Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2012

ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΠΙ, ΕΝΑΣ ΤΙΓΡΗΣ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Το έχω ξαναγράψει: Υπάρχουν ορισμένοι δημιουργοί που το στιλ τους είναι η έλλειψη στιλ. Κοινώς, κάθε ταινία τους είναι εντελώς διαφορετική νοηματικά και αισθητικά από την προηγούμενη. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα θεωρώ τον Ang Lee. Διότι πέστε μου, τι σχέση έχει το "Γαμήλιο Γεύμα" με τον "Τίγρη και Δράκο" ή το "Hulk" με το "Προσοχή: Πόθος"; Συνεχίζοντας λοιπόν να φτιάχνει διαφορετικές ταινίες κάθε φορά, γυρίζει το 2012 τη "Ζωή του Πι", που βασίζεται στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για ταινία που δεν μοιάζει με καμιά άλλη!
Πριν από οτιδήποτε άλλο και αν μη τι άλλο, πρέπει να πω ότι το φιλμ οπτικά είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό. Τα ψηφιακά εφέ βρίσκονται στο ζενίθ τους και, όπως μαθαίνω από όσους το είδαν σε 3-D, το αποτέλεσμα είναι εφάμιλλο του "Avatar", το οποίο προσωπικά θεωρώ το καλύτερο 3-D μέχρι σήμερα (οπτικά πάντα μιλώντας). Επίσης η ταινία περιέχει και μια άκρως ενδιαφέρουσα φιλοσοφική θέση περί θρησκείας, την οποία θα συζητήσουμε. Ωστόσο είναι από τις λίγες φορές (όταν συμβαίνειι αυτό το επισημαίνω πάντα) που δεν συμφωνώ με τον "μέσο όρο" των κριτικών, οι οποίες ως επί το πλείστον (και από κριτικούς που εμπιστεύομαι) υπήρξαν διθυραμβικές. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι πρόκειται και για ενδιαφέρουσα και για εντυπωσιακότατη οπτικά ταινία, όχι όμως για αριστούργημα ή "για την καλύτερη αμερικάνικη ταινία του 2012" όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά. Να πω από την αρχή την αντίρρησή μου: Πολύ απλά, κάπου με κούρασε. Βρήκα ότι η όλη φάση με τη βάρκα, στην οποία συνυπάρχουν ο Πι και μία σαρκοβόρα τίγρη κράτησε υπερβολικά πολύ. Όσο για τις εντυπωσιακότατες (θα χρησιμοποιήσω κι άλλες φορές αυτή τη λέξη) εικόνες, ναι, άλλοτε είναι πανέμορφες, μαγικές σχεδόν, κάποιες φορές όμως φοβαμαι ότι φλερτάρουν με το κιτς. Συνολικά μετά το τέλος είχα μια γενική αίσθηση overdose.
Και τώρα τα πολλά θετικά: Πρώτα - πρώτα η εικόνα. Πρόκειται για μια οπτική πανδαισία (παρά τις κάποιες παραπάνω αντιρήσεις μου), που κάποιες φορές φτάνει σε πραγματικά ονειρικά αποτελέσματα. Νομίζω ότι και μόνο γι' αυτή θα έπρεπε κάποιος να δει το φιλμ. Υπάρχει και η πρωτοτυπία της όλης ιδέας: Ένας 40άρης σήμερα ινδός που ζει στον Καναδά διηγείται σε έναν δημοσιογράφο τη μεγάλη περιπέτεια της ασυνήθιστης ζωής του: Από τα παιδικά του χρόνια στην Ινδία, όπου ο πατέρας του είχε ζωολογικό κήπο, μέχρι το ταξίδι στον Καναδά, με ένα πλοίο που, εκτός από ανθρώπους, μετέφερε και τα ζώα. Όταν το πλοίο ναυαγεί, στη βάρκα σύντομα θα απομείνει ο Πι (έξυπνη η όλη φάση με το όνομά του και πώς το Πισίν γίνεται Πι, το γνωστό δηλαδή μαθηματικό σύμβολο) και η τίγρης στο μέσον του απέραντου ωκεανού. Από εκεί και πέρα έχουμε μια απίστευτη περιπέτεια επιβίωσης.
Αυτά για το οπτικό και σεναριακό μέρς. Πολύ ενδιαφέρον έχει όμως και ο φιλοσοφικός προβληματισμός της ταινίας, ο οποίος στρέφεται γύρω από τη θρησκεία. Ουσιαστικά πρόκειται για θέμα που σε γενικές γραμμές δεν με απασχολεί (δεν είμαι θρήσκος, κάθε άλλο), ωστόσο βρήκα τη θέση του φιλμ ενδιαφέρουσα: Αυτό που υποστηρίζει ο Πι λοιπόν είναι ότι πιστεύει στο θεό (είναι μάλιστα ταυτοχρονα οπαδός διαφορετικών θρησκειών!) αδιαφορώντας για το αν αυτός υπάρχει ή όχι, αν όλα όσα ισχυρίζονται οι θρησκείες είναι αληθινά ή όχι. Πιστεύει γιατί αυτό κάνει τη ζωή του πιο όμορφη κι αυτός ο λόγος είναι αρκετός. Γι' αυτόν η θρησκεία εισάγει στην πεζή ζωή μας το στοιχείο του παραμυθιού, την κάνει μαγική, κι αυτό, κατά τον Πι πάντα, είναι τόσο όμορφο που η αλήθεια περνά σε δεύτερη μοίρα. Να λοιπόν μια ταινία που υποστηρίζει τη δύναμη και την ομορφιά του "ψέματος" ( ή, προφανώς, κάποιων "ψεμάτων"). Προεκτείνοντας τον προβληματισμό αυτόν, μπορούμε να μιλήσουμε για τη δύναμη της αφήγησης γενικότερα, τη δύναμη και τη μαγεία των ιστοριών, τηςτέχνης. Ξέρουμε ότι σε όλες τις αφηγηματικές τέχνες (λογοτεχνία, σινεμά, θέατρο, κόμικς κλπ.) όσα συμβαίνουν είναι επινοημένα από το δημιουργό, άρα όχι πραγματικά γεγονότα, αυτό όμως ουδόλως μας εμποδίζει να τα απολαμβάνουμε. Το αντίθετο μάλιστα. Ε, κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη θέση του ήρωα για τη θρησκεία (όλα αυτά, δεν θα σας πω φυσικά πώς, θα τα καταλάβετε στο ανατρεπτικό τέλος του φιλμ). Θα μου ήταν αδύνατο να κάνω κάτι τέτοιο στην προσωπική μου ζωή, αλλά βρίσκω την αντιμετώπιση αυτή τουλάχιστον εδιαφέρουσα.
Δείτε το, παρά τις αντιρρήσεις μου. Μπορεί να σας κουράσει κάπως, όπως εμένα, αλλά διαθέτει πολλά στοιχεία που αξίζουν τον κόπο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2012

ΑΣΦΥΚΤΙΚΟ "KANAL"

Βρισκόμαστε στα 1957. Ένας νέος τότε πολωνός σκηνοθέτης κάνει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του και εντυπωσιάζει τους πάντες. Μιλάμε για τον Andrzej Wajda, έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς μιας πλούσιας κινηματογραφικά χώρας. Η ταινία είναι το "Kanal".
Για να σας πω από την αρχή τι έχετε να "αντιμετωπίσετε", θα δηλώσω ότι πρόκειται για μια από τις πιο απελπισμένες, κλειστοφοβικές, αγχωτικές ταινίες που έχω δει ποτέ. Ο Βάιντα, καταγράφοντας με ρεαλισμό την ιστορία του, αρνείται να αφήσει και την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Τι πετυχαίνει έτσι; Θα το συζητήσουμε μετά.
Η ταινία διαδραματίζεται την εποχή της εξέγερσης της Βαρσοβίας ενάντια στους ναζί κατακτητές. Η πόλη είναι ερειπωμένη, με κατεστραμένα κτίρια όπου κι αν κοιτάξει κανείς (εκπληκτικό το σκηνικό που στήνεται στις πρώτες σκηνές). Μια ομάδα επαναστατών, περικυκλωμένη από τους γερμανούς, αναγκάζεται να καταφύγει στους αχανείς υπόνομους της πόλης. Από εκεί και πέρα η κατάσταση γίνεται κυριολεκτικά ασφυκτική. Η ταινία είναι γυρισμένη κατά τα 3/4 περίπου μέσα στους εφιαλτικούς, λαβυρινθώδεις υπόνομους. Κλειστοφοβικότητα, βρώμα, αναθυμιάσεις που προκαλούν ακόμα και παραισθήσεις. Η έξοδος αδύνατη σχεδόν, αφού στα περισσότερα ανοίγματα καραδοκούν οι ναζί. Η ομάδα των παρτιζάνων σύντομα διασπάται και το φιλμ παρακολουθεί τις διάφορες μικρότερες ομάδες στην ατέρμονη περιπλάνησή τους στην υπόγεια αυτή κόλαση. Ένας - ένας καταρρέουν με διάφορους τρόπους, χάνονται, πεθαίνουν. Η δεξιοτεχνία του Βάιντα και η βαριά, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, κάνουν τον θεατή να συμπάσχει με τους ήρωες, να ανασαίνει θαρρείς τον μολυσμένο αέρα. Παράλληλα όμως ο Βάιντα κάνει και κάτι άλλο: Δείχνοντάς μας από την αρχή, πριν ακόμα κατέβουν εκεί κάτω, αλλά και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, τις προσωπικές ιστορίες και σχέσεις αρκετών από τα μέλη της ομάδας, δημιουργεί χαρακτήρες με βάθος και διαφορετικές προσωπικότητες. Έτσι αυτό που παρακολουθούμε είναι το μαρτύριο συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι μιας απρόσωπης ομάδας με μέλη για τα οποία δεν ξέρουμε τίποτα. Αυτή η εμπλοκή του προσωπικού στοιχείου κάνει τα πράγματα ακόμα δυσκολότερα για τον θεατή, αφού μπορεί να νοιώσει τη φρίκη του καθενός. Κι αυτή η μείξη προσωπικού στοιχείου και ιστορίας ή - αν προτιμάτε - ανθρώπων που είναι έρμαια της ιστορίας, είναι στοιχείο που θα βρούμε και σε άλλα φιλμ του μεγάλου αυτού δημιουργού.
Από τις πρώτες σκηνές τονίζεται η μεγάλη κόπωση όλων αυτών των ανθρώπων, η οποία φυσικά επιτείνεται μετά την κάθοδο. Οι επαναστάτες της ταινίας δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Είναι, πάνω απ' όλα, άνθρωποι που υποφέρουν και το μόνο που ποθούν είναι να επιστρέψουν όχι σε κάποια ιδανική κοινωνία, αλλά στην κοινότοπη καθημερινότητά τους, στο σπίτι τους, που γι' αυτούς φαντάζουν κυριολεκτικά σαν παράδεισος. Αυτό που πετυχαίνει λοιπόν ο Βάιντα νομίζω, είναι να κάνει πάνω απ' όλα μια απίστευτη αντιπολεμική ταινία. Αυτό που σιχαίνεσαι είναι ο πόλεμος, η καταστροφή, η αβάσταχτη κούραση. Μέσα σ' αυτή την κόλαση ο διαχωρισμός καλών - κακών, εξεγερμένων και κατακτητών, περνά σε δεύτερη μοίρα. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η φρίκη.
Θεωρώ το "Kanal" ένα αριστούργημα, το οποίο ωστόσο - προσοχή - δύσκολα βλέπεται. Αν το δείτε θα νοιώσετε πραγματικά σα να έχετε φάει γροθιά στο στομάχι. Ο συνδυασμός κλειστοφοβικότητας και απόλυτα απελπισμένης οπτικής είναι νομίζω αυτό που μας κάνει να νοιώσουμε έτσι. Προσπαθείστε το. Πριν την κάθοδό σας όμως στις αβύσους της ταινίας, πάρτε όσο πιο βαθιές ανάσες μπορείτε. Θα σας χρειαστούν εκεί κάτω.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2012

Η ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ ΣΑΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟ - ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Η "Άννα Καρένινα", το διάσημο μυθιστόρημα του Τολστόι, μιλά για μια γυναίκα που εγκαταλείπει έναν πετυχημένο γάμο (με παιδί) με ισχυρό κρατικό αξιωματούχο για να ακολουθήσει τον τρελό της έρωτα για έναν νεαρό αξιωματικό. Θα παρατήσει τα πάντα, θα συγκρουστεί με την συντηρητική κοινωνία, θα πονέσει, αλλά θα επιμείνει μέχρι τέλους στην "σκανδαλώδη" για την εποχή απόφασή της. Όλα αυτά στους υψηλούς, αριστοκρατικούς κύκλους της τσαρικής Ρωσίας.
Το βιβλίο έχει μεταφερθεί κι άλλες φορές στο σινεμά σαν δυνατό μελόδραμα. Ο Joe Wright όμως, από τους πιο εντυπωσιακούς σύγχρονους σκηνοθέτης, το μεταφέρει εν έτει 2012 με εντελώς διαφορετική σκηνοθετική οπτική (οι τολμηρότητες είναι καθαρά σκηνοθετικές και όχι σεναριακές, δηλαδή δεν έχει αλλάξει νομίζω την ουσία και το νόημα του κειμένου). Αυτό που κάνει είναι να μεταφέρει την ιστορία της Καρένινα στο θέατρο. Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια θεατρική παράσταση με θέμα την ερωτική αυτή ιστορία. Πλην όμως όσα βλέπουμε δεν είναι ακριβώς θέατρο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε σκηνή, το κοινό παρακολουθεί από κάτω, αλλά τα σκηνικά, ζωγραφισμένα στο χέρι, αλλάζουν ταχύτατα και σε πολλές σκηνές καταργούνται εντελώς και βρισκόμαστε σε φυσικούς χώρους, δίχως κοινό πλέον. Άλλοτε πάλι η δράση (μια ιπποδρομία με αληθινά άλογα, ένα τρένο κλπ.) εισβάλλουν ζωντανά στη σκηνή τρομάζοντας τους θεατές, άλλοτε το ζωγραφισμένο σκηνικό γίνεται αληθινό τοπίο φόντου... και υπάρχουν και πολλά άλλα παιχνίδια. Στο μεταξύ η κάμερα κινείται ιλιγγιωδώς, οι γωνίες λήψης είναι ποικίλες, η μουσική πολύ καλή. Το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό. Στο δεύτερο μέρος οι ρυθμοί πέφτουν κάπως, τα τοπία είναι περισσότερο φυσικά, η κάμερα κάπως ηρεμεί, δίχως όμως να σταματήσουν ποτέ τα διαρκή πάρε - δώσε με το θέατρο.
Όσον αφορά την ίδια την ιστορία, η Άννα είναι πάντα η επαναστάτρια που θα ακολουθήσει τα πολύ δυνατά της συναισθήματα αψηφώντας τον περίγυρο. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την συντηριτική ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα, οπότε το σκάνδαλο είναι απείρως μεγαλύτερο απ' όσο μπορούμε να συλλάβουμε με τη σύγχρονη σκέψη που διαμορφώνεται από μια ανεκτική κατά βάση κοινωνία. Οι σχέσεις της ακριβώς με τον κοινωνικό περίγυρο είναι άλλωστε αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της οπτικής του Wright(και του σεναρίου του γνωστού Tom Stoppard), περισσότερο θα έλεγα από την ίδια την παθιασμένη ερωτική ιστορία. Τελικά βέβαια η ηρωίδα θα συντριβεί από την αμείλικτη "τάξη πραγμάτων" που την περιβάλλει. Αρκετά πριν το τέλος θα δούμε μια Καρένινα σπαστική, ζηλιάρα, ενοχλητική και εριστική. Ίσως κάποιοι θα πουν ότι τη δείχνει "κακιά", κατακρίνοντας έτσι το παράπτωμά της. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια θεώρηση. Η έξυπνη και πρόσχαρη Άννα της αρχής θα γίνει όπως θα τη δούμε αφού ο κοινωνικός αποκλεισμός και η δημόσια χλεύη θα την έχουν εξουθενώσει. Δεν πρόκειται για μένα για μια "κακιά" Καρένινα, αλλά για μια τσακισμένη Καρένινα.
 Βρήκα την προσπάθεια του Wright πολύ ενδιαφέρουσα, αν και ομολογώ ότι προς το τέλος κουράστηκα λιγάκι. Πάντως πιστεύω ότι είναι ένα φιλμ που θα ενδιαφέρει ακόμα και τους εχθρούς των ταινιών εποχής. Είναι κλασική περίπτωση όπου το μοντέρνο και τολμηρό κινηματογραφικό στιλ (άσχετα αν αυτό σας αρέσει ή όχι ή αν συμφωνείτε ή όχι) αποπειράται να αλλάξει ένα συνήθως ακαδημαϊκό και άνευρο είδος σινεμά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2012

ΒΙΑ, ΦΟΝΟΙ, ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ... TRUE ROMANCE

Το "True Romance" γυρίστηκε το 1993 από τον Tony Scott (1944-2012). Είναι όμως από τις λίγες φορές που μια ταινία φέρει τόσο έντονα την πέρα για πέρα αναγνωρίσιμη υπογραφή όχι του σκηνοθέτη, αλλά του σεναριγράφου. Ο οποίος τυγχάνει να είναι ο πολύς σήμερα Κουεντίν Ταραντίνο. Το άστρο του μόλις ανέτειλε τότε, αφού τον προηγούμενο χρόνο είχε γυρίσει την πρώτη του ταινία, το "Reservoir Dogs", οπότε την εποχή αυτή η "σφραγίδα" που προαναφέραμε δεν ήταν τόσο εύκολα αναγνωρίσιμη όσο σήμερα.
 Το "True Romance" έχει όλα όσα έχει κάθε ταραντινικό φιλμ και μάλιστα σε άριστη δοσολογία: Έντονη βία, ναρκωτικά, γκάγκστερς, απίθανους διαλόγους, αυξανόμενο σασπένς, Χόλιγουντ και, μέσα σε όλα αυτά, να κυριαρχεί όντως ο "αληθινός έρωτας". Το ζευγάρι που πρωταγωνιστεί ερωτεύεται κεραυνοβόλα και παντρεύεται σε χρόνο dt. Ο έρωτάς τους δείχνει να είναι αιώνιος. Εκείνη όμως είναι, δυστυχώς, κολ γκερλ και φυσικά έχει νταβατζή, οπότε, από εκεί και πέρα, τίποτα δεν θα πάει όπως θα ήθελε το ερωτευμένο ζεύγος. Όλα αρχίζουν να τρέχουν με όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες.
Νομίζω ότι είναι από τις ταινίες που σε "πιάνουν" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και ότι βλέπεται με μεγάλη απόλαυση. Ο ρομαντισμός (= τρελός έρωτας) είναι το βασικό μοτίβο γύρω από το οποίο περιπλέκονται όλα τα υπόλοιπα. Αυτό ωστόσο που ξεχωρίζω προσωπικά είναι οι πάμπολλες αναφορές στην ποπ κουλτούρα σε ποικίλες εκδοχές της, αναφορές που ταυτόχρονα αποτελούν και τις βασικές εμμονές του Ταραντίνο: Κόμικς, σουπερηρωικά κυρίως (ο ήρωας δουλεύει σε κομικσάδικο), ασιατικές ταινίες πολεμικών τεχνών, b-movies κάθε είδους, ροκ εντ ρολ, με κυρίαρχο τον Έλβις, Χόλιγουντ και αναφορές στην κινηματογραφική βιομηχανία (από την παραγωγή μέχρι τα Όσκαρ), αναφορές σε υπαρκτές ταινίες (Αποκάλυψη Τώρα κλπ.) και άλλα που, λιγότερο φανερά, μπορεί να ανακαλύψει ο προσεκτικός θεατής. Το στοιχείο αυτό αποτελεί από μόνο του ένα απολαυστικό παιχνίδι - κλείσιμο ματιού. Όσο για τη σκηνοθεσία του Σκοτ, είναι αρκούντως νευρώδης, σπιντάτη και απόλυτα σύμφωνη με το πνεύμα του σεναρίου. Και ένα έξτρα μπόνους: Προσέξτε το απίστευτο καστ. Εκτός από το πρωταγωνιστικό ζεύγος τα υπόλοιπα μεγάλα ονόματα εμφανίζονται σε σύντομους, πέρα για πέρα χαρακτηριστικούς όμως ρόλους. Πάιρνουμε λοιπόν βαθειά ανάσα και ξεκινάμε: Κρίστιαν Σλέιτερ, Πατρίτσια Άρκετ, Ντένις Χόπερ, Κρίστοφερ Γουόκιν, Σάμουελ Τζάκσον, Γκάρι Όλντμαν, Βαλ Κίλμερ, Μπραντ Πιτ, Τζέιμς Γκαντολφίνι... Πολλοί απ' αυτούς στην αρχή της καριέρας τους και, ως εκ τούτου, όχι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι τότε.
Γενικά βρίσκω την ταινία από τις πλέον απολαυστικές περιπέτειες του είδους. Μια επιτομή της αμερικάνικης (και όχι μόνο) ποπ κουλτούρας και μυθολογίας. Ιδιαίτερα αν είστε φαν του σινεμά του Ταραντίνο, βρισκόμαστε στα καλύτερά του. Κι ας μην τη γύρισε ο ίδιος.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2012

Ο ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΘΗΣ κ. ΛΑΖΑΡ

Το Κεμπέκ, το γαλόφωνο και σχεδόν αυτόνομο κομάτι του Καναδά, μας δίνει συχνά καλές ταινίες. Κάτι καλό συμβαίνει εκεί κινηματογραφικά! Έτσι και "Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ" του Philippe Falardeau, που γυρίστηκε το 2011 και απέσπασε πολλά βραβεία εσωτερικά, αλλά και σε διεθνή φεστιβάλ, είναι ένα χαμηλότονο, καλό κατά τη γνώμη μου φιλμ.
Το θέμα το έχουμε ξαναδεί: Η σχέση δάσκαλου - μαθητών. Μια δασκάλα δημοτικού αυτοκτονεί - κρεμαζεται για την ακρίβεια - μέσα στην τάξη λίγο πριν αρχίσει το μάθημα. Ο Μπασίρ Λαζάρ είναι ένας αλγερινός που ζει στον Καναδά περιμένοντας να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Προσλαμβάνεται λοιπόν στη θέση της, αφού κανείς δεν θέλει τη "βεβαρυμένη" αυτή τάξη. Ο κ. Λαζάρ, λιγομίλητος και εσωστρεφής, έχει να διαχειριστεί το βαθύτατο ψυχολογικό τράυμα των μικρών μαθητών του, αλλά και τα δικά του προβλήματα και τραύματα, καθώς οι συνθήκες με τις οποίες εγκατέλειψε τη χώρα του και την οικογένειά του, όπως θα μάθουμε κάποια στιγμή, είναι επιεικώς τραγικές (ας μη ξεχνάμε ότι η Αλγερία πέρασε έναν άγριο σχεδόν εμφύλιο πόλεμο, και μέχρι σήμερα δεν είναι και πολύ ήσυχη). Προς το παρόν πάντως ο κ. Λαζάρ είναι μάλλον ανίκανος να φτιάξει την προσωπική του ζωή.
Ακούγονται πολύ βαριά όλα αυτά; Η ταινία διαθέτει βέβαια μια μελαγχολία και ένα χαμηλότονο, όπως είπαμε, ύφος, δεν πρόκειται όμως να σας κάνει να "κόψετε φλέβες". Αντίθετα μπορεί να προκαλέσει αληθινή συγκίνηση, δίχως ποτέ να γίνεται μελό, το τονίζω αυτό, και σε αρκετά σημεία σπάει τη μελαγχολία καθώς ο Φαλαρντό προσθέτει μικρές, χαμηλότονες και πάλι, ενέσεις χιούμορ. Αυτό που κυριαρχεί είναι η ανθρωπιά, Πρόκειται για βαθιά ουμανιστικό φιλμ. Ο Λαζάρ δεν είναι ο χαρισματικός δάσκαλος, κάνει όμως ό,τι μπορεί για να βελτιώσει την δύσκολη κατάσταση την οποία κληρονόμησε. Ακόμα κι όταν χρειαστεί να συγκρουστεί με κάποιους. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση σούπερμαν, ίσα - ίσα είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός, πληγωμένος και ο ίδιος χαρακτήρας. Τον διακρίνει η ανθρωπιά, όπως είπαμε, η καλοσύνη, όλα όμως σε μετρημένο βαθμό.
Επίσης η ταινία δεν γίνεται ποτέ διδακτική. Απλώς καταγράφει την δύσκολη κατάσταση, συμπάσχει, είναι συμπαθητική και δεν επιχειρεί να απαντήσει σε βαρύγδουπα θέματα. Μέσα σε όλα διέκρινα και μια κριτική απέναντι στις υπερβολές της σύγχρονης παιδείας και κάποιες κυριολεκτικά "μη μου άπτου" απόψεις που τη διαπερνούν. Ο παλιομοδίτης και, ας μην το ξεχνάμε, τριτοκοσμικός Λαζάρ, εφαρμόζει δικές του, κάπως παρωχημένες εκ πρώτης όψεως διδακτικές μεθόδους και κάποιες φορές η άμεση και κατά πρόσωπο αντιμετώπιση των τραυματικών καταστάσεων μοιάζει να φέρνει πιο άμεσα αποτελέσματα από τις αργές, φοβισμένες να δουν κατάματα την αλήθεια, σύγχρονες μεθόδους ψυχολογικής βοήθειας.
Γενικά είδα την ταινία ευχάριστα και μου άφησε καλή γεύση. Αν προσθέσετε και τις εξαιρετικές ηθοποίες, τόσο του Λαζάρ όσο και της μικρής μαθήτριας, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα καλό φιλμ, που βάζει πολλά θέματα (εκπαιδευτικές μέθοδοι, μετανάστες, ήπιος και καλυμένος ρατσισμός κλπ.), προβληματίζει, αλλά δεν μιλά ποτέ αφ' υψηλού σα να έχει λύσεις για όλα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2012

Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ 451 ΒΑΘΜΟΥΣ ΦΑΡΕΝΑΪΤ...

Ο Ray Bradbury είναι από τους συγγραφείς που αγαπώ. Ένα από τα λίγα σχετικά μυθιστορήματά του (έγραψε κυρίως διηγήματα) είναι το "Fahrenheit 451", που είχε κάνει εντύπωση στην εποχή του. Το 1966 ο François Truffaut (1932-1984) αποφασίζει να κάνει το ομώνυμο φιλμ, βασισμένο βέβαια στο βιβλίο. Πρόκειται για τη μοναδική φορά στην καριέρα του που ασχολήθηκε με την επιστημονική φαντασία .
Μην περιμένετε επιστημονική φαντασία με ειδικά εφέ, διαστημόπλοια, εξωγήινους και θεαματικά κυνηγητά. Κάθε άλλο. Βρισκόμαστε σε μια μελλοντική δυστοπική γη, όπου τα βιβλία κάθε είδους είναι απόλυτα απαγορευμένα. Οι "πυροσβέστες" είναι ειδικό σώμα που αποστολή του είναι όχι να σβήνει φωτιές (άλλωστε "τα σπίτια είναι πυρίμαχα", όπως αναφέρεται σαφώς), αλλά να εντοπίζει και να καταστρέφει καίγοντάς τα τα παράνομα βιβλία. Οι 451 βαθμοί Φαρενάιτ άλλωστε είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Όλα κυλούν ομαλά ώσπου κάποιος "πυροσβέστης" αρχίζει να έχει αμφιβολίες για ό,τι κάνει.
Η ταινία θίγει πολλά θέματα (μερικά πλαγίως) τα οποία έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχει φυσικά το κυρίαρχο θέμα του φασισμού και της απόλυτης κυριαρχίας ενός καθεστώτος που, με έξυπνο τρόπο, επιτυγχάνεται με την αποκοπή του κόσμου από κάθε είδους γνώση και προβληματισμό. "Τα βιβλία κάνουν τους ανθρώπους δυστυχισμένους, τους συγχίζουν αφού τους βάζουν σε σκέψεις", λέει περίπου ο αρχηγός των "πυροσβεστών" κάπου. Ένα άλλο θέμα που υπάρχει, δίχως ποτέ να αναφέρεται ρητά, είναι ένα είδος ηπιότητας του καθεστώτος. Δεν θα δούμε πουθενά εκτελέσεις, βασανιστήρια, άγρια αστυνομική επιβολή. Όλα μοιάζουν να γίνονται απλώς δια της πειθούς. Δεν τιμωρείς κανέναν, απλώς τον αποβλακώνεις σταδιακά κάνοντάς τον να μη σκέπτεται, να μην αντιδρα, να αποδέχεται την όποια κατάσταση όπως ακριβώς είναι. Οι δολοφονίες δημιουργούν ήρωες, η κτηνώδεις βία δημιουργεί ενστικτώδη αντίδραση. Ένα έξυπνο απολυταρχικό καθεστώς δεν θέλει τίποτα απ' αυτά. Δεν ενδιαφέρεται να τιμωρήσει κάποιον, θέλει απλά να τον κάνει να μην αντιδρά, όπως είπαμε. Κάπου βέβαια αναφέρεται ότι όσοι συλλαμβάνονται "αναμορφώνονται", είναι όμως σαφές ότι η βία δεν είναι διάχυτη και κτηνώδης. Ένα τρίτο σημείο, σχετικό με το προηγούμενο, είναι ένας από τους τρόπους επιβολής: Η τηλεόραση. Η οποία στο φιλμ δείχνει διαρκώς απόλυτα αποβλακωτικά προγράμματα, που βλέπουν μανιωδώς και εθιστικά κυρίως αργόσχολες νοικοκυρές. Σας θυμίζει τίποτα όλο αυτό; Θα τονίσω ότι ο Τριφό είχε αντιληφτεί την ολέθρια επίδρασή της, αλλά και τη δύναμή της για προπαγάνδα (συγκαλυμένη, ποτέ άμεση άρα και βαρετή) ήδη από την εποχή αυτή.
Η ταινία, ενώ σε γενικές γραμμές κυλά μάλλον "ήσυχα", διαθέτει κάποιες πολύ δυνατές σκηνές που μένουν στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον): Μια απ' αυτές είναι η σκηνή με την ηλικιωμένης γυναίκας που επιλέγει να πυρποληθεί ανάμεσα στα βιβλία της μυστικής της βιβλιθήκης. Άλλες είναι οι δυνατές σκηνές με τους "ανθρώπους - βιβλία" προς το τέλος. Άλλοι ίσως εντοπίσουν διαφορετικές τέτοιες σκηνές.
Ενώ σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλότονο φιλμ, το βρίσκω εξαιρετικό. Διαθέτει μια δύναμη να μένει χαραγμένοσ τη μνήμη δίχως να χρησιμοποιεί το στοιχείο του εντυπωσιασμού. Και, extra bonus, θα απολαύσετε τη Τζούλι Κρίστι (που είναι μια cult ηθοποιός για πολλούς) σε διπλό ρόλο : της επαναστάτριας και της αποβλακωμένης συζύγου.
ΥΓ: Ο Τριφό κάποια στιγμή αποκήρυξε την ταινία του. Σέβομαι τη γνώμη του δημιουργού, προσωπικά όμως εξακολουθεί να μου αρέσει.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2012

ΒΟΥΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΙΦΘΟΡΑ ΤΟΥ "TOUCH OF EVIL"

Το 1958 το φιλμ νουάρ είχε ουσιαστικά τελειώσει. Τότε όμως ο μεγάλος Orson Welles (1815-1985) γυρίζει ένα από τα αριστουργήματα του είδους και μια από τις καλύτερες ταινίες του, το "Touch of Evil" (προσωπική γνώμη πάντοτε, αλλά εδώ συμφωνεί και η πλειοψηφία θεατών και κριτικών).
Πρόκειται για μια ιστορία διαφθοράς που τοποθετείται σε μια πόλη στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ, όπου το κάθε είδους έγκλημα ακμάζει. Υπάρχουν δύο διώκτες του αστυνομικοί: Ένας μεξικάνος, νιόπαντρος, που επιστρέφει εκεί με τη γυναίκα του, και ένας αμερικάνος παλαίμαχος. Η στάση τους όμως απέναντι σε μια οικογενειακή συμμορία που ασχολείται με ναρκωτικά και άλλα ευγενή σπορ θα είναι εντελώς διαφορετική...
 Αυτό που αμέσως καθηλώνει τον θεατή είναι η υπέροχη σκηνοθεσία. Από το αρχικό φοβερό μονοπλάνο - τράβελινγκ μέχρι την όλη σκοτεινή, ασπρόμαυρη, εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, με τους θαυμάσιους φωτισμούς και τις φωτοσκιάσεις, όλα δείχνουν για μια ακόμα φορά την ιδιοφυία του δημιουργού της. Και βέβαια υπάρχει και ο ίδιος ο Όρσον Ουέλες στο ρόλο του γερασμένου, κουρασμένου αμερικάνου μπάτσου, η συγκλονιστική ερμηνεία του οποίου μένεια αξέχαστη. Σπάνια έχουμε δει την κούραση από τις καταχρήσεις, την παρακμή, την παραίτηση σχεδον από τη ζωή, τόσο πειστικά αποτυπωμένη σε ένα πρόσωπο. Πρόσωπο αγνώριστο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ουέλες ήταν τότε μόλις 43 χρονών!
Ο βασικός χαρακτήρας είναι πολυεπίπεδος: Πρόκειται για έναν απόλυτα διεφθαρμένο μπάτσο, βουτηγμένο, όπως είπαμε, στις καταχρήσεις και κουρασμένο από τη ζωή, που όταν αντιλαμβάνεται ότι το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του αντιδρά σπασμωδικά, απελπισμένα. Στην ουσία νομίζω ότι όλες αυτές οι μάλλον παράλογες ενέργειες που σκαρφίζεται μέχρι τέλους δείχνουν ότι η κούραση έχει νικήσει, ότι κατά βάθος έχει παραδοθεί. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός διαθέτει παράλληλα και μια γοητεία, εμπνέει εμπιστοσύνη στους συναδέλφους του, οι οποίοι είναι απόλυτα αφοσιωμένοι σ' αυτόν, σχεδόν έτοιμοι να θυσιαστούν για να τον υπερασπίσουν. Τίποτα τελικά δεν είναι όπως φαίνεται. Άλλωστε από κάποιες σκόρπιες κουβέντες μπορούμε να υποθέσουμε και τους λόγους που τον οδήγησαν στη διαφθορά. Έτσι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μονοδιάστατα κακό χαρακτήρα, όπως συχνότατα συμβαίνει με χολιγουντιανούς (και όχι μόνο) κακούς.
Ας προσθέσω επί πλέον ότι ο Ουέλες κάνει και αρκετά έμμεσα σχόλια για τον ρατσισμό των αμερικάνων απέναντι στους μεξικάνους (η στάση πολλών από τους πρώτους είναι εντελώς περιφρονητική και αφ΄υψηλού απέναντί τους). Και, σαν κατακλείδα, τολμά εν έτει 1958 να κάνει τίμιο τον "σκούρο" μεξικάνο μπάτσο (επίσης αγνώριστος ο Τσάρλτον Ίστον) και διεφθαρμένο τον πανίσχυρο στην περιοχή του αμερικάνο.
Αρκετά όμως με τις αναλύσεις. Νομίζω ότι απλώς, πέραν όλων των άλλων, πρόκειαι για φιλμ που το απολαμβάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος, κυρίως για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Αφεθείτε λοιπόν στη "βρώμικη", απελπισμένη γοητεία του.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2012

Ο ΛΙΝΚΟΛΝ ΚΑΙ ΟΙ... ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Πώς; "Αβραάμ Λίνκολν: Κυνηγός Βρικολάκων" (Abraham Lincoln : Vampire Hunter); Μη μου πείτε ότι δεν ακούγεται εξαιρετικά αστείο; Μιλάμε για την ταινία του 2012 του Timur Bekmambetov. Ο οποίος βεβαίως είναι ρώσος, αλλά εδώ και κάποια χρόνια, λόγω των εντυπωσιακών στοιχείων που περιείχαν τα ρώσικα φιλμς του, δουλεύει πλέον στο Χόλιγουντ.
Είπα να δω λοιπόν τον κ. Λίνκολν (μια που το '12 είναι η χρονιά του. Θυμηθείτε: Conspirator του Redford, η αναμενόμενη ταινία του Σπίλμπεργκ και αυτό εδώ) να κυνηγά βρικόλακες, έτοιμος να κάνω πλάκα με το όλο θέμα. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ταινία μου βγήκε κάπως καλύτερη απ' ό,τι περίμενα. Είναι καλογυρισμένη, με ωραία εικόνα και - σχετικά - σοβαρή πλοκή.
 Στην ουσία πρόκειται για το είδος εκείνο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "εναλλακτική ιστορία". Ο νεαρός Αβραάμ, πολύ πριν ασχοληθεί με την πολιτική, εμπλέκεται σε μια ιστορία με βρικόλακες, ανακαλύπτοντας έκπληκτος ότι αυτοί όχι μόνο υπάρχουν, αλλά έχουν και μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της Αμερικής. Από εκεί και πέρα όλη η ιστορία του, η άνοδος στην προεδρία, ο αιματηρότατος εμφύλιος, η δολοφονία του, όλα έχουν σχέση πλέον με το θέμα των βρικολάκων.
O Bekmambetov γυρίζει όπως πάντα εντυπωσιακά (προσωπικά βέβαια οι ρώσικες δουλειές του με κουράζουν, αλλά το εντυπωσιακό τους στοιχείο είναι αναμφισβήτητο) και βρήκα την όλη προσπάθεια περισσότερο "υπερπαραγωγή" και καλογυρισμένη απ' όσο πίστευα, με χαρακτήρες με σχετικό ενδιαφέρον. Η εικόνα είναι όμορφη (ατμόσφαιρα, φωτισμοί κλπ.) και το όλο πράγμα κυλά, αν μη τι άλλο, ευχάριστα. Ο νεαρός Λίνκολν "εκπαιδεύεται" όχι μόνο να κυνηγά βρικόλακες, αλλά και να βελτιώνει τον χαρακτήρα του, να μην είναι παρορμητικός και έρμαιο του πάθους του για εκδίκηση, αλλά να σκέφτεται πριν πράξει κλπ. Και υπάρχει και ο διφορούμενος ρόλος - καταλύτης του φίλου και εκπαιδευτή του, που κι αυτός παρουσιάζει ενδιαφέρον. Όλα τα λεφτά δε προς το τέλος η μάχη στον εμφύλιο με ένα στρατό βρικολάκων "μεταμφιεσμένων" σε... Νότιους.
Προφανώς ούτε αριστούργημα είναι ούτε διεκδικεί θέση στην ιστορία του σινεμά. Απλώς, κατά τη γνώμη μου, βλέπεται ευχάριστα και πρόκειται για μια προσεγμένη παραγωγή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2012

BLADE RUNNER : ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ

Θεωρώ το "Blade Runner" μια από τις 4-5 καλύτερες ταινίές όλων των εποχών και πιστεύω ότι έχει εξασφαλίσει μια θέση στην ιστορία του σινεμά. Το θεωρώ επίσης την καλύτερη ταινία του Ridley Scott. Γυρισμένο το 1982, δεν χάνει το παραμικρό από τη γοητεία του κάθε φορά που το ξαναβλέπω. Αυτός δεν είναι ένας από τους ορισμούς του κλασικού;
Η ταινία βασίζεται υποτίθεται στο βιβλίο του Φίλπ Ντικ "Do the Androids dream of Electric Sheep?", αλλά ελάχιστη σχέση έχει μ' αυτό. Ειναι μία από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που ένας δημιουργός "αλλάζει τα φώτα" στο πρωτότυπο βιβλίο, κι όμως φτιάχνει ένα αριστούργημα (και το βιβλίο πάντως είναι πολύ καλό). Και είναι μάλιστα από τις φορές που τόσο το περιεχόμενο του φιλμ όσο και η εικόνα είναι εξ ίσου εντυπωσιακά.
Η ταινία μας μεταφέρει σε μια μελλοντική, παρακμασμένη γη, μολυσμένη, εγκαταλειμένη από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της που έχουν μετακομίσει σε άλλους πλανήτες. Τα τέλεια ανδροειδή που έχουν δημιουργήσει "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους" οι άνθρωποι, δουλεύουν σαν σκλάβοι στις αποικίες και όχι μόνο δεν ξεχωρίζουν από τους ανθρώπους, αλλά σκέφτονται και έχουν και πλήρη συνείδηση του εαυτού τους. Δουλείά του ήρωα της ταινίας, ενός ντετέκτιβ του μέλλοντος, είναι να εντοπίζει και να εξοντώνει ανδροειδή που έχουν δραπετεύσει και έχουν φτάσει παράνομα στη γη. Κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με μια ομάδα έξη τέτοιων, και κυρίως με τον εντυπωσιακό αρχηγό τους...
Οι προβληματισμοί που θέτει το φιλμ είναι πάρα πολλοί: Η σύγκρουση δημιουργού - δημιουργήματος (ή η σχέση πατέρα - γιου αν προτιμάτε) και η αναφορά στο οιδιπόδειο, η πιθανή ανωτερότητα του δημιουργήματος από τον δημιουργό, η ελευθερία και ο αγώνας γι' αυτήν, η ανθρώπινη συνείδηση, μαζί με ένα πλήθος υπαρξιακών ερωτημάτων για το ποιοι είμαστε και τι πραγματικά γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, η εκμετάλλευση (δουλεία ουσιαστικά στη συγκεκριμένη περίπτωση), η αποδοχή του διαφορετικού και ό,τι άλλο μπορείτε να εντοπίσετε ακόμα. Η συγκλονιστική τελευταία (σχεδόν) σκηνή της τελικής σύγκρουσης του ήρωα με το ανδροειδές σίγουρα όχι μόνο μένει χαραγμένη στο μυαλό του θεατή, αλλά τον προβληματίζει βαθιά. Περιτό να πούμε βέβαια ότι η όποια μονοδιάστατη σχέση καλού - κακού πάει περίπατο. Τα ανδροειδή είναι πολύ μακριά από το να θεωρηθούν απλώς οι "κακοί". Ίσως ακόμα και να ταυτιστούμε μαζί τους. Τέλος ακόμα και το αρχικό "happy end" παραμένει κι αυτό κατά τη γνώμη μου πέρα για πέρα διφορούμενο.
Η εικόνα του φιλμ έχει νομίζω καθορισει μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος του "σκηνικού" ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Τα σχεδόν μόνιμα νυχτερινά πλάνα, η αδιάκοπη βροχή, ο συνδυασμός παρακμής, εγκατάλειψης και προηγμένης τεχνολογίας, το look των πολυάνθρωπων ασιατικών μεγαλουπόλεων, όλα έχουν αντιγραφεί άπειρες φορές από τότε. Επί πλέον ο Scott υιοθετεί μια νουάρ προσέγγιση, παντρεύοντας έτσι για πρώτη φορά τα δύο είδη, κάνοντας κατά τη γνώμη μου το αποτέλεσμα ακόμα γοητευτικότερο. Η off αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (που παραλείφτηκε σε μεταγενέστερες βερσιόν από τον ίδιο τον σκηνοθέτη), η όλη εμμφάνιση του Χάρισον Φορντ με την καπαρντίνα, η μοναχικότητά του, όλα παραπέμπουν στους παλιότερους ήρωες του νουάρ. Όσο για τον Ρούντγκερ Χάουερ, ειναι ιδανικός στο ρόλο του ανδροειδούς. Σίγουρα πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του.
Θα μπορούσα να γράψω και άλλα ακόμα. Ωστόσο υπάρχουν ταινίες που καλό είναι να τις απολαμβάνεις βλέποντάς τες. Εξάλλου ο κάθε θεατής έχει πολλά να ανακαλύψει μόνος του. Θα κλείσω απλώς λέγοντας ξανά ότι πρόκειται για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, η οποία, όπως απέδειξε, παραμένει το ίδιο γοητευτική μετά τόσα χρόνια όσο την πρώτη φορά που την είδα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2012

ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΣΑΓΗΝΗ ΣΤΟ "THE MASTER"

Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο Paul Thomas Anderson είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Τον ενδιαφέρει η εξερεύνηση της σκοτεινής πλευράς του "αμερικάνικου όνειρου", οι "περενέργειές" του (θυμηθείτε τη βιομηχανία πορνό στο "Boogie Nights" ή τον μοναχικό, άπληστο, σχεδόν τρελό καπιταλιστή στο "Θα Χυθεί Αίμα"). Έτσι, στο "The Master" του 2012 σειρά έχει το θέμα των παρα-, ημι-, περίπου θρησκευτικών οργανώσεων, που τόση πέραση έχουν εκεί.
Η ιστορία μιλά για την συνάντηση δύο εντελώς διαφορετικών προσωπικοτήτων: Ενός ασταθούς, στα όρια της παράνοιας πρώην ναύτη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, σεξουαλικά στερημένου και δίχως να μπορεί να στεριώσει σε μόνιμη δουλειά και του ηγέτη - ιδρυτή μιας παραθρησκευτικής οργάνωσης, που αποκτά όλο και μεγαλύτερη δύναμη και επιροή (αλλά και όλο και περισσότερα προβλήματα με τον νόμο).
Η σχέση των δύο αντρών είναι το κέντρο της ταινίας. Εκείνος θα γίνει φυσικά ο πιστότερος οπαδός, έτοιμος να κάνει τα πάντα για τον "αφέντη" του, ενώ συγχρόνως αποτελεί και το ιδανικό πειραματόζωό του. Η σχέση αυτή μπορεί να περιγραφεί με διάφορους τρόπους και οπτικές: Σχέση πατέρα - γιού, δάσκαλου - μαθητή, εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου, πάντοτε όμως σχέση αγάπης - μίσους, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλα αυτά τα δίπολα. Εκτός αυτού όμως μπορεί κανείς να διακρίνει και άλλες προβληματικές: Προφανώς υπάρχει καυτηριασμός όλων αυτών των παραθρησκευτικών (ή περίπου) μπουρδολογιών. Αν το δούμε μάλιστα πιο κλειστά, μπορούμε να το θεωρήσουμε και μια αλληγορία για/ ή καταδικη της/ πανίσχυρης σήμερα σαϊεντολογίας (οι γελοίες θεωρίες της φανταστικής και της υπαρκτής οργάνωσης μοιάζουν, ακόμα και η εποχή είναι η ίδια: Τόσο αυτή του φιλμ όσο και η πραγματική δημιουργήθηκαν και άρχισαν να εδραιώνονται στη δεκαετία του 50), αλλά και των σύγχρονων διάφορων εκφάνσεων του new age.
Πέραν αυτών πάντως η δίψα για όλο και περισσότερη εξουσία και επιβολή σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, που γρήγορα φτάνει στην απληστία, είναι παρούσες. Αλλά και η σχέση θρησκείας - χρήματος βρίσκεται κι αυτή εδώ (επιτρέψτε μου να χρησιμοποιώ κάπως απλουστευτικά τον όρο "θρησκεία". Όλα αυτά δεν είναι ακριβώς θρησκείες, αλλά ένα κράμα θρησκείας, φιλοσοφίας, πρακτικής καθημερινής ζωής, μεταφυσικών "αναζητήσεων" και, βέβαια, απαραίτητα, είναι οργανώσεις που απαιτούν πειθαρχία και τυφλή υπακοή από τα μέλη τους και κάποιες οικονομικές συνδρομές... Γενικά νομίζω ότι στις περιπτώσεις αυτές έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με μια από τις πιο απεχθείς μορφές εξουσίας και κυριαρχίας. Ο "Master" της ταινίας είναι προφανώς χαρισματικός, έξυπνος, επινοητικός και διαθέτει αναμφισβήτητο μαγνητισμό και σαγήνη, ο Άντερσον όμως δεν χάνει ευκαιρία να τον παρουσιάσει ταυτόχρονα και σαν άτομο πονηρό ή, αν θέλετε, έναν γοητευτικό απατεώνα που βασίζεται στις ανασφάλειες και την αφέλεια των πιστών του. Και υπάρχουν σκηνές όπου η απόλυτη μπουρδολογία των "βαθυστόχαστων" ρήσεών του ξεγυμνώνεται εντελώς. Ίσως μάλιστα η επιλογή του χαρακτήρα του φανατικού μαθητή δεν είναι τυχαία, ϊσως κι εδώ να υπάρχει ένα σχόλιο: Όσο λιγότερο ισορροπημένος και όσο περισσότερο στερημένος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα θα γίνει τέτοιου είδους πιστός και, φυσικά,όλο και πιο φανατικός. Νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλα επίπεδα που ίσως ανακαλύψει ο θεατής.
Γενικά βρήκα την ταινία, ανεξαρτήτως αυτών, δυνατή, εξαιρετικά σκηνοθετημένη και, βέβαια, με εκπληκτικές ηθοποιίες, τόσο από τον φοβερό Γιακίν Φίνιξ όσο και από τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Σίγουρα από τις πιο αξιόλογες ταινίες της χρονιάς.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2012

ΣΤΑΤΙΚΟ "ΠΑΙΧΝΙΔΙ"

Το 2005 ο Michael Hoffman γυρίζει το "Game 6", μια ταινία σε σενάριο του γνωστού συγγραφέα Don Delillo. Προκαλεί έκπληξη μάλιστα το ότι η ιστορία έχει μια "παράλληλη δομή", μοιάζει αρκετά, μ' αυτήν του "Cosmopolis" του ίδιου συγγραφέα. Εδώ βέβαια δεν υπάρχουν λιμουζίνες, αλλά και πάλι κάποιος διασχίζει την πολη σε μια μέρα, κινούμενος ακατάπαυστα (με διαδοχικά ταξί αυτή τη φορά), πάλι πάει για κούρεμα (!) και πάλι, στο τέλος, συναντάται τετ-α-τετ με κάποιον εχθρό του, τον οποίο μάλιστα είναι αποφασισμένος να δολοφονήσει. Οι ομοιότητες είναι πολλές.
Ένας θεατρικός συγγραφέας, τη μέρα της πρεμιέρας του καλύτερου (όπως του λένε όλοι) έργου του, αφού, όπως είπαμε, περιπλανάται γεμάτος άγχος στην πόλη, αποφασίζει τελικά να σκοτώσει έναν μυστηριώδη και διάσημο κριτικό θεάτρου, που με το φαρμάκι της πένας του έχει κάνει μια σειρά από συγγραφείς να καταρρεύσουν. Πριν γίνει αυτό όμως, ο συγγραφέας προτιμά αντί για την ίδια του τη μεγάλη πρεμιέρα, να παρακολουθήσει από ένα συνοικιακό μπαρ το μεγάλο ντέρμπι της Ν. Υόρκης στο μπέιζμπολ, καθώς είναι φανατικός οπαδός των Ρεντ Σοξ. Η ταινία τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του 80 και αναφέρεται σε μια αληθινή μέρα όπου συνέβει μια ανα πάντεχη ανατροπή στο μεγάλο αυτό ντέρμπι.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ. Οι ηθοποιοί είναι καλόί (Μάικλ Κίτον, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ. κλπ), αλλά μου φάνηκε μάλλον δίχως ρυθμό και κάπως βαρετή. Θίγονται κάμποσα θέματα, όπως αυτό της πίστης (στον εαυτό μας αλλά και γενικότερα), του άγχους της δημιουργίας, της διάλυσης της ζωής και των σχέσεών μας στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις (ο ήρωας έχει διαλυμένη οικογένεια και είναι αποξενωμένος από την κόρη του), των σύγχρονων ξέφρενων καθημερινών ρυθμών ζωής κλπ. Κάνει και λίγο πλάκα με τους κριτικούς και τις κριτικές τους (προσέξτε τις ατάκες του κριτικού σε σχέση με τις "παυσεις" του βασικού ηθοποιού του έργου του ήρωα και θα καταλάβετε). Ταυτόχρονα είναι πασπαλισμένη από μπόλικες διανοουμενίστικες ατάκες και "αναζητήσεις", όλο το πράγμα όμως δεν μου φάνηκε να τραβά και τόσο. Ομολογώ ότι διασκέδασα με την τελευταία, μακρά σκηνή της συνάντησης με τον περίφημο και ακριβοθώρητο κριτικό και την απροσμενη κατάληξή της, αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την ταινία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μου φάνηκε επίσης ότι περιείχε και κάμποσες αμπελοφιλοσοφίες. Όσο για τον παραλληλισμό της πίστης (που μπορεί να αλλάξει τη μοίρα μας) με την φίλαθλη ιδιότητα (εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος πίστης σε μια ομάδα), χμμμ... δεν με έπεισε και πολύ.
Δεν το θάβω εντελώς, περιέχει νομίζω κάποια θετικά στοιχεία, συνολικά όμως κατά τη γνώμη μου παραμένει στη μετριότητα. Αρκετά εγκεφαλική και διανοουμενίστικη μετριότητα μάλιστα.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2012

LOVE IS A MANY SPLENDOUR THING: Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΜΕΛΟ

Βρισκόμαστε στα 1955 και ο "παντός καιρού" (όχι όμως και ιδιαίτερα σημαντικός) Henry King (1886-1982) γυρίζει το "Love Is a Many Spendour Thing". Σήμερα η ταινία είναι μάλλον περισσότερο γνωστή από το ομώνυμο τραγούδι, που γράφτηκε για τις ανάγκες της, παρά για την ίδια. Νομίζω ότι βρισκόμαστε βαθύτατα στον κόσμο του ρομαντισμού ή μάλλον, για να το πω πιο "στυγνά", του μελό. Βαθείς έρωτες, πάθος, δράμα, συγκίνηση...
Η ταινία μας μεταφέρει στο εξωτικό Χονγκ-Κονγκ της εποχής, το οποίο βεβαίως ήταν αγγλική αποικία, και μιλά για τον παράφορο έρωτα ενός αμερικανού δημοσιογράφου και μιας ευρασιάτισας γιατρού. Και οι δύο με παρελθόν: Εκείνος σε διάσταση με τη γυναίκα του, που ζει στη Σιγκαπούρη, κι εκείνη χήρα. Αρχικά εκείνη διστάζει. Φοβάται να αγαπήσει ξανά. Στη συνέχεια όμως θα δοθεί με όλη της τη δύναμη στον έρωτα αυτόν, μέχρι το (ας μην το χαρακτηρίσω με οποιαδήποτε λέξη για να μη σας το αποακαλύψω) φινάλε. Στο μεταξύ όμως ο πόλεμος της Κορέας έρχεται αδυσώπητος...
Το φιλμ θετει ορισμένα ζητήματα: Αρχικά τα εμπόδια που υπάρχουν λόγω της μικτής καταγωγής της κοπέλας (η κινέζικη, παραδοσιακή πλευρά της δεν είναι τόσο "ανοιχτή" όσο η δυτική). Έπειτα σκιαγραφεί την δυτική κοινότητα του Χονγκ Κονγκ με μάλλον όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο. Κουτσομπόληδες πάνω απ' όλα, συντηρητικοί κατά βάθος, παρά το "ανοιχτό" δυτικό πνεύμα που προαναφέραμε, μια δράκα πλούσιων που ζουν ανέμελα σε έναν μικρόκοσμο χαμένοι στα γελοία μικροπροβλήματά τους στο μέσο μιας κοινωνίας που βράζει - για να είμαστε ακριβείς ετοιμάζεται να εκραγεί. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν και άλλα στοιχεία: Αρκετός αντικομμουνισμός (οι συζητήσεις για τους "κόκκινους", από τους οποίους φυσικά κινδυνεύουν, είναι συχνές) και μια μάλλον τουριστική ματιά σε ένα εξωτικό και γραφικό Χονγκ Κονγκ, το οποίο λες και είναι φτιαγμένο για τους σχετικά λίγους λευκούς που το κατοικούν. Οι κινέζοι γηγενείς είναι απλώς διακοσμητικό ντεκόρ. Η πρόθεση βέβαια του φιλμ δεν είναι να γίνει μια ιστορική ή κοινωνικοπολιτική μελέτη, αλλά ένα καθαρά ερωτικό / ρομαντικό έργο. Ωστόσο μια ματιά στο φαινομενικά αθώο background ποτέ δεν βλάπτει.
Γενικά τη βρήκα μάλλον ξεπερασμένη ταινία. Όλος αυτός ο ρομαντισμός και το δάκρυ παραπέμπουν νομίζω σε μια άλλη εποχή και μια άλλη κινηματογραφική γλώσσα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό (της εποχής βεβαίως και όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας) το ότι ενώ ο παραφορος έρωτας των πρωταγωνιστών (Ουίλαμ Χόλντεν και Τζένιφερ Τζόουνς) κυριαρχεί απ' άκρη σ' άκρη δεν υπάρχει η παραμικρή έστω νύξη για σεξ. Δεν το αναφέρω ως κάτι που από μόνο του θα ήταν φοβερά αρνητικό για το φιλμ, αλλά σαν ένα κοινωνικό σχόλιο για το mainstream σινεμά της εποχής. Το πρόβλημα πάντως βρίσκεται, πιστεύω, περισσότερο στην έλλειψη κάποιου είδους σασπένς και στο όλο μελό κλίμα που προαναφέραμε.
Το συνιστώ μόνο σε αθεράπευτα ρομαντικούς ή σε νοσταλγούς μιας, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, εποχής απόλυτης "αθωότητας" του σινεμά. Και θα κλείσω με δύο παρατηρήσεις πάνω στην τελευταία πρόταση: Πρώτον, δώστε ιδιαίτερο βάρος στα εισαγωγικά. Δεύτερον, να τονίσω και πάλι ότι μιλάμε για το απόλυτο mainstream σινεμά, διότι κάθε είδους πολύ περισσότερο προχωρημένες απόψεις υπήρχαν και τότε, και μάλιστα πολύ πριν από το '55.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2012

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ HOLY MOTORS

Τι ακριβώς είναι το "Holy Motors"; Δυσκολο να απαντήσει κανείς. Είναι ανοιχτό σε όλες τις ερμηνείες (ή μη ερμηνείες). Μπορείς να πεις ότι πιάνεις κάποιες αλληγορίες, συμβολισμούς, νοήματα. Μπορείς να πεις εξ ίσου άνετα ότι δεν κατάλαβες τίποτα, ότι όλο αυτό το εντυπωσιακό παιχνίδι είναι άνευ περιεχομένου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Leos Carax είχε 13 ολόκληρα χρόνια να κάνει ταινία μεγάλου μήκους. Το 2012 επιστρέφει με το παράδοξο αυτό φιλμ, που (σύμπτωση, αφού είχαμε και το Cosmopolis του Κρόνενμπεργκ) δείχνει έναν άνθρωπο να περνά τη μέρα του μέσα σε μια γιγάντια λιμουζίνα. Εδώ όμως τελειώνει οποιουδήποτε άλλο κοινό στοιχείο. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που, άγνωστο πώς ή γιατί, άγνωστο αν πρόκειται για αλήθεια ή όνειρο, περνά τη ζωή του αλλάζοντας διαρκώς περσόνες και ρόλους. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του, όπου μεταμορφώνεται για να ερμηνεύσει / ζήσει τον επόμενο ρόλο του, τον οποίο μαθαίνει επί τόπου, από το ντοσιέ με το ημερήσιο πρόγραμμά του. Η "δουλειά" (;) ξεκινά το από χάραμα και συνεχιζεται μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον κ. Όσκαρ να είναι πλέον εμφανώς εξαντλημένος. Στο μεταξύ έχει γίνει πολιτικός, ζητιάνα, τέρας (ή μήπως τρελός;), ετοιμοθάνατος γέρος, νοσταλγός ενός παλιού έρωτα, ακορντεονίστας, δολοφόνος και άλλα. Ό,τι κάνει το ζει αληθινά (σκοτώνει, τρελλαίνεται κλπ.). Μοιάζει να δουλεύει για κάποιους που δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ ποιοι είναι. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ταυτότητα, αφού ακόμα και η κατάληξη της κουραστικής και μακράς μέρας είναι κάθε φορά διαφορετική, άρα κοιμάται και ξεκουράζεται αλλού (το πρωί ξεκινά σαν πετυχημένος πολιτικός, τη νυχτα καταλήγει σαν κοινότατος οικογενειάρχης). Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά αλήθεια γι' αυτόν, ή μάλλον καμιά πραγματικότητα.
Αυτό που σίγουρα κάνει η πέρα για πέρα σουρεαλιστική αυτή ταινία, που, επαναλαμβάνω, δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση για τα τεκταινόμενα, είναι να αναφέρεται σε κάθε είδους κινηματογραφικά είδη και στιλ. Περνά από την κωμωδία στο βαρύ δράμα, από την (σχεδόν) ταινία τρόμου στο μιούζικαλ κ.ο.κ. Ίσως γι' αυτό πρώτιστα απευθύνεται σε σινεφίλ και είναι ερμητικά κλειστή για το ευρύ κοινό. Σίγουρα επίσης, όσα παράλογα συμβαίνουν είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένα. Το φιλμ εντυπωσιάζει με τη βιρτουοζιτέ του δημιουργού του.
Ερμηνείες; Μπορείτε να υποθέσετε ό,τι θέλετε (ή να μην υποθέσετε τίποτα). Ότι είναι μια αλληγορία των διαφορετικών ρόλων που ερμηνεύουμε καθημερινά στη ζωή μας. Ότι είναι μια αναφορά στο επάγγελμα του ηθοποιού και στους κόπους του. Ότι είναι απλώς μια απόλυτα σινεφίλ άσκηση, που δίνει την αφορμή (και την ηδονή) στον Καράξ να παίξει με κινηματογραφικά είδη. Μπορείτε να υποθέσετε και πολλά άλλα που δεν σκέφτηκα εγώ. Είπαμε ότι μια τέτοια ταινία είναι ανοιχτή στα πάντα.
Προσωπικά με γοήτευσε δίχως να με κουράσει. Αρνήθηκα να βγάλω συμπεράσματα. Αφέθηκα μόνο στη γοητεία της και σ' αυτό το ατελείωτο παιχνίδι ρόλων και εικόνων. Ωστόσο, το τονίζω αυτό, θα καταλάβω απόλυτα και κάποιον που θα μισήσει τη ταινία, ακόμα και θα φύγει στα μισά. Έτσι είναι. Οι ακραίες, ερμητικές, παράλογες ταινίες είναι επόμενο να προκαλούν και αλοπρόσαλλες, εξ ίσου ακραίες αντιδράσεις. Οπότε να το δείτε "με δική σας ευθύνη". Σας είπα ότι μου άρεσε, αλλά δεν προτρέπω κανέναν να το δει. Είναι φιλμ για μάλλον ειδικά γούστα...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2012

Ο ΜΠΑΡΟΚ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΟΚΤΟΡΑ ΦΑΪΜΠΣ

Ο Robert Fuest (1927-2012) υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης. Ωστόσο γύρισε και 7 ταινίες, κυρίως στη δεκαετία του 70. Οι περισσότερες κινούνται στο χώρο του φανταστικού και είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε camp. Αρκετά βαρυφορτωμένες, λίγο κιτς, συχνά με υποτυπώδες ή, αντίθετα, με κάπως αχταρμά σενάριο, αρκετά ενδιαφέρουσες όμως οπτικά τουλάχιστον ώστε να θεωρούνται κατά κάποια έννοια μικρά cult κομάτια.
Ο "Abominable Dr. Phibes" του 1971 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Ταινία τρόμου (σήμερα βεβαίως ελάχιστα τρομάζουμε μ' αυτήν), φέρνει στο προσκήνιο την αξέχαστη φιγούρα του Βίνσεντ Πράις, ο οποίος βεβαίως ενσαρκώνει τον ομώνυμο δόκτορα, που θεωρείται απ' όλους νεκρός, πλην όμως ζει και βασιλεύει στο μυστικό του καταφύγιο με την όμορφη βοηθό του Βουλνάβια και καταστρώνει τα σατανικά του σχέδια, τα οποία συνοψίζονται στους τελετουργικούς φόνους επτά γιατρών που θεωρεί υπεύθυνους... αλλά ας μην αποκαλύψουμε περισσότερα.
Όχι ότι το σενάριο είναι κάτι φοβερό και θα σας χαλάσω το σασπένς αν σας αποκαλύψω κάτι. Η αφήγηση κυλά γραμμικά, στο ίδιο μοτίβο και κλίμα, και ουδείς νομίζω αγωνιά για το τι θα γίνει στο τέλος. Όλη η ουσία (αν υπάρχει) βρίσκεται στην μπαρόκ, βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Φιούεστ και, βεβαίως, στους εξαιρετικά επινοητικούς φόνους. Οι φόνοι ακολουθούν τις γνωστές 7 πληγές του Φαραώ, από την Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και πάλι, αν και γνωρίζουμε από την αρχή σχεδόν αυτό το στοιχείο, είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα σκαρφιστεί κάθε φορά ο εφιαλτικός δόκτωρ για να τους πραγματοποιήσει. Οι σκηνές του Φάιμπς να παίζει το γιγάντιο αρμόνιό του, οι τελετουργικοί χοροί της Βουλνάβια - με εκκεντρικά ντυσίματα κάθε φορά -, η μπάντα με τους μουσικούς - κούκλες που συνοδεύουν τον Φάιμπς, το παλιομοδίτικο αυτοκίνητό του με τα χαρακτηριστικά κουρτινάκια, όλα συνάδουν για να δημιουργηθεί η παράδοξη ατμόσφαιρα που είναι σήμα κατατεθέν της ταινίας. Παράλληλα, ως καλός βρετανός, ο Φιούεστ διοχετεύει και λίγο υπόγειο χιούμορ στο όλο πράγμα. Λίγο με την αστυνομία που φτάνει πάντα τελευταία (και που αποτυγχάνει να προλάβει τους φόνους που κυριολεκτικά γίνονται κάτω από τη μύτη της), λίγο με την ίδια την υπερβολή του Φάιμπς, ανατρέπει ύπουλα το όλο βαρύ κλίμα. Εξ άλλου όσα συμβαίνουν είναι τόσο εξωπραγματικά, που το τελευταίο πράγμα που επιδιώκει είναι η εστω ελάχιστη αληθοφάνεια.
Μην το πάρετε στα σοβαρά. Αντιμετωπέίστε το μόνο ως cult ταινία τρόμου, που έχει πλάκα να τη δει κανείς για το γενικό κλίμα της. Και για τον Βίνσεντ Πράις βεβαίως. Τίποτα περισσόερο. Άλλωστε είναι έτσι δομημένη η ιστορία και τόσο γραμμικά δοσμένη (σαν να συμβαίνει το ένα επεισόδιο μετά το άλλο), που δεν υπάρχει χώρος για σασπένς ή αληθινό τρόμο.
ΥΓ: Τον επόμενο χρόνο ο Fuest και πάλι γύρισε και δεύτερο Δόκτορα Φάιμπς και μάλιστα σε μια εποπχή που τα νο 2 δεν ήταν τόσο της μόδας όπως σήμερα. Προφανώς η πρώτη ταινία είχε επιτυχία.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2012

ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΕΣΙΑΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ "CLOUD ATLAS"

Ο Tom Tykwer και οι Andy και Lana (πλέον) Wachowski σκηνοθετούν κάτι μαζί; Αυτό είναι από μόνο του είδηση, αφού δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο "κουφό" συνδυασμό! Ωστόσο η ίδια η φύση του "Cloud Atlas" του 2012 δικαιολογεί τη συνύπαρξη των διαφορετικών δημιουργών. Ας πω λοιπόν από την αρχή ότι ενώ πήγαινα με "μικρό καλάθι", πιστεύοντας ότι θα δω ένα χαώδες, πιθανόν με προβλήματα κατανόησης και "ας τα βάλουμε όλα μέσα" έπος, το όλο πράγμα μου βγήκε αρκετά καλύτερο. Προσοχή όμως: Μόνο σε κινηματογραφικό επίπεδο ή, αν προτιμάτε, σε επίπεδο κινηματογραφικής απόλαυσης. Γιατί ιδεολογικά το βρήκα μάλλον αφελές, με τις σχετικές εμμονές των Γουατσόφσκι (κυρίως) σε πρώτο πλάνο.
Η ταινία θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή. Υπάρχουν 6 ιστορίες που εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή της δουλείας των μαύρων, έως το μακρινό μέλλον, όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρεύσει (δύο από τις ιστορίες ανηκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας). Ωστόσο δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ακριβώς σπονδυλωτή. Χάρη στο μοντάζ, οι έξι διαφορετικές ιστορίες διαπλέκονται, περνάμε δηλαδή διαρκώς από τη μία στην άλλη και μάλιστα συχνά με μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να υπάρξει αφήγηση που να κρατά μόλις ένα λεπτό και αμέσως μετά να πηδήσουμε σε μια άλλη ιστορία). Τα άλματα αυτά μάλιστα δεν γίνονται με άξονα τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η κάθε μία. Γίνονται με μάλλον τυχαίο τρόπο, αφού μπορεί π.χ. από την ιστορία δύο να περάσουμε στην έξη, μετά στην τρία, μετά στην ένα κ.ο.κ. Έτσι απαιτείται η συγκέντρωση του θεατή για να βάλει σε τάξη τα όσα συμβαίνουν. Μερικές ιστορίες είναι αυτόνομες, σε μερικές πάλι υπάρχουν στοιχεία από προηγούμενες, οπότε κάπως συνδέονται μεταξύ τους.
 Παράλληλα οι σκηνοθέτες βάζουν τους ίδιους ηθοποιούς σε διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές ιστορίες, και μάλιστα πολλές φορές κυριολεκτικά αγνώριστους από το μακιγιάζ. Έτσι, εκτός από το παιχνίδι της συσχέτισης των όσων συμβαίνουν, λειτουργεί παράλληλα και το παιχνίδι του να ανακαλύψεις το ποιος ηθοποιός είναι ποιος (μόνο μετά από πολλή ώρα, για παράδειγμα, κατάλαβα ο Χ ήρωας της Ψ ιστορίας είναι, για πολλοστή φορά, ο Τομ Χανκς και όχι ένας άγνωστός μου ηθοποιός). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, κατάφεραν να μου κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, και μάλιστα παρά την τρίωρη περίπου διάρκεια του τόσο φιλόδοξου αυτού project (που, σημειωτέον, βασίζεται σε ομώνυμο βιβλίο του 2004).
Αυτά τα θετικά σε κινηματογραφικό επίπεδο. Διότι ιδεολογικά έχουμε για μια ακόμα φορά να κάνουμε με την απόλυτα μεσιανική και αφελή ιδεολογία του Matrix: Το καλό θα νικήσει πάντα με κάποιον τρόπο (βλέπετε κάτι τέτοιο γύρω μας;), η σωτηρία και η ανατροπή θα έλθουν από τον ηρωικό αγώνα ή/και την αυτοθυσία ενός μόνο ανθρώπου, οπότε μιλάμε για μια σειρά από μεσίες που φέρνουν την επανάσταση, η ζωή κάνει πάντα τους ίδιους κύκλους κλπ. Η χρήση δε των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς ρόλους διαφορετικών εποχών μάλλον προκαλεί συνειρμούς για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, για τη μετάβαση σε επόμενες ζωές και άλλα τέτοια. Όλη αυτή η ρομαντική, new age και αφελής για μένα φιλοσοφία με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι ότι τη θεωρώ εχθρική για όσα προσωπικά θα επιθυμούσα (άλλωστε οι Γουατσόφσκι φαίνεται να έχουν αρκετά αντιεξουσιαστικές τάσεις). Απλά νομίζω ότι δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, ότι το όλο πράγμα βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Όλα αυτά μου φαίνεται οτι απευθύνονται μόνο σε διαφόρων ειδών "πιστούς". Αφείστε που η πέμπτη ιστορία είναι σα να βλέπεις το Matrix σε ταινία μικρού μήκους. Όλα είναι σχεδόν ίδια. Ακόμα και η φιγούρα του κεντρικού ήρωα - επαναστάτη μοιάζει με αυτή του Κιάνου Ριβς!
Καλύτερο λοιπόν απ' ότι περίμενα συνολικά, αλλά μόνο σε οπτικό επίπεδο και επίπεδο "κρατήματος" του θεατή. Σαν φιλοσοφία, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω!

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2012

ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΣ "FAUSTO", ΑΛΛΑ...

La Fura dels Baus είναι το όνομα ενός πρωτοποριακού θιάσου από τη Βαρκελώνη, που αρέσκεται να σπάει τα όρια κοινού - performer κατά τη διάρκεια των παραστάσεών του και, γενικά, να χρησιμοποιεί ασυνήθιστα μέσα και σκηνικά. Η ομάδα το 2001 κάνει και τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία της, το "Fausto 5.0.", με σκηνοθέτες τρία από τα μέλη της, τους Alex Olle, Isidro Ortiz και Carlos Padissa. 
Φυσικά πρόκειται για μια μοντέρνα διασκευή του μύθου του Φάουστ, που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και δανείζεται πάμπολλα στοιχεία και εικόνες του σήμερα. Ήρωας είναι ένας υπέρ του δέοντος σοβαρός και μοναχικός γιατρός, ο οποίος, πηγαίνοντας από τη μικρή του πόλη στη Βαρκελώνη, σε ένα ιατρικό συνέδριο, συναντά έναν αστείο, πολυλογά και "κολιτσίδα" τύπο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι παλιός του ασθενής και ότι ο γιατρός του είχε κάποτε αφαιρέσει το στομάχι. Σύντομα θα καταλάβουμε - και μαζί και ο γιατρός - ότι πρόκειται για τον Μεφιστοφελή, που επιχειρεί να βάλει τον ήρωά μας σε διαφορους πειρασμούς...
Η όλη απόδοση του παλιού μύθου είναι σίγουρα πρωτοποριακή. Σύγχρονο περιβάλλον, ένα ξενοδοχείο τυλιμένο σε πλαστικό, που θυμίζει έργα του Christo, night club με τέκνο, ο Φάουστο να κάνει έρωτα με μια όμορφη και παράξενη πιτσιρίκα που ακούει στο όνομα Μαργαρίτα (πεντάλεπτη μόνο εμφάνιση και αναφορά στην ηρωίδα του κλασικού μύθου)και μια Βαρκελώνη πολύ μακριά από την υπέροχη, τουριστική εικόνα που έχουμε γι' αυτήν: Μουντή, άσχημη, βρώμικη, γεμάτη με μπάζα από δημόσια έργα που λες και γίνονται παντού... Και κυρίως ένας Μεφιστοφελής (επίτηδες) κιτς, αληθινό τσιμπούρι, λαϊκός τύπος, στα όρια του σοβαρού και του κωμικού - ή μάλλον του γκροτέσκο. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι όλα αυτά δεν μου είπαν απολύτως τίποτα και τα βρήκα προσπάθειες εντυπωσιασμού (;) άνευ ουσίας.
Γενικότερα βρήκα άνευ λόγου την όλη προσπάθεια της ομάδας. Καλή η πρωτοπορία, αλλά νομίζω ότι πρέπει να έχει και κάποια ουσία. Εδώ δεν (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μάλλον για γενικός αχταρμάς μου φάνηκε, με περίεργο τέλος, που δεν κατάλαβα ακριβώς αν σήμαινε την αιώνια καταδίκη ή τη λύτρωση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτό να μένει ηθελημένα ανοιχτό, αλλά και πάλι δεν με έκανε να συμπαθήσω περισσότερο το φιλμ. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι από τότε η ομάδα ασχολήθηκε μόνο με τις παραστάσεις της και όχι πια με το σινεμά...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2012

ΣΤΟ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ ΤΟΥ 2046

O Wang Kar-Wai είναι, νομίζω, πρώτα ένας σκηνοθέτης εικόνων και μετά οτιδήποτε άλλο. Οι ταινίες του συχνά πάσχουν αφηγηματικά, οι ιστορίες μπορεί να γίνονται χαώδεις, αλλά οι εικόνες παραμένουν πανέμορφες.
Βρίσκω το "2046" του 2004 ταινία όπου τα παραπάνω γίνονται περισσότερο εμφανή από ποτέ. Μια ιστορία όπου ο έρωτα και η μνήμη ειναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Μια ιστορία μπερδεμένη, με διαρκή μπρος - πισω στο χρόνο, με γυναίκες να παρελαύνουν και μάλλον μπερδεύουν τον θεατή για το ποια είναι ποια (και πότε), πλην όμως πάντοτε με υψηλότατη αισθητική. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, και με πανέμορφη μουσική. Ένας δημοσιογράφος γίνεται πετυχημένος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου έμενε δυο χρόνια πριν και όπου είχε γνωρίσει μια έντονη ερωτική ιστορία (στο δωμάτιο 2046 βεβαίως). Αποφασίζει να μείνει εκεί και ζει μεταξύ ενός καινούριου έρωτα και της αναπόλησης των παλιότερων. Ταυτόχρονα γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου οι άνθρωποι του σήμερα μπορούν να ταξιδέψουν στο έτος 2046 και να ξαναβρούν χαμένες μνήμες και αισθήσεις. Εκεί εξελίσσεται μια ακόμα ερωτική ιστορία, αυτή ενός άντρα και ενός ανδροειδούς, που είναι προγραμματισμένο να υπηρετεί, όχι όμως και να έχει συναισθηήματα.
Η ιστορία κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, σε διάφορα παρελθόντα και στο μέλλον (στο 2046, "εικονογραφώντας" έτσι κομάτια από το μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας), κι έτσι γίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη σεναριακά και μάλλον δύσκολο να παρακολουθηθεί. Φυσικά το ερωτικό στοιχείο και μια εντονότατη αίσθηση νοσταλγίας είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι με τη μνήμη, η αίσθηση οριστικά χαμένων ευκαιριών που αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας, το συχνά πικρό παρόν, οι χαμένοι έρωτες, η ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα (σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον) είναι θέματα που έρχονται και επανέρχονται. Αυτό όμως που κριαρχεί πραγματικά είναι οι υπέροχες εικόνες. Ο Kar-Wai χρησιμοποιεί τα χρώματα όπως αυτός μόνο ξέρει να χρησιμοποεί. Με έντονα πράσινα, κόκκινα και σέπιες δημιουργεί ενα φιλμ υψηλότατης αισθητικής. Σχεδόν όποιο πλάνο κι αν απομονώσεις, έχεις να κάνεις με ένα εικαστικό έργο τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για ταινία στην οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ομορφιά. Η ομορφιά των εικόνων.
Αν μπορείτε να αρκεστείτε σ' αυτό, αν μπορείτε να αφεθείτε, να πάψετε να πασχίζετε να καταλάβετε κάθε φορά σε ποιον χρόνο βρισκόμαστε και να απολαύσετε εικόνες, χρώματα, εξαίσια καδραρίσματα και μουσικές, τότε ίσως και να ενθουσιαστείτε. Αν δεν καταφέρετε αυτό το άφημα και το μυαλό σας δουλεύει διαρκώς προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία, τότε θα φύγετε με την αίσθηση μιας μπερδεμένης, χαώδους και ίσως φλύαρης και επαναλαμβανόμενης ερωτικής ταινίας. Το αφήνω σε σας. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι η απόλυτη ομορφιά!

eXTReMe Tracker