Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2013

"ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ" ΟΝΤΩΣ!

Στην πρώτη του εμφάνιση σε ταινία μεγάλου μήκους ο ανεξάρτητος αμερικανός Ben Zeitlin εντυπωσιάζει με το "Μυθικά Πλάσματα του Νότου" (Beasts of the Southern Wild) του 2012. Μια ταινία από το πουθενά, που σ' εμένα τουλάχιστον προκάλεσε ευχάριστη έκπληξη.
 Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια κυριολεκτικά ξεχασμένη απ' όλους και από τον πολιτισμό (όπως τον εννοούμε τουλάχιστον) περιοχή των ΗΠΑ. Το νησάκι της ιστορίας βρίσκεται κάπου στους βάλτους της Νέας Ορλεάνης, αποκομμένο από τη στεριά. Εκεί, σε πρωτόγονες σχεδόν συνθήκες, ζουν οι λίγοι πάμφτωχοι, πλην χαρούμενοι και αισιόδοξοι κάτοικοι. Ανάμεσά τους και η εξάχρονη ηρωίδα, που ζει με τον πάσχοντα από καρδιά πατέρα της. Όταν ο εφιαλτικός τυφώνας Κατρίνα πλήξει την περιοχή, οι περισσότεροι θα αναζητήσουν καταφύγιο στη στεριά και στην μίζερη κρατική βοήθεια. Κάποιοι όμως θα κάνουν τα πάντα για να γυρίσουν στον κατεστραμένο ουσιαστικά τόπο τους, εκεί που βρίσκεται η καρδιά τους.
Μπορούμε να δούμε το φιλμ σε δύο επίπεδα: Από τη μία υπάρχει η ιστορία της μικρής ηρωίδας, μια ιστορία δύσκολης ενηλικίωσης ουσιαστικά. Από την άλλη υπάρχει το ρεαλιστικό μέρος, η καταγραφή των κάτω από το επίπεδο της φτώχιας συνθηκών ζωής των κατοίκων της περιοχής (ναι, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο βρισκόμαστε στις σύγχρονες ΗΠΑ).
Το δεύτερο επίπεδο είναι συγκλονιστικό: Οικογένειες που ζουν σε παράγκες καμωμένες από σκουριασμένα μέταλα ή πλαστικό, με ελάχιστα υπάρχοντα, που παλεύουν καθημερινά (ψάρεμα, κυνήγι) για το καθημερινό φαγητό τους. Το σχολείο είναι υποτυπώδες. Μια αυτοσχέδια μάλλον δασκάλα που διδάσκει ένα κράμα γνώσεων και μύθων. Η θρησκεία - αν πρόκειται ακριβώς για θρησκεία - μάλλον προς τον παγανισμό γέρνει. Πρόκειται όντως για σύγχρονους άγριους, παρ' ότι ζουν στις παρυφές της μεγαλούπολης και του πολιτισμού. Ωστόσο το φιλμ δεν εστιάζει στη μιζέρια ή τον εφιάλτη της επιβίωσης. Αντίθετα οι κάτοικοι μοιάζουν ευτυχισμένοι μ' αυτά που έχουν και μάλιστα μισούν βαθιά τον πολιτισμό δίπλα τους. Γι' αυτό άλλωστε οι πιο επίμονοι απ' αυτούς θα κάνουν τα πάντα να ξαναγυρίσουν στο πάμφτωχο μέρος τους.
Το πρώτο επίπεδο είναι βέβαια η ιστορία της μικρής. Οι δύσκολες, ταραγμένες σχέσεις με τον πατέρα της, οι φόβοι και τα οράματά της, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, η συνεχής προετοιμασία για το ότι σύντομα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνη, δίχως κανέναν προστάτη. Το μέρος αυτό δίνεται από τον Zeitlin με ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα ρεαλισμού και ποίησης. Οι ρεαλιστικές σκηνές της δύσκολης καθημερινότητας εναλλάσονται διαρκώς με όμορφες, ποιητικές εικόνες είτε από τις γιορτές των λιγοστών κατοίκων είτε από τα φανταστικά ζώα που οραματίζεται (και φοβάται, αλλά τελικά συμφιλιώνεται μ' αυτά) η μικρή. Κάτι σαν πελώριους πρόγονους των βισώνων, που "θα βγούν από τους πάγους όπου βρίσκονται παγιδευμένοι όταν αυτοί λειώσουν". Έτσι, με πλάγιο τρόπο, η υπενθύμιση του παγκόσμιου οικολογικού προβλήματος είναι κι αυτή παρούσα. Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες της παιδικής φαντασίας, των παιδικών φόβων, της σχέσης με τον γονιό, του αγώνα για ζωή. Είπαμε και πριν: Η ενηλικίωση θα έλθει βίαια, άγρια, αλλά η ηρωίδα είναι ήδη πολύ σκληρή για να παραδοθεί.
Σπάνιο μείγμα ρεαλισμού και συγκίνησης, όνειρου και πραγματικότητας, εξωτισμού και δύσκολης επιβίωσης, η ταινία είναι σίγουρα ασυνήθιστη. Και γίνεται καλύτερη με την θαυμάσια ερμηνεία της μικρής της πρωταγωνίστριας, ενός όντως σπάνιου πλάσματος. Προσωπικά το φιλμ μου έμεινε χαραγμένο στο νου και - πέραν από το αν θα σας αρέσει ή όχι - είναι ένα από τα πλέον sui generis της χρονιάς.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013

ΣΤΟΝ ΑΠΛΟΪΚΟ (ΕΠΙΕΙΚΩΣ) ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ KRULL

O Peter Yates (1929-2011) υπήρξε ένας σκηνοθέτης ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Έχει φτιάξει αξιόλογες ταινίες και άλλες που στην καλύτερη περίπτωση είναι μέτριες. Στη δεύτερη κατηγορία φοβάμαι ότι ανήκει το "Krull" του 1983.
Ουσιαστικά πρόκειται για ταινία που ανήκει στο χώρο του fantasy. Τυπικά όμως θα λέγαμε ότι πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αφού οι κακοί εισβολείς είναι εξωγήινοι και έχουν έρθει με σκάφος στον κόσμο του Krull. Μέχρις εκεί όμως με την επιστημονική φαντασία. Σε όλα τα υπόλοιπα έχουμε να κάνουμε με σπαθιά, απόλυτα μεσαιωνική κατάσταση πολιτισμού, πύργους, μάγους και μαγείες, προφητείες... Όλο το κλασικό οπλοστάσιο της fantasy με λίγα λόγια. Ο καλός πρίγκηπας αναζητά την αγαπημένη του πριγκίπισα που ο κακός, τερατώδης αρχηγός των εισβολέων κρατά αιχμάλωτη και θέλει να την παντρευτεί. Τόσο πρωτότυπο.
Αλλά το πρόβλημά μου δεν βρίσκεται στο χιλιοειπωμένο στορι. Βρίσκεται στον τρόπο που είναι αυτό δοσμένο. Σπάνια έχω δει τόσο βαρετή και απόλυτα προβλέψιμη σειρά γεγονότων, σπάνια έχω δει τόσες αφέλειες μαζεμένες και σπάνια τόσο ξενέρωτο πρωταγωνιστή. Εδώ οφείλουμε να γελάσουμε: Ο ήρωάς μας, γενναίος πρίγκηπας προφανώς, είναι πάντοτε τόσο ατσαλάκωτος, με τόσο τέλειο, καλοχτενισμένο μαλλάκι και άψογα ξυρισμένο μουσάκι (όσες κακουχίες και αν υφίσταται) και έχει μονίμως ένα τόσο ηλίθιο χαμόγελο, που μόνο αληθινό γέλιο μπορεί να προκαλέσει. Όσο για τους εξωγήινους... τι να πω... κινούνται πιο αργά και από τα πλέον αργοκίνητα ζόμπι, πυροβολούν εξ ίσου αργά και, προφανώς, όταν πρόκειται για τους καλούς πρωταγωνιστές τουλάχιστον, είναι μονίμως άστοχοι. Η γελοιότητα του όλου πράγματος κορυφώνεται στην ανεκδιήγητη τελική επίθεση των "καλών" στο σκάφος των εισβολέων. Είναι σαφές ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν με τον απλούστερο τρόπο να τους τσακίσουν. Ωστόσο ανοίγουν ηλιθιωδώς τις πόρτες του σκάφους, πυροβολούν, όπως είπαμε, ελάχιστα και άστοχα, κινούνται όσο πιο αργά μπορούν και γενικά κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διευκολύνουν τους επιτιθέμενους καλούς. Θα μπορούσα να πω κι άλλα ακόμα αστεία, αλλά νομίζω ότι δεν αξίζει ιδιαίτερα τον κόπο.
Στα συν το πραγματικά πρωτότυπο από άποψη ντιζάιν σκάφος των εξωγήινων, τόσο εξωτερικά (μοιάζει με έναν ακανόνιστο, πελώριο βράχο) όσο και εσωτερικά, με τις δαιδαλώδεις στοές και τα σαν μάτια ανοίγματα να θυμίζουν πίνακες σουρεαλιστών. Άντε να βάλουμε στα θετικά και το ότι πολλοί από την παρέα των "καλών" σκοτώνονται, οπότε τουλάχιστον δεν βγαίνουν όλοι αλώβητοι. Φοβάμαι όμως ότι αυτά δεν είναι ικανά να κάνουν υποφερτή την ταινία.
Τελειώνοντας θα το ξαναπώ για άλλη μια φορά: Το φανταστικό μπορεί, προφανώς, να βασίζεται σε αυθαίρετες παραδοχές, από τη στιγμή όμως που θα κάνεις ξεκάθαρες τις παραδοχές αυτές, οφείλει να διαθέτει έναν εσωτερικό ρεαλισμό. Είναι δικαίωμά σου να δηλώσεις ότι "πετάει ο γάιδαρος". Από εκεί και πέρα όμως πρέπει να υπάρχει απόλυτη συνέπεια. Να πετάει μέχρι τέλους και με όποιες συνέπειες έχει αυτό και όχι, μετά από λίγο, να τον βλέπουμε να βόσκει στο λιβάδι δίχως φτερούγες...
ΥΓ: Αν προσέξετε θα δείτε σε μικρό ρόλο τον άγνωστο τότε Λίαμ Νίσον. Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ "ΑΘΛΙΟΥΣ"

Είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία όλων των εποχών. Έχει μεταφερθεί με επιτυχία στην οθόνη κάμποσες φορές. Μετατράπηκε σε θεατρικό μιούζικαλ με επίσης τεράστια επιτυχία. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο η σούπερ πετυχημένη μιούζικαλ εκδοχή του να γίνει ταινία. Μιλάμε βέβαια για τους "Άθλιους" (Les Miserables) του Βικτόρ Ουγκό και για το ομώνυμο φιλμ που γύρισε το 2012 ο Tom Hooper, δημιουργός του επίσης πετυχημένου "Λόγου του Βασιλιά".
 Οφείλω να ομολογήσω ότι σαν παραγωγή η ταινία είναι άψογη. Αρκετά εντυπωσιακή σκηνοθεσία, γρήγορες και θεαματικές κινήσεις της κάμερας, πολύ καλές ερμηνείες (και τραγουδιστικές), εγγυημένη συγκίνηση (λόγω της γνωστής πλοκής βέβαια), αρκετές στιγμές με ένταση. Ωστόσο συνολικά με κούρσαε αρκετά. Δεν είναι μόνο η μεγάλη διάρκεια (158 λεπτά). Προσωπικά το βρίσκω μάλλον παρωχημένο σαν είδος μιούζικαλ (σημειωτέον, δεν έχω τίποτα εναντίον των μιούζικαλ, ίσα - ίσα που μου αρέσουν πολλά, τόσο κλασικά (π.χ. "Singing in the Rain"), όσο και καινούρια (π.χ. "Chicago"). Με κουράζει όμως το συγκεκριμένο είδος, που δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου πρόζα αλλά μόνο τραγούδι. Όχι όμως αυτό από μόνο του. Είναι αυτό το είδος στο οποίο η δράση διακόπτεται κάθε λίγο για να τραγουδήσει σόλο ο κάθε πρωταγωνιστής, εδώ μάλιστα σε στατικά κοντινά πλάνα. Έτσι ο ρυθμός - κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε - σπάει, η αγωνία χαλαρώνει. Οι ερμηνείες αυτών των (αρκετών) σόλο τραγουδιών είναι βέβαια εξαιρετικές, αυτό όμως προσωπικά δεν μου αρκεί ώστε να μην περιμένω το πότε θα τελειώσει το εκάστοτε σόλο και να συνεχιστεί η πλοκή. Αν προσθέσετε σ' αυτά και το ότι η μουσική δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα στο σύνολό της, τα πράγματα χειροτερεύουν. Και φυσικά "λιγώθηκα" πραγματικά από το αφόρητα χριστιανικό, δακρύβρεκτο φινάλε. Υπάρχει επί πλέον και το γεγονός της τραβηγμένης για τα σημερινά δεδομένα αφήγησης, που πολύ συχνά αγγίζει το μελό ή το πομπώδες. Αλλά αυτό ίσως να μπορούμε να το συγχωρήσουμε, αποδίδοντάς στον Ουγκό και την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο. Ωστόσο και σκηνοθετικά θα μπορούσε μάλλον να αποφευχθεί.
Συνολικά πάντως βρήκα αρκετές κοιλιές και θεωρώ το τελικό αποτέλεσμα άνισο. Μένουν βέβαια τα σημαντικά νοήματα: Η απόλυτη καταδίκη της κοινωνικής αδικίας, η οποία αδικία στο συγκεκριμένο έργο μάλιστα υποστηρίζεται απόλυτα από τον νόμο, η εφιαλτική για τα σημερινά δεδομένα (ακόμα κι αυτά της κρίσης) σκιαγράφηση μιας πέρα για πέρα άνισης και σκληρής κοινωνίας, με μεγάλες μάζες να φυτοζωούν κυριολεκτικά κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, η θετική ματιά στους επαναστάτες (και ρομαντικούς ταυτόχρονα), οι ιδιαίτεροι χαρακτήρες τόσο του Γιάννη Αγιάννη, αλλά κυρίως του αμείλικτου διώκτη του Ιαβέρη, η κατάδειξη των κοινωνικών αγώνων για αλλαγή κλπ. Αυτά όλα όμως οφείλουν να αποδοθούν στον Ουγκό και όχι στη συγκεκριμένη κινηματογραφική εκδοχή του έργου του.
Συμπερασματικά λοιπόν το φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, παρά τις επιμέρους αρετές του και παρά την εντυπωσιακή, άψογη θα έλεγα παραγωγή. Ίσως όμως αν είστε λάτρης του συγκεκριμένου είδους θεατρικού μιούζικαλ ή της μουσικής του έργου να μην συμμεριστείτε τη γνώμη μου.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 20, 2013

"ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ" ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Το 1985 ο Ettore Scola, από τους σημαντικούς ιταλούς δημιουργούς, γυρίζει το "Macaroni" (Maccheroni στα ιταλικά),  μια ταινία που μιλά για τους Ιταλούς, τους Ναπολιτάνους συγκεκριμένα, και τη σχέση του τρόπου ζωής τους μ' αυτόν των αμερικάνων. Χρησιμοποιεί μάλιστα δύο μεσήλικες πλέον μεγάλους ηθοποιούς: Τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τον Τζακ Λέμον.
Ο δεύτερος είναι ένας πετυχημένος επαγγελματικά αμερικάνος, πρόεδρος στο συμβούλιο μεγάλης αεροπορικής εταιρίας, που φτάνει στην Ιταλία για μπίζνες. Είχε να πατήσει εκεί από τον πόλεμο, όπου ήταν φαντάρος. Ένας τυπικός ιταλός αρχίζει να τον πολιορκεί, λέγοντας ότι είναι ο κολλητός του φίλος από αυτήν την παλιά εποχή, αδελφός συγκεκριμένα της ιταλίδας κοπέλας με την οποία τα είχε ο ήρωάς μας στον πόλεμο. Στην αρχή ο αμερικάνος θα τον υποδεχτεί ψυχρά, θα τον διώξει για την ακρίβεια, στη συνέχεια όμως η σχέση τους θα αλλάξει, περνώντας από πολλά στάδια.
Στόχος του Σκόλα, βέβαια, είναι να καταδείξει τη διαφορά του τρόπου ζωής των "καθυστερημένων" ιταλών (νότιων γενικότερα) και των "πλούσιων" αμερικάνων (βόρειων γενικότερα). Φυσικά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Ο πετυχημένος αμερικάνος στην πραγματικότητα νοιώθει μοναξιά, ανία, η ζωή του είναι κενή, οι σχέσεις του με την οικογένεια διαλυμένες. Αντίθετα ο φτωχός ιταλός είναι πέρα για πέρα εξωστρεφής, διαθέτει πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, έχει φίλους παντού, οικογένεια κλπ. Ταυτόχρονα βέβαια δείχνεται και η άλλη πλευρά της ιταλικής καθημερινότητας, η τάση για κομπίνα, το γενικότερο μπάχαλο μιας χώρας που σε αρκετά σημεία μοιάζει με τη δικιά μας. Το θέμα είναι ότι όλα αυτά δίνονται μάλλον απλοϊκά, οι δύο βασικοί χαρακτήρες είναι πολύ κομένοι και ραμένοι σύμφωνα με την γενικότερη, τυπική εικόνα που έχουμε για τον "φτωχό πλην όμως χαρούμενο" νότιο και τον "πλούσιο πλην όμως κατά βάθος δυστυχή" αμερικάνο. Οι χαρακτήρες είναι πολύ προβλέψιμοι, απόλυτα όμοιοι με τα στάνταρ που έχουμε όλοι στο μυαλό μας, οπότε φοβάμαι ότι γίνονται σχεδόν καρικατούρες... Στο μεταξύ έχουμε πάντως προλάβει να δούμε αρκετές γραφικές εικόνες της Νάπολι.
Κατά τα άλλα, όπως συμβαίνει στις τυπικές ιταλικές κωμωδίες, το χιούμορ εναλλάσεται με τη συγκίνηση, το κωμικό στοιχείο με το δραματικό και το τέλος (προβλέψιμο κι αυτό) είναι συγκινητικό (και δίνει χώρο και σε στοιχεία μαγικού ρεαλισμού). Γενικά το είδα μάλλον ευχάριστα - αν και η διάρκεια είναι κάπως μεγάλη - αλλά η απλοϊκότητά του παραμένει. Δεν το βρήκα κακό, δεν το θεωρώ όμως από τις πολύ καλές ταινίες του Σκόλα και σίγουρα δεν φτάνει, ας πούμε, την θαυμάσια "Ξεχωριστή Μέρα". Άλλωστε η ιδιόρυθμη ιταλική "δραματική κωμωδία", είδος με μακρά παράδοση από τη δεκαετία του 50 ήδη, βρίσκεται πια στο τέλος της κι αυτό εδώ είναι ένα από τα τελευταία, όχι πολύ σπουδαία δείγματά της. Δίχως πάντως να τη θεωρώ κακή ταινία, επαναλαμβάνω.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2013

Ο ΗΡΩΙΚΟΣ "ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΣΙΔΕΡΟ"

Το 1977 ο πολωνός Andrzej Wajda είχε γυρίσει τον "Άνθρωπο από Μάρμαρο". Στα 1981 κάνει ένα σίκουελ του φιλμ αυτού, τον "Άνθρωπο από Σίδερο" (Czlowiek z zelaza), μια ταινία απόλυτα στρατευμένη και συναισθηματικά φορτισμένη. Προσωπικά η ταινία αυτή δεν μου αρέσει τόσο όσο οι παλιότερες του μεγάλου δημιουργού. Μπορώ ωστόσο να κατανοήσω το πώς και το γιατί ενός τόσο "ηρωικού" φιλμ.
Η ταινία παρακολουθεί τους αγώνες ενός εργάτη για την ανατροπή του καταπιεστικού κομουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία, τις σχέσεις με τον επίσης εργάτη πατέρα του, "ήρωα της εργατικής τάξης" παλιότερα, τον έρωτα του για μια κοπέλα. Κυρίως όμως τους αγώνες. Ταυτόχρονα παρακολουθεί την πορεία ενός αλκοολικού ρεπόρτερ, που στέλνεται από το καθεστώς να ρίξει λάσπη στους εργατικούς αγώνες στα ναυπηγεία του Γκντανσκ, πορεία που θα καταλήξει στην αμέριστη συμπάθεια του τελευταίου προς τους εξεγερμένους εργάτες.
Για να κατανοήσουμε όλα αυτά πρέπει απαραίτητα να γνωρίζουμε τι συνέβαινε στην εξαιρετικά ταραγμένη αυτή εποχή στη χώρα: Γύρω στο 1980 οι εργάτες των ναυπηγείων του Γκντανσκ, με επικεφαλής τον Λεχ Βαλέσα, εξεγείρονται ενάντια στο καθεστώς, διαδηλώνουν και τελικά καταλαμβάνουν τα ναυπηγεία, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες δουλειάς, άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου και περισότερες ελευθερίες. Μεταξύ των οποίων και θρησκευτικές, αφού τοσο ο ηγέτης όσο και πολλοί από τους εργάτες ήταν βαθιά καθολικοί. Φυσικά το καθεστώς τους κατηγορεί σαν αντιδραστικούς, αλλά η εξέγερση συνεχιζεται κάτω από την ομπρέλα του περίφημου συνδικάτου "Αλληλεγγύη". Ήταν από τις λίγες φορές που ένα καθεστώς "υπαρκτού σοσιαλισμού" ταρακουνήθηκε τόσο έντονα. Λίγο μετά την αρχική επιτυχία της εξέγερσης ωστόσο και τις ελπίδες που φούντωσαν, τα πάντα καταπνίγηκαν κάτω από τη δικτατορία του στρατηγού Γιαρουζέλσκι, που συνεχίστηκε μέχρι το 1989 και την πτώση του "υπαρκτού".
Ο Βάιντα υπήρξε προφανώς απόλυτα υπέρ της εξέγερσης και της αλλαγής (το είχε δείξει και από τον "Άνθρωπο από Μάρμαρο" άλλωστε). Γι' αυτό και η ταινία του είναι τόσο φορτισμένη, τόσο απόλυτα υπέρ των εργατών, τόσο εναντίον του καθεστώτος, οι εκπρόσωποι του οποίου παρουσιάζονται εντελώς αρνητικά. Εξ άλλου ο ίδιος ο Λεχ Βαλέσα εμφανίζεται στην ταινία είτε σε αληθινές σκηνές της εποχής είτε ώς... κουμπάρος του πρωταγωνιστικού ζεύγους, όταν αυτό παντρεύεται (σε εκκλησία φυσικά). Γενικά η ταινία περιλαμβάνει πολύ ντοκιμαντερίστικο υλικό, τόσο από την, σύγχρονη τότε και καυτή, εποχή της "Αλληλεγγύης", όσο και παλιότερο (όταν υπάρχουν φλας μπακ), από προηγούμενες εξεγέρσεις εργατών ή φοιτητών που καταπνίγηκαν από τα τανκς.
Σας είπα ότι δεν είμαι λάτρης της ταινίας. Τη βρίσκω πολύ ηρωική, πολύ "άσπρο - μαύρο" (όχι ότι δεν υπάρχει πολλή αλήθεια σ' αυτό, αλλά...). Ωστόσο, όπως έγραψα στην αρχή, μπορώ να κατανοήσω την τόση φόρτιση του δημιουργού της, το πάθος του, τον πόθο του για αλλαγή. Ο Βάιντα εμπλεκόταν ενεργά σε όλα αυτά και θα ήταν αδύνατο να απομακρυνθει κάπως συναισθηματικά. Θεωρώ λοιπόν ότι η αξία του φιλμ έγκειται κυρίως στο έντονο ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, στην φορτισμένη δηλαδή καταγραφή μιας εξαιρετικά ταραγμένης εποχής, η οποία επέφερε μια από τις βαθύτερες ρωγμές στα κομουνιστικά καθεστώτα, τα οποία θα κατέρεαν 8-9 χρόνια μετά. Δείτε το λοιπόν οπωσδήποτε μόνο αν ενδιαφέρεστε για το θέμα από ιστορική άποψη. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013

ΝΟ: ΟΤΑΝ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ COCA COLA ΦΕΡΝΕΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ...

Υπάρχουν ταινίες που, πέραν της καθαρά κινηματογραφικής τους αξίας, η σπουδαιότητά τους έγκειται στα προβλήματα που θέτουν, στον βαθύ προβληματισμό του θεατή που προκαλούν. Για μένα τέτοια ταινία είναι το χιλιανό "Νο" του Pablo Larrain (2012). Γι' αυτό και θα γράψω σχετικά λίγα "κινηματογραφικά" και κυρίως θα επικεντρωθώ στα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που μου προκάλεσε.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινά γεγονότα (δεν ξέρω βέβαια με πόση ακρίβεια αναφέρονται αυτά, αλλά το βασικό περίγραμμα είναι αληθινό). Ο αιμοσταγής δικτάτορας Πινοσέτ σφετερίστηκε την εξουσία στη Χιλή το 1973, εγκαθιδρύοντας μια από τις εφιαλτικότερες δικτατορίες του 20ού αιώνα. 15 χρόνια μετά, το 1988, το διεθνές κλίμα είχε αλλάξει. Οι Δυτικοί, ακόμα και οι ίδιοι οι αμερικάνοι που είχαν ουσιαστικά επιβάλλει τη δικτατορία, θέλουν πλέον επιστροφή στη δημοκρατία και την ομαλότητα ή, τέλος πάντων, επιζητούν τη νομιμοποίηση της δικτατορίας. Μετά από πιέσεις υποχρεώνουν τον τύρανο να προχωρήσει σε εκλογές, όπου ο κόσμος θα ψηφίσει απλά "Ναι" ή "Όχι", ανάλογα με το αν θέλει να διατηρηθεί το καθεστώς ή όχι. Αποστέλλονται διεθνείς παρατηρητές, οποτε οι εκλογές θα γίνουν τίμια. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο για τα δικά μας δεδομένα, ο λαός είναι διχασμένος. Επειδή η δικτατορία επιβλήθηκε σε περίοδο μεγάλης κρίσης της χώρας (σχεδόν πείνας), πολλοί φοβούνται ότι η δημοκρατία θα φέρει και πάλι την ανέχεια, τη φτώχια, την πείνα και, τέλος πάντων, έχουν βολευτεί ή/και πλουτίσει με το φασιστικό καθεστώς. Η χούντα θεωρεί ότι θα κερδίσει άνετα το δημοψήφισμα και δεν κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες. Τότε η (κεντροαριστερή κυρίως) αντιπολίτευση προσλαμβάνει έναν ταλαντούχο νεαρό διαφημιστή και του αναθέτει την καμπάνια του "Νο". Αυτός, συγκρουόμενος ακόμα και με αριστερούς του δικού του στρατοπέδου, επιβάλλει μια καμπάνια στο ύφος ακριβώς των χαζοχαρούμενων διαφημιστικών της Coca Cola και καταφέρνει να ανατρέψει την κατάσταση.
Η ταινία χρησιμοποιεί μια σχεδόν ερασιτεχνική φωτογραφία, "καμένη" στα φωτεινά πλάνα, θυμίζοντας προϊόν φτηνής βιντεοκάμερας, και αποκτώντας έτσι ένα ντοκιμαντερίστικο στιλ, που μοιάζει με βιντεοταινίες της εποχής και υποστηρίζεται και από κάποιες αληθινές σκηνές της δικτατορικής περιόδου που υπάρχουν. Ταυτόχρονα παρακολουθεί και την προσωπική ζωή του ήρωα, που είναι χωρισμένος και ζει με τον μικρό γιο του.
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πάμπολλα. Η ταινία δεν δίνει απαντήσεις ούτε και εγώ έχω τέτοιες. Αρκεί όμως, νομίζω, ο προβληματισμός που τίθεται. Ειναι λοιπόν τόσο μεγάλη η δύναμη της διαφήμισης; Έχει ένα καλοσερβιρισμένο ψέμα πολύ μεγαλύτερη δύναμη από την ωμή αλήθεια; Ποιο είναι τελικά το πραγματικό πνευματικό επίπεδο του λαού (του κάθε λαού); Χρειάζεται τη "βοήθεια" ηλίθιων χαρούμενων εικόνων και πιασάρικων σλόγκαν για να αποφασίσει για κάτι τόσο σοβαρό όσο η ίδια η δημοκρατία και η απόριψη της δικτατορίας; Κι αν δεν υπάρχουν τέτοια "βοηθήματα", προτιμά μια καταπιεστική δικτατορία προκειμένου να έχει τις ανέσεις του (τις υλικές ανέσεις, εννοείται). Ή μήπως, βλέποντας τα πράγματα από τη μεριά του διαφημιστή, ακόμα και η χαζοχαρούμενη αισθητική της διαφήμισης καταναλωτικών προϊόντων μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό όπλο ενάντια στο σύστημα; Μπορούμε να στρέψουμε δηλαδή τα ίδια τα χαμηλού πνευματικού επιπέδου αποκυήματά του εναντίον του ίδιου του συστήματος που τα επινόησε; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Έχουμε δηλαδή ηθικό δικαίωμα να χρησιμοποιούμε ηλίθια χαρωπά ψέματα και να αποκρύπτουμε τα βασανιστήρια, τα τανκς, τους λυσασμένους μπάτσους που χτυπούν διαδηλωτές, τις χιλιάδες των "εξαφανισμένων" (όλα αυτά είναι εικόνες που τρομάζουν, κατά τον ήρωα), προκειμένου να επιτύχουμε έναν καθ' όλα θετικό και σπουδαιότατο στόχο; Μπορεί η δημοκρατία να αντιμετωπιστεί ως "πώληση προϊόντος"; Έχουμε δικαίωμα να χειραγωγούμε έναν ολόκληρο λαό "για καλό σκοπό", για να τον οδηγήσουμε δηλαδή μέσα από παραπλανητικές μεθόδους στην ίδια του την ελευθερία; Τα ερωτήματα είναι πάμπολλα και οι απαντήσεις ανοιχτές. Στο ειρωνικό τέλος πάντως, ο πρωταγωνιστής θα συνεχισει την ένδοξη διαφημιστική του καριέρα προμοτάροντας, με τον ίδιο αποτελεσματικό τρόπο με αυτόν που προμόταρε τη δημοκρατία, μια ηλίθια σαπουνόπερα σε στιλ "Τόλμη και Γοητεία". Σαν η δημοκτρατία να αποτελεί ένα ακόμα προϊόν στην αλυσίδα των προϊόντων που έχει κατορθώσει να πουλήσει στην καριέρα του...
Προσωπικά τη βρήκα εξαιρετική και πολυεπίπεδη ταινία, κυρίως, όπως είπα, χάρη στα πολύπλοκα ερωτήματα που θέτει. Οι απαντήσεις και οι τοποθετήσεις δικές σας. Εγώ πάντως δυσκολεύομαι να πάρω θέση σε όλα αυτά (και σε όσα άλλα εντοπίσετε εσείς).

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2013

ΟΔΗΓΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ... ΚΟΜΕΝΤΙ

Ο David O. Russell αποτελεί μια ιδιόρυθμη περίπτωση αμερικανού σκηνοθέτη: Ενώ οι περισσότερες ταινίες του ανήκουν στο ίσως πιο τετριμένο και βαρετό είδος, αυτό της αισθηματικής κομεντί, καταφέρνει ωστόσο να τις κάνει ενδιαφέρουσες. Παραμένουν κομεντί βεβαίως, αλλά υπάρχουν σ' αυτές κάμποσες πρωτοτυπίες και άρνηση ορισμένων κλισέ (όχι όλων πάντως), ώστε δεν μπορούν να μπουν στο σωρό των αενάως επαναλαμβανόμενων δειγμάτων της που ξεχνάς μόλις απομακρυνθείς από το σινεμά, αφού "το έχεις ξαναδεί" άπειρες φορές. Ο "Οδηγός Αισιοδοξίας" του 2012 (Silver Lining Playbook ο πρωτότυπος τίτλος) δεν αποτελεί εξαίρεση.
Το βασικό ενδιαφέρον της ταινιας προκύπτει εξ αρχής από την επιλογή των δύο βασικών ηρώων, του κλασικού δηλαδή ζευγαριού της κομεντί: Ε, λοιπόν, εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο ψυχικά διαταραγμένους τύπους. Εκείνος έχει βγει από ψυχιατρείο και επιστρέφει στους γονείς του, εκείνη δεν στέκει και πολύ καλά, είναι αντιφατική, έχει εκρήξεις οργής, πάθη. Η σχέση τους (καθόλου ερωτική αρχικά) θα περάσει από ακετά στάδια και ανατροπές. Αυτός ψάχνει εμμονικά τρόπο να τα ξαναφτιάξει με την πρώην γυναίκα του (την οποία το δκαστήριο του έχει απαγορεύσει να πλησιάσει καν), εκείνη έχει πρόσφατα χάσει τον άντρα της με απότομο, βίαιο τρόπο.
Ακούγονται όλα αυτά σαν δράμα; Κι όμως το φιλμ παραμένει κομεντί (όπως είπαμε άλλωστε) και μάλιστα βγάζει και αρκετό γέλιο σε μερικά σημεία. Είναι οι παράδοξες συμπεριφορές των ηρώων, η κυκλοθυμικότητά τους, είναι και ο ανεκδιήγητος πατέρας του ήρωα, μανιακός με το αμερικάνικο ποδόσφαιρο (περιττό να πω ότι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο είναι απολαυστικότατος). Γενικά, πέραν της πλάκας, η εικόνα της περίφμης αμερικάνικης οικογένειας δεν είναι και τόσο απαστράπτουσα στο φιλμ αυτό. Μάλλον μια σκοτεινή πλευρά της (με αστείο βεβαίως τρόπο) καταγράφεται.
Στα συν οι πολύ καλές ερμηνείες όλων των ηθοποιών (τον Ντε Νίρο τον αναφέραμε, αλλά είναι και ο Μπράντλεϊ Κούπερ, είναι και η πάντα πολύ καλή Τζένιφερ Λόρενς, ειναι και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που τους περιστοιχίζουν).
Όχι, δεν το θεωρώ καθόλου αριστούργημα, το είδα όμως πολύ ευχάριστα. Εξ άλλου κάθε φιλμ που, αν και κομεντί, ξεφεύγει κάπως από την αφόρητη βαρεμάρα και γλυκερότητα του είδους όπως έχει γίνει (καταντήσει μάλλον) σήμερα, είναι ευπρόσδεκτο. Όταν μάλιστα ένας δημιουργός εμμένει στο είδος αυτό, καταφέρνοντας όμως πάντα να κάνει ταινίες που ξεχωρίζουν αμέσως (κι ας έχουν προβλέψιμο τέλος), έ, τότε ο δημιουργός αυτός είναι σίγουρα αξιοπρόσεχτος. Και πρόκειται ήδη για την τρίτη του προσπάθεια στο είδος (ενώ εξ ίσου παράδοξη και ενδιαφέρουσα ήταν και μια περίπου πολεμική ταινία του, οι "Τρεις Ήρωες"). Θα τπαρακολουθήσω λοιπόν και τα επόμενα βήματά του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕ ΜΙΑ "BIG COUNTRY"

"Big Country" αποκαλούσαν περήφανοι τις αχανείς, σχεδόν απάτητες εκτάσεις της "Άγριας Δύσης" οι αμερικάνοι του 19ου αιώνα (την οποία φυσικά είχαν σφετεριστεί βίαια από τους αυτόχθονες ινδιάνους). Αυτή η "Big Country" πρωταγωνιστεί ουσιαστικά σε πολλά αμερικάνικα γουέστερν της εποχής της ακμής του είδους. Και είναι και ο τίτλος μιας σημαντικής ταινίας του 1958 (γουέστερν φυσικά) του μεγάλου χολιγουντιανού σκηνοθέτη William Wyler (1902-1981).
Ένας πλούσιος πρώην καπετάνιος αραβωνιάζεται μια εξ ίσου πλούσια (σε γη κυρίως) γόνο μεγαλοκτηματία του Φαρ Ουέστ και πάει να ζήσει εκεί μαζί της. Από την πρώτη στιγμή θεωρείται από τους άξεστους ντόπιους (καουμπόιδες κυρίως) ως "πολιτισμένος", μαλθακός, δειλός "λιμικοντόρος", που ήρθε από τις μεγάλες πόλεις της ανατολικής ακτής να διδάξει... καλούς τρόπους στην άγρια γη τους. Όλοι στοιχηματίζουν ότι δεν θα αντέξει στη σκληρή ζωή και θα φύγει γρήγορα. Η σύγκρουση μάλιστα επέρχεται νωρίς ακόμα και με τον πατέρα της μελλοντικής νύφης (η οποία, σημειωτέον, υιοθετεί και συμφωνεί με τους τρόπους του πατέρα της), έναν σκληρό συνταγματάρχη, που βρίσκεται σε βεντέτα με την οικογένεια (εξ ίσου σκληρή και άξεστη) γειτονικού μεγαλοκτηματία. Οι δυο οικογένειες ερίζουν για μια εύφορη και με νερό γη, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στα κτήματά τους και ανήκει στην ορφανή δασκάλα του χωριού. Όπως αντιλαμβάνεστε, η βία δεν θα αργήσει να ξεσπάσει.
Ο Γουάιλερ πιάνει την Αμερική ακριβώς στο μεταίχμιο, στο σημείο της αλλαγής. Ο νόμος της βίας και των όπλων, η αυτοδικία, οι άγραφοι νόμοι που κυριαρχούσαν επί αιώνες στην απέραντη χώρα δέχονται την "εισβολή" του επίσημου νόμου, της τάξης, της δικαιοσύνης, του δυτικού πολιτισμού όπως τον ξέρουμε σήμερα (καλώς ή κακώς). Αυτό ακριβώς συμβολίζουν και οι δύο βασικοί πόλοι του φιλμ, ο "πολιτισμένος" εξ ανατολών καπετάνιος και οι βίαιοι και σκληροτράχηλοι άντρες της δύσης, που υπακούουν σε τυφλούς κώδικες τιμής, εμπλέκονται σε ατέρμονες βεντέτες και εκπροσωπούνται κυρίως από τον πατέρα της νύφης και τον σκληρό αρχιεπιστάτη του (αλλά ουσιαστικά και από όλον σχεδόν τον κοινωνικό περίγυρο της μικρής πόλης). Ο σκηνοθέτης σαφώς τάσσεται με το μέρος του πρώτου (άλλωστε αυτό που παρακολουθούμε βασικά είναι ο μοναχικός αγώνας του για αλλαγή και εξάλειψη της τυφλής βίας που κυριαρχεί), δίχως όμως να παραλείψει να σημειώσει και ένα είδος εσωτερικής τιμιότητας, μπέσας, που διαθέτουν οι άξεστοι δυτικοί.
Στο μεταξύ, και πέρα από τις αναλύσεις, παρακολουθούμε ένα χορταστικό γουέστερν, που καταγράφει εξαιρετικά κατά τη γνώμη μου τόσο τις σχέσεις των ηρώων (ερωτικές, συγγενικές, κοινωνικές, εξουσίας κλπ.) όσο και το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας προς το τέλος. Μιας βίας της οποίας, με ειρωνικό τρόπο, καταλύτης είναι ο ίδιος ο βασικός ήρωας, παρά την επιθυμία του ακριβώς να την σταματήσει, η οποία όμως βία λειτουργεί ταυτόχρονα λυτρωτικά και καθαρτικά. Κάποια σημεία του φιλμ διαθέτουν και χιούμορ, το καστ είναι πολύ δυνατό (Γκρέγκορι Πεκ, Τσάρλτον Ίστον, Κάρολ Μπέικερ, Μπερλ Άιβς, Τζιν Σίμονς κλπ.), το απέραντο τοπίο - σήμα κατατεθέν των γουέστερν κυριαρχεί και όλα συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ του είδους, το οποίο προσωπικά συνιστώ.
ΥΓ: Τώρα βέβαια, το κατά πόσο άλλαξε πραγματικά η Αμερική είναι θεμα προς συζήτηση με όσα βλέπουμε στις μέρες μας. Σίγουρα πάντως διατηρεί ακόμα κάμποσα από τα άγρια στοιχεία του παρελθόντος της. Ενός βίαιου, καθόλου αγγελικού παρελθόντος, που ταινίες σαν κι αυτή μας θυμίζουν και δείχνουν πού στηρίχτηκαν τα θεμέλια της και γιατί συμβαίνουν ακόμα όσα συμβαίνου στη χώρα. Ειδικά μάλιστα τέτοιες ταινίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν υιοθετούν και ηρωοποιούν αυτό το σκληρό παρελθόν, όπως τα περισσότερα γουέστερν, αλλά στέκονται κριτικά απέναντί του, υπενθυμίζοντάς μας την ανάγκη να εξαλειφτεί μια για πάντα ένα σύστημα βασισμένο στην αυτοδικία και τον "τσαμπουκά".

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2013

ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ "PIETA"

Χρόνια είχαμε να δούμε στην Ελλάδα ταινία του κορεάτη Kim Ki-duk. Ενός δημιουργού που το έργο του - όπως και άλλων κορεατών ή γιαπωνέζων - κινείται με έναν παράδοξο για τους δυτικούς τρόπο ανάμεσα στην απόλυτη σκληρότητα και βία και την αφοπλιστικη τρυφερότητα. Η "Pieta" του 2012 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Πριν από οτιδήποτε άλλο ο Κι-Ντουκ μας οδηγεί σε μια απίστευτη γειτονιά της Σεούλ, που απέχει πολλά μίλια από το κορεάτικο οικονομικό θαύμα, με τους ουρανοξύστες και τις ακμάζουσες επιχειρήσεις. Έναν λαβύρινθο από παράγκες, βρώμικα, γεμάτα σκουπίδια και πεταμένα παλιοσίδερα σοκάκια και άπειρα σκοτεινά μικρομάγαζα γεμάτα τόρνους, πριονοκορδέλες και άλλα μηχανήματα. Η ίδια η εικόνα της ταινίας είναι "βρώμικη", δίχως φτιασίδια. Στον άθλιο αυτόν κόσμο κινείται ο ήρωας, ένας πέρα για πέρα μοναχικός άνθρωπος, που δουλειά του είναι να εισπράτει με φριχτούς τρόπους τα χρέη διάφορων κακομοίρηδων που έμπλεξαν από απελπισία στα νύχια τοκογλύφων. Άνθρωπος; Ένα μοναχικό κτήνος θα λέγαμε καλύτερα, δίχως καν συναισθήματα, δίχως έλεος και οίκτο για κανέναν. Στο διάβα του σπέρνει τρόμο και απελπισία, αφήνει ανάπηρους ή άλλους που αναγκάζονται ακόμα και να αυτοκτονήσουν. Ώσπου, από το πουθενά, εμφανίζεται η άγνωστη μητέρα του, που τον είχε εγκαταλείψει όταν γεννήθηκε, και η ζωή του αλλάζει. Η σχέση τους είναι ηλεκτρισμένη, συχνά βίαιη, μια εναλλαγή έλξης και απώθησης, αλλά ο ήρωάς μας αποκτά για πρώτη φορά συναισθήματα, νοιάζεται για κάποιον. Η συνέχεια επιφυλάσσει ανατροπές...
Όπως ίσως καταλάβατε, ο Κιμ Κι-ντουκ μας μεταφέρει σε έναν εφιαλτικό κόσμο, σε μια επίγεια κόλαση. Τόσο οι ανθρώπινες σχέσεις οσο και το ίδιο το περιβάλλον βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ. Οι άνθρωποι, σαν ζώα, δρουν σχεδόν μόνο από ένστικτο στον βρώμικο κόσμο που τους περιβάλλει ασφυκτικά. Μέσα σ' αυτή την αθλιότητα ο πρωταγωνιστής μοιάζει να βρίσκει για πρώτη φορά κάποια ζεστασιά, κάποιο νόημα. Όμως τα όσα εφιαλτικά έχει διαπράξει τον κυνηγούν. Μήπως είναι πια πολύ αργά για ένα κομάτι έστω αληθινής ζωής;
Βρήκα την ταινία εξαιρετική, παρά τη σκληρότητά της. Για την ακρίβεια, την θεωρώ την καλύτερη από όσες έχω δει του κορεάτη δημιουργού (μαζί με το πολύ διαφορετικό "Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας..."). Και βέβαια, σας προειδοποιώ ότι βλέπεται δύσκολα, λόγω ακριβώς όλων αυτών που περιγράψαμε, παρά το ότι και σασπένς δημιουργεί στον θεατή και ανατροπές διαθέτει. Όμως το στιλ ακριβώς του παράδοξου αυτού σινεμά είναι η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στον ωμό, δίχως τον παραμικρό "καλλωπισμό", ρεαλισμό και την τρυφερότητα, τον λυρισμό, την έκρηξη των συναισθημάτων. Εξ άλλου η θρησκευτική αλληγορία υπάρχει στο βάθος (άλλωστε η Πιετά είναι καθολικός όρος και σημαίνει έλεος), όπως και η τραγωδία, με τις τύψεις μετά το έγκλημα και τον αγώνα για εξιλέωση. Όμως στον κόσμο του Κιμ Κι-Ντουκ δεν ξέρω αν υπάρχουν περιθώρια εξιλέωσης - ή μάλλον ανακούφισης μέσα από τη εξιλέωση. Τέλος το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και σαν μια παραλλαγή του μοτίβου "έγκλημα και τιμωρία" ή σαν μια σκοτεινή ιστορία εκδίκησης. Αν πάντως είστε ανθεκτικοί σ' αυτό το κλίμα, μην το χάσετε.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2013

ΤΑ B-MOVIES ΚΑΙ ΤΟ "EL MARIACHI"

Το 1992 ένας άγνωστος μεξικάνος σκηνοθέτης γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με εξ ίσου άγνωστους (εκτός Μεξικό τουλάχιστον) ηθοποιούς, και κάνει μεγάλη εντύπωση στην Αμερική. Ο σκηνοθέτης ήταν ο Robert Rodriguez και η ταινία το "El mariachi". Ένας από τους θαυμαστές της είναι και ο νέος τότε Ταραντίνο, ο οποίος "υιοθετεί" τον Ροντρίγκεζ, με αποτέλεσμα έκτοτε να έχουν συνεργαστεί αρκετές φορές.
 Υπάρχουν διάφορες ιστορίες για το πάμφτηνο αυτό ντεμπούτο. Όπως ότι στοίχισε... 5 με 7000 (ναι, εφτά χιλιάδες) δολάρια (!!!) και ότι ο Ροντρίγκεζ βρήκε τα λεφτά αυτά κάνοντας μεταξύ άλλων το "πειραματόζωο" σε εταιρίες παρασκευής καλλυντικών ή φαρμάκων ή κάτι τέτοιο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι, αν και σαφώς low budget, η ταινία δεν μοιάζει σε καμιά περίπτωση να κόστισε τόσο ελάχιστα χρήματα.
Mariachi λέγονται οι περιπλανώμενοι μεξικάνοι μουσικοί, που πάνε από πόλη σε χωριό και παίζουν όπου βρουν και όπου τους δοθεί η ευκαιρία. Ένας τέτοιος είναι ο ήρωας της ταινίας, που το μόνο που επιθυμεί είναι να παίζει την κιθάρα του και να τραγουδά. Φτάνοντας όμως σε μια πόλη όπου κυριαρχούν οι συμμορίες των παράνομων, μπερδεύεται λόγω της θήκης της κιθάρας που κουβαλά πάντα μαζί του με έναν επικίνδυνο πιστολέρο που μόλις βγήκε από τη φυλακή και γίνεται στόχος δύο αδίστακτων τύπων (και εχθρών μεταξύ τους). Όπως αντιλαμβάνεστε, θα χυθεί αίμα...
Η ταινία ακολουθεί με άψογο τρόπο τους "κανόνες" των b-movies, αφού και η ίδια είναι ένα απολαυστικότατο τέτοιο (άλλωστε ο Ροντρίγκεζ παρέμεινε πιστός στο είδος αυτό και όταν πλέον έγινε γνωστός και είχε πολύ περισσότερα χρήματα για τις ταινίες του). Βία, πιστολίδι, ρομαντισμός, αγνός έρωτας, γραφικοί κακοί, λεφτά, ναρκωτικά, φτηνά ξενοδοχεία και, κυρίως, η περιρέουσα ατμόσφαιρα του φτωχού Μεξικό συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά υπάρχουν και οι κλασικοί καλοί και κακοί χαρακτήρες. Ταυτόχρονα είναι εμφανείς οι σκηνοθετικές ικανότητες του δημιουργού, ο οποίος δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα καθώς η μια βίαιη σκηνή ακολουθεί την άλλη με αλάνθαστο ρυθμό, ενώ η ατμόσφαιρα παραμένει διαρκώς τετεμένη. Όσο για καθησυχαστικά happy end... ούτε που το σκέφτεται ο Ροντρίγκεζ. Η επιροή των παλιότερων φτηνών b-movies είναι εμφανής (άλλωστε είπαμε ότι για τέτοιο ακριβώς πρόκειται), η σκηνοθετική μαεστρία το ίδιο, οπότε θα ήταν παράξενο να μην ενθουσιαστεί ο φανατικός "b-movάς" Ταραντίνο.
Φυσικά το μάλλον απλοϊκό σεναριακά "El Mariachi" δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη ταινία. Είναι όμως αδύνατο να μη θαυμάσει κανείς την ικανότητα του δημιουργού της να κρύβει πλήρως το γεγονός του ανύπαρκτου budget, να προκαλεί ένταση από το τίποτα, να παρασέρνει τελικά τον θεατή (ή τουλάχιστον εμένα) με τους ρυθμούς του και να τον κάνει να απολαμβάνει (δίχως να πολυσκέπτεται προφανώς) την ταινία. Πέραν όμως της "ένοχης απόλαυσης", προσωπικά θεωρώ το φιλμ αξεπέραστο παράδειγμα του γεγονότος ότι όταν υπάρχει ταλέντο, κέφι και αγάπη για το σινεμά, με μια απλή κάμερα μπορούν να γίνουν τα πάντα. Κι άσε το Χόλιγουντ και τα "Χαβιάρια" να μετράνε τις δεκάδες των εκατομμυρίων και να κάνουν τις σούμες τους στα ταμεία...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2013

"ARGO": ΠΑΡΑΠΑΙΟΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΑ

Τελικά ο Ben Affleck μας βγήκε καλός σκηνοθέτης (και σεναριογράφος). Το απέδειξε με τις δύο προηγούμενες ταινίες του (αν και έχω δει μόνο το "The Town"), το αποδεικνύει και με το "Argo" (Επιχείρηση: Argo) του 2012. Οι αντιρήσεις μου δεν είναι σκηνοθετικής φύσης, αλλά τρόπου που επιλέγει να αφηγηθει την ιστορία του.
Το 1979 γίνεται στο Ιράν η ισλαμική επανάσταση και οι αγιατολάχ παίρνουν την εξουσία εγκαθιδρύοντας θεοκρατικό καθεστώς (που, κάπως πιο χαλαρά, ισχύει μέχρι σήμερα). Εξαγριωμένα πλήθη καταλαμβάνουν την αμερικάνικη πρεσβεία κρατώντας όμηρους 52 αμερικάνους υπάλληλούς της (η ομηρία τους θα έληγε κάπου ένα χρόνο μετά). Πλην όμως 6 υπάλληλοι διαφεύγουν και βρίσκουν άσυλο στην καναδική πρεσβεία. Οι ιρανοί αγνοούν το γεγονός. Οι αμερικάνοι στήνουν ένα απίθανο σχέδιο φυγάδευσής τους από το Ιράν, που επινοοεί και πραγματοποιεί ένας πράκτορας. Την χολιγουντιανής λογικής, πλην όμως αληθινή αυτή ιστορία, αφηγείται η ταινία.
Θα πω κατ' αρχάς ότι το "Argo" δεν είναι ακριβώς τόσο προπαγανδιστικό όσο φοβόμουν. Ναι, σαφώς οι ισλαμιστές είναι οι κακοί, σαφώς ταυτιζόμαστε με τους ομήρους και παρακαλούμε να έχει αίσιο τέλος η περιπέτειά τους, αλλά από το πρώτο κιόλας λεπτό, όταν βλέπουμε σε εικόνες ντοκιμαντέρ τα πολιτικά γεγονότα που προηγήθηκαν, λέγεται ξεκάθαρα ότι οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο του Ιράν, ο οποίος είχε εθνικοποιήσει τα πετρέλαια, και επέβαλλαν την πάνω από 30χρονη αιμοσταγή και εφιαλτική εξουσία του Σάχη. Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο λαός έχει κάθε λόγο να μισεί τους αμερικάνους κι ότι η ισλαμική εξέγερση είναι δικαιολογημένη (άσχετα αν εξελίχτηκε σε ένα ακόμα καταπιεστικό καθεστώς). Κι όχι μόνο αυτό. Ο ρόλος της CIA δεν εξωραϊζεται καθόλου. Δυο - τρεις φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ κάποιοι λένε στον βασικό ήρωα (τον Άφλεκ φυσικά, που είναι ειδικός στις φυγαδεύσεις) ότι "μέχρι τώρα φυγάδευες βασανιστές". Αυτά προς τιμήν του σκηνοθέτη, που κρατά έτσι αποστάσεις από την "καλή CIA" που έχουμε δει σε πλήθος παλιότερων κυρίως αμερικάνικων φιλμ.
Το πρώτο μισό λοιπόν, ίσως και τα 2/3 της ταινίας, μου άρεσαν. Το σασπένς υπάρχει, το ενδιαφέρον ανεβαίνει καθώς ένα παλαβό σχέδιο μπαίνει σιγά - σιγά σε εφαρμογή: Ο ήρωας θα μπει στο Ιράν και θα φυγαδεύσει τους έξι ώς μέλη αμερικάνικου κινηματογραφικού συνεργείου που γυρίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας και ενδιαφέρεται να κάνει κάποιες σκηνές στη χώρα. Η εμπλοκή του Χόλιγουντ στην ιστορία δίνει την ευκαιρία για απολαυστικότατες σκηνές και ατάκες σάτιρας της ίδιας της χολιγουντιανής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Έτσι το φιλμ μπολιάζεται και με αυτοσαρκαστικό χιούμορ, το οποίο δένει πολύ καλά με το σασπένς που προαναφέραμε. Μέχρι εδώ, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο καλά, αλλά άριστα!
Και φτάνουμε στο τελευταίο μέρος, όταν πια βρισκόμαστε στο Ιράν και το παράτολμο σχέδιο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, η ταινία μετατρέπεται στην απόλυτη αμερικανιά. Το σασπένς ανεβαίνει κάθετα, όλα (τα καλά εννοείται) συμβαίνουν κυριολεκτικά το τελευταίο δευτερόλεπτο, υπάρχουν ακόμα και σχεδόν κυνηγητά και, σαν κερασάκι σε μια ήδη "μπουχτιστική" τούρτα, καταλήγουμε και σε μια άνευ λόγου σκηνή με τον κλασικό "θρίαμβο της οικογένειας" που - αλοίμονο τώρα - ενώνεται ξανά. Όσο μου άρεσε το πρώτο μισό (και παραπάνω), άλλο τόσο βαρυστομάχιασα στο τέλος.
Θα τονίσω ότι κι αυτό το κακό για μένα τελευταίο μέρος είναι άψογα γυρισμένο, με την αγωνία του θεατή να κορυφώνεται και με έξυπνη σκηνοθεσία. Αυτά όμως μπορεί πια να τα κάνει οποιοσδήποτε από τους δεκάδες ικανούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Αποτελούν αναμφισβήτητα κατάκτηση του αμερικάνικου mainstream σινεμά. Εδώ όμως υποτίθεται ότι ήρθαμε να δούμε κάτι διαφορετικό. Δεν με πειράζουν όλες αυτές οι ταρζανιές όταν πάω να δω Τζέιμς Μποντ ή Επικίνδυνες Αποστολές. Ξέρω πολύ καλά τι θα δω και γι' αυτό ακριβώς πάω: Για να δω ένα φιλμ με συνοδεία ποπ κορν. Με ενοχλεί πολύ όμως όταν στα καλά καθούμενα το ύφος αλλάζει και απροειδοπόίητα μου επιβάλλεται αυτό το είδος του, πιθανόν απολαυστικού πλην όμως χιλιοειδωμένου, σινεμά.
Ας αποφασίσει ο καλός κατά τα άλλα σκηνοθέτης Άφλεκ : Θέλει να κάνει μια ενδιαφέρουσα πολιτική ταινία - και μάλιστα με εξαιρετικές αιχμές για την ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία - ή έναν ακόμα Τζέιμς Μποντ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2013

"ΟΙ ΔΙΩΚΤΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" ΩΣ ΠΑΡΩΔΙΑ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΙΚΟΥ ΦΙΛΜ

Αν θελετε μπορείτε να δείτε τους "Διώκτες του Εγκλήματος" (Gangster Squad, 2013) που γύρισε ο Ruben Fleischer. Προς θεού όμως, μην τολμήσετε να το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά. Ούτε λεπτό. Διότι τότε δεν θα προλαβαίνετε να ανακαλύπτετε χιλιοειδωμένα κλισέ, χιονοστιβάδα απιθανοτήτων, σενάριο γραμμένο στο πόδι, χαρακτήρες - καρικατούρες και θριάμβους πατροπαράδοτων οικογενειακών αξιών. Όλα αυτά να πέφτουν με ρυθμό πολυβόλου, όπως άλλωστε και οι άπειρες σφαίρες που πέφτουν στο φιλμ.
Πρόκειται για μια γκανγκστερική περιπέτεια που μας μεταφέρει στις δεκαετίες 40-50, όταν ο φριχτός αρχιγκάνγκστερ Μίκι Κοέν κυριαρχούσε ως βασιλιάς του εγκλήματος στο Λος Άντζελες. Λαδώνοντας πλήθος μπάτσων, σκοτώνοντας, τρομοκρατώντας τους πάντες, καταφέρνει να κάνει την πόλη ουσιαστικά δική του. Πρόκειται επίσης για αντιγραφή της ιδέας των "Αδιάφθορων" του Ντε Πάλμα, αφού ο σερίφης φτιάχνει μια άτυπη ομάδα από "καλούς μπάτσους" για να πολεμήσει τον γκάνγκστερ. Δεν υπάρχει επίσημη εξουσιοδότηση. Αν πεθάνουν κανείς δεν θα μάθει το γιατί. Αν θριαμβεύσουν κανείς δεν θα τους δώσει παράσημα. Η επίσημη αστυνομία δεν ξέρει τίποτα απολύτως. Έτσι η ετερόκλητη ομάδα αρχίζει τις δολιοφθορές στις επιχειρήσεις του Κοέν.
Η ταινία έχει βέβαια ρυθμό, προσπαθεί να είναι όσο γίνεται στιλάτη (πρόκειται για το απόλυτο "στιλ για το στιλ" άλλωστε), έχει και κάποιο χαβαλέ. Όχι, δεν είναι κωμωδία, το παίζει σοβαρή, όμως η πληθώρα απιθανοτήτων (με αποκορύφωμα την άνετη είσοδο και έξοδο της μισής ομάδας στη βίλα του γκάνγκστερ για να τοποθετήσουν κοριό, ενώ η βίλα φρουρείται ασφυκτικά) την κάνει ένα είδος παρωδίας του είδους. Μάλλον ηθελημένης, αφού θεωρώ ότι τα περισότερα από τα κλισέ επαναλαμβάνονται επίτηδες. Πιστεύω ότι πρόθεση των δημιουργών είναι να κάνουν μια απόλυτα καλτ ταινία, δίχως ίχνος αληθοφάνειας. Ως τέτοια ίσως και να μπορείτε να την απολαύσετε, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Αποκλειστικά ως τέτοια όμως. Διότι δεν μπορεί να θέλεις να κάνεις μια σύγχρονη ταινία με το μελόδραμα να πιάνει κόκκινο όταν σκοτώνεται ο μικρός λούστρος, φίλος του ενός μπάτσου, όταν ένας από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές τα φτιάχνει με την γκόμενα του φοβερού γκάνγκστερ, όταν οι σφαίρες πέφτουν σαν χαλάζι και βρίσκουν σχεδόν μέχρι το τέλος στόχο μόνο όταν αυτός είναι "κακός", όταν πασχίζεις να βάλεις έξυπνες ατάκες στο στιλ του νουάρ κλπ. κλπ. και να τα παίρνεις όλα αυτά στα σοβαρά. Και το αποκορύφωμα; Το άκρο άωτον της καρικατούρας στον χαρακτήρα του αρχιγκάνκστερ, που ερμηνεύει ο Σον Πεν, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, θυμίζει (όταν φορά καπέλο ιδιαίτερα) τον... Φρέντι Κρούγκερ!
Τέλος πάντων, ξεχάστε κάθε σοβαρότητα, κάθε στοιχειώδη αληθοφάνεια, και, αν πάτε, πηγαίνετε να "απολαλύσετε" δυο ώρες απενοχοποιημένης δράσης. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει υποφερτή μια τέτοια ταινία. Πάντως, παρά τις σαφείς προθέσεις δημιουργίας ενός καλτ, πολύ αμφιβάλλω αν θα το πετύχει...
ΥΓ: Το αστείο σ΄όλη αυτή τη στιλάτη σωρεία κλισέ είναι ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ο Κοέν είναι υπαρκτό πρόσωπο και όντως, μέχρι την πτώση του, κυριάρχησε στο Λος Άντζελες.

eXTReMe Tracker