος τον χώρο για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες!
Σημειώστε τέλος και δύο άλλα στοιχεία: Πρώτον: Το φιλμ βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Μουραόκα, που είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ίσως ο σκηνοθέης να πρόσθεσε και φανταστικά στοιχεία, ωστόσο τα βασικά γεγονότα της περιπετειώδους και ταραγμένης ζωής του ήρωα είναι περίπου αυτά που βλέπουμε. Δεύτερο: Δίνεται ιδιαίτερο βάρος στον φριχτό τρόπο που εκπορνεύονταν οι νεαρές γιαπωνέζες: Συχνά απάγονταν από τους άντρες των νταβατζήδων (άνθρωποι του ήρωά μας στο φιλμ) και οδηγούνταν με πλοία εκτός Ιαπωνίας για να γίνουν πόρνες. Φυσικά εκείνος έδινε τις εντολές και ήταν και πολύ περήφανος γι' αυτό, αφού βοηθούσε έτσι στο αξιόμαχο και στη διατήρηση του υψηλού ηθικού του στρατού. Ο άλλος τρόπος ήταν ότι, λόγω φτώχειας, συχνά τα κορίτσια πουλιούνταν από τους γονείς τους σε νταβατζήδες. Η πρακτική αυτή ήταν συνηθέστατη και θα τη συναντήσουμε και σε άλλη ταινία του Ιμαμούρα για την οποία θα γράψω προσεχώς. Πάντως ένα μεγάλο μέρος γίνονταν πόρνες παρά τη θέλησή τους. Τι σημασία έχεουν όμως όλα αυτά; Πάνω απ' όλα το Καλό της Πατρίδας! έστω και αν αυτό περνά από τα μπορντέλα!

eXTReMe Tracker