Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2012

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ BURTON ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ FRANKENWEENIE

Εκεί που φοβόμουν ότι ο Tim Burton έχει αρχίσει να "στερεύει" (αν και προσωπικά το "Dark Dhadows" μου άρεσε), να που το 2012 φτιάχνει ένα εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου animation, το "Frankenweenie", το οποίο αποτελεί επέκταση και ξαναδούλεμα ενός δικού του 30λεπτου animation του 1984. Ας δούμε λοιπόν τα της ταινίας:
Και εδώ, όπως στη "Νεκρή Νύφη", ο Μπάρτον ακολουθεί την προσφιλή του τεχνική του animation με κούκλες. Οι οποίες βεβαίως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες. Από τις πρώτες στιγμές και από τις ίδιες τις φιγούρες ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του ευφάνταστου δημιουργού. Όλα τα γνωστά του στοιχεία υπάρχουν εδώ: Η μείξη τρομακτικού και κωμικού, η τρυφερότητα, η συμπάθεια για τους κάθε λογής αουτσάϊντερς και η αποδοχή του διαφορετικού, η "τρομακτική" παιδικότητα, το μακάβριο και γκόθικ στοιχείο. ο ρομαντισμός και το χιούμορ.
Μία άλλη από τις πρωτοτυπίες της είναι ότι πρόκειται για ασπρόμαυρο κινούμενο, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα τόσο με την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ όσο και με τις άπειρες σινεφίλ αναφορές και το κλίμα της δεκαετίας του 50, στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται η ιστορία.
Φυσικά πρόκειται για μια διασκευή του μύθου του Φρανκενστάιν. Μόνο που εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένα παιδί που, όπως ο κλασικός ήρωας της Mary Shelley, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρισμό των κεραυνών, καταφέρνει να αναστήσει τον αγαπημένο του σκύλο, που έπεσε θύμα δυστυχήματος. Τα προβλήματα θα αρχίσουν, φυσικά, μετά.
Φτάνουμε λοιπόν στις αναφορές, που είναι βασικό στοιχείο της ταινίας: Φυσικά, όπως είπαμε, ο Φρανκενστάιν είναι προφανής. Και όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και οι κλασικές ταινίες της δεκαετίας του 30. Το υποβλητικό σκηνικό του ζωντανέματος του "τέρατος" είναι όμοιο μ' αυτό της κλασικής ταινίας. Και βρίσκω ξεκαρδιστική την αναφορά στη "Νύφη του Φρανκενστάιν", με την σε σχήμα κεραυνού λευκή τούφα στο μαλλί της σκυλίτσας, όπως ακριβώς στην προαναφερθείσα νύφη. Από εκεί και πέρα... ό,τι ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Η "Μούμια", ο Γκοτζίλα, τα Γκρέμλιν και Κρίτερς της δεκαετίας του 80, η φιγούρα του καθηγητή που μοιάζει με τον Βίνσεντ Πράις, ο Δράκουλας, βρίσκονται όλα εδώ. Αλλά κυρίως το "Pet Cemetery", τόσο του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όσο και της ομώνυμης ταινίας των 80ς. Και βέβαια ο παρατηρητικός θεατής θα ανακαλύψει και άλλες.
Συνολικά το βρήκα απολαυστικότατο. Αν μάλιστα συνδυάσετε και την χαρακτηριστική αισθητική και τις "ιδεολογικές" αρετές που αναφέραμε στην αρχή, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή ταινία. Και με μια πανέξυπνη διασκευή του Φρανκενστάιν. Φτάνει να αγαπάτε τον συνδυασμό μακάβριου και παιδικότητας.

Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2012

ΕΠΤΑ ΚΑΠΩΣ ΧΑΩΔΕΙΣ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ

Η "Αποστολή στην Μπριζ" μου είχε αρέσει πολύ. Έτσι πήγα αμέσως να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Martin McDonagh, τους "Επτά Ψυχοπαθείς" (2012). Η οποία διαθέτει τον ίδιο συνδυασμό βίας - δράσης και χιούμορ, πλην όμως εδώ, νομίζω, του βγήκε κάπως λιγότερο πετυχημένο.
Η ιστορία είναι από τη φύση της μεταμοντέρνα: Ο ήρωας είναι χολιγουντιανός σεναριογράφος με μπλοκαρισμένη έμπνευση και προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο με σίριαλ κίλερς. Ο βαρεμένος (επιεικώς) κολλητός του αναλαμβάνει να του βρει όντως επτά ψυχοπαθείς για να αντλήσει "εκ του φυσικού" ιδέες ο φίλος του. Και σαν να μην έφταναν όλα μπλέκουν και με αδίστακτους γκάνγκστερς, επειδή κατά λάθος απαγάγουν το αγαπημένο σκυλάκι του αρχηγού τους... Χαμός.
Γενικά διασκέδασα αρκετά. Είναι και η αληθινή παρέλαση καλών ηθοποιών (Κόλιν Φαρέλ, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τομ Γουέιτς (!), Σαμ Ρόκγουελ...), οπότε ακόμα καλύτερα. Η ταινία φυσικά σατιρίζει τόσο τις ταινίες με σίριαλ κίλερς όσο και τη γενικότερη εμμονή του Χόλιγουντ με τη βία και γενικότερα σαρκάζει διάφορα κλισέ που έχουμε δει συχνά. Αν και, βέβαια, εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια παρατήρηση για κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις: Προσπαθώντας να σατιρίσεις τις ταινίες με βία και σίριαλ κίλερς τελικά κάνεις μια ταινία με βία και σίριαλ κίλερς! Αλλά αυτό είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο φιλμ.
Ενώ λοιπόν η ιδέα είναι πρωτότυπη και, όπως είπα, γενικά μάλλον το απόλαυσα, υπάρχουν και αντιρρήσεις: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία το φιλμ ξεφεύγει και γίνεται κάπως χαώδες. Κάτι σαν η πολλή επίδειξη ευφυίας (που όντως υπάρχει) να αποβαίνει σε βάρος της δομής και της συγκρότησης της ιστορίας. Σα να είναι το όλο πράγμα κάπως too much. Παρ' όλα αυτά - και μια που σε γενικές γραμμές πέρασα καλά - εξακολουθώ να συμπαθώ τον McDonagh και να περιμένω και την επόμενη ταινία του. Φτάνει να μην τυποποιηθεί πολύ σε ένα στιλ που, έστω κι αν του βγαίνει, θα είναι επαναλαμβανόμενο.

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2012

ΤΟ "TALL T" ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Ο Budd Boetticher (1916-2001) είναι αμερικανός και γύρισε κυρίως γουέστερν. Οι ταινίες του έχουν κάτι που από πολλούς εκτιμάται ιδιαίτερα, στους οποίους όμως φοβάμαι ότι δεν συγκαταλλέγονται όσοι έχουν εθιστεί στο σύγχρονο σπιντάτο (και μόνο) Χόλιγουντ.
 Το "Tall T", γυρισμένο το 1957, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός κάου μπόι, που ζει μια ήσυχη ζωή ελπίζοντας ότι όλα θα πάνε καλά στο ράντσο του. Ώσπου απάγεται (από σπόντα) από τρείς αδίστακτους κακοποιούς, που ληστεύουν μια άμαξα και απάγουν ένα πλούσιο, νιόπαντρο ζευγάρι ζητώντας λύτρα. Σε όλο το δεύτερο μέρος του φιλμ τα έξι αυτά πρόσωπα βρίσκονται απομονωμένα σε μια σπηλιά στην έρημο, και όλα έχουν να κάνουν με τις μεταξύ τους σχέσεις, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τις ταινίες του Boetticher; Μια λέξη μόνο: Η απλότητά τους. Μια πραγματικά αφοπλιστική απλότητα, μια στέρεα αφήγηση που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα περιττό. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι (δίχως να σημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, κάθε άλλο), η ιστορία το ίδιο, οι σχέσεις και οι καταστάσεις που προκύπτουν σαφείς. Όπως ακριβώς η αφήγηση, έτσι και η εικόνα χαρακτηρίζεται από την ίδια λιτότητα, από την ίδια απόριψη κάθε περιττού στοιχείου. Η έρημος, ας πούμε, είναι η έρημος, είναι το αμερικάνικο τοπίο δίχως εφέ, φτιασίδια, φίλτρα, ιδιαίτερη φωτογράφιση... Είναι όπως ακριβώς υπάρχει στην πραγματικότητα. Συνολικά όμως δεν θα έλεγα ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Περισσότερο θα μιλούσα για αφαίρεση. Μια αφαίρεση που βρίσκουμε (με εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιεχόμενο σε κάθε περίπτωση) στον Μπρεσόν ή τον Μελβίλ, για να αναφέρω δύο παντελώς διαφορετικούς δημιουργούς που, ωστόσο, μου έρχονται αμέσως στο νου.
Οι σχέσεις των ηρώων στο φιλμ έχουν επίσης ενδιαφέρον: Η σχέση του ζευγαριού, αυτή της συζύγου με τον πρωταγωνιστή, αλλά και αυτή του τελευταίου με τον αρχηγό των ληστών, μια σχέση που παρά τον θάνατο που μπορεί να προκύψει κάθε λεπτό, μοιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με φιλία. Ίσως ο ληστής βλέπει στον ήρωα αυτό που θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε πάρει τον δρόμο αυτόν η ζωή του. Όσο για τον Ράντολφ Σκοτ, τον βασικό χαρακτήρα, διαθέτει μια φυσικότητα που σπάνια συναντάμε σε βαρυφορτωμένους σύγχρονους χαρακτήρες στο σινεμά: Μπορεί να γελά σαν παιδί, να χάνει στο στοίχημα δίχως να στενοχωριέται ιδιαίτερα, να κάνει γκάφες (η σκηνή που χτυπά το κεφάλι του στο άνοιγμα της σπηλιάς είναι χαρακτηριστική), να φοβάται, όπως ομολογεί τόσο στο ληστή όσο και στη γυναίκα όταν τους αιχμαλωτίζουν. Και συγχρόνως μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ήρωας, όχι ακριβώς επειδή "έτσι είναι φτιαγμένος", αλλά, απλούστατα, επειδη πρέπει να επιβιώσει.
Χαμηλότονο γουέστερν, γεμάτο σημαντικές λεπτομέρειες, που προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα. Και θα τονίσω, για όσους το θεωρουν από τα λεγόμενά μου βαρετό, ότι δεν με κούρασε καθόλου.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2012

ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ "ΚΥΝΗΓΙ"

Είναι σίγουρο ότι οι Σκανδιναβοί ξέρουν να κάνουν εξαιρετικά δράματα. Πυκνά, συχνά συγκλονιστικά και μίλα μακριά από κάθε έννοια μελό. Έτσι λοιπόν ο Thomas Vinterberg (που είχε να κάνει τόσο καλή ταινία από την εποχή της πραγματικά συγκλονιστικής "Οικογενειακής Γιορτής") βρίσκει και πάλι τον καλό του εαυτό το 2012 με το "Κυνήγι" (Jagten). Όπου για μια ακόμα φορά τα κάμποσα τελευταία χρόνια η ευνομούμενη, πλούσια σουηδική κοινωνία δείχνει ένα σκοτεινό, τρομαχτικό, κρυμένο πρόσωπο.
Η ταινία ασχολείται με το ταμπού (συνήθως) θέμα της παιδεραστίας. Μόνο που εδώ το πιάνει από την ανάποδη πλευρά: Αυτή της άδικης κατηγορίας ενός καθ' όλα καλού και άξιου νηπιαγωγού για το έγκλημα αυτό. Ο θεωρούμενος παιδεραστής είναι αθώος (μη φοβάστε, δεν κάνω spoiler, αυτό το ξέρουμε από τα πρώτα λεπτά). Από εκεί και πέρα η "τέλεια" κοινωνία της ευμάρειας είναι αυτή που ξεγυμνώνεται, που δείχνει ένα εφιαλτικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του κυνηγού σε ένα απόλυτα σκληρό κυνήγι απέναντι στο αβοήθητο θύμα.
Η ταινία θίγει αρκετά θέματα: Αυτό της κοινωνικής υστερίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται ίσως το απεχθέστερο των εγκλημάτων σήμερα, αυτό του κοινωνικού συντηρητισμού, αυτό της ψυχολογίας του όχλου, που αδίστακτα και ομαδικά στρέφεται ενάντια σε ένα αβοήθητο θύμα εξοστρακίζοντάς το κοινωνικά, και άλλα. Ταυτόχρονα διατηρεί αμείωτο το ψυχολογικό σασπένς, καθώς η οδύσσεια του άτυχου ήρωα γίνεται λεπτό προς λεπτό όλο και πιο δυσβάστακτη και η ασφυκτική ατμόσφαιρα όλο και βαραίνει. Έτσι, μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν ένα είδος κοινωνικού "θρίλερ", που παρακολουθεί από κοντά την κατάβαση ενός ανύποπτου ανθρώπου στην κόλαση και υπενθυμίζει πόσο κοντά βρίσκονται τα όρια της κοινωνικής ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας. Μερικές φορές μπορεί κανείς να τα υπερβεί δίχως να το καταλάβει, δίχως να κάνει τίποτα μεμπτό, παρά το ότι ακολουθεί πιστά, ευτυχής, τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. SPOILER: Στο τέλος όλα γίνονται ξανά μέλι-γάλα, η πολυπόθητη λύτρωση φτάνει επιτέλους. Είναι όμως έτσι; Η τελευταία σκηνή στο κυνήγι δείχνει ότι όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλά ποτέ τέλεια. Η πληγή εξωτερικά έκλεισε, στο βάθος όμως παραμένει κακοφορμισμένη. Ακόμα κι αν είναι πέρα για πέρα άδικη... ΤΕΛΟΣ SPOILER
Πολύ δυνατή ταινία, με θαυμάσια μάλιστα ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μαντς Μίκελσεν, που συνιστώ σε όσους μπορούν να απολαύσουν και σινεμά δίχως κυνηγητά, τόννους αδρεναλίνης και έναν πυροβολισμό ή/και έκρηξη ανά λεπτό. Οι σκανδιναβοί, το είπαμε από την αρχή, είναι μάστορες αυτού του διεισδυτικού είδους, που δεν διστάζει να ξεσκεπάζει κα καλά κρυμένα άρρωστα μυστικά της κοινωνίας τους.

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΕΡ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ

Ο Bruce McDonald είναι καναδός και κάνει κυρίως τηλεόραση. Ενδιάμεσα όμως προλαβαίνει να γυρίσει και ταινίες, οι οποίες μάλιστα εκτιμώνται αρκετά (προσωπικά δεν έχω δει άλλη δική του, οπότε η πληροφορία είναι από δεύτερο χέρι). Το 2001 πάντως γυρίζει το "Picture Clair", ένα θρίλερ με βασικές ηρωίδες δύο γυναίκες (Τζούλιετ Λούις και Τζίνα Γκέρσον).
 Πρόκειται για μια γρήγορη σε πλοκή και δράση ταινία, όπου μια κόπέλα από το Τορόντο, αφού έχει χάσει τα πάντα μετά την πυρπόληση του σπιτιού της, πάει στο Μόντρεαλ για να μείνει με τον φίλο της, γνωστό φωτογράφο, τίποτα όμως δεν πάει όπως το σχεδιάζει. Εκτός όλων των άλλων (δεν σας λέω ποια είναι αυτά τα άλλα), θα την μπερδέψουν με μια κοπέλα που μένει στον κάτω όροφο και η οποία έχει σκοτώσει έναν ύποπτο τύπο. Έτσι οι πάντες θα την κυνηγάνε δίχως εκείνη να έχει ιδέα γιατί (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντιλαμβάνεται καν ότι κάποιοι την ψάχνουν). Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού δεν μιλά λέξη αγγλικά (από το Κεμπέκ γαρ) και οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν φημίζονται για τις γνώσεις τους στα γαλικά...
Η ταινία, ενώ παρακολουθείται με ενδιαφέρον και κρατά τον θεατή χάρη στο σασπένς που διαθέτει, κάπου επίσης νομίζω ότι χάνει. Ίσως να φταίει όλο αυτό το εξωπραγματικό μπέρδεμα, ίσως οι αρκετές συμπτώσεις που υπάρχουν στο σενάριο, ίσως κάποιες υπερβολές στη δράση. Τελικά η γενική γεύση που μου έμεινε είναι του τύπου: "Ε, δεν γίνονται όλα αυτά!". Και, εντάξει, είπαμε, οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν μιλανε γαλικά, αλλά, διάβολε, ούτε ένας τους πια δεν μπορεί έστω και με ελάχιστες λέξεις να συννενοηθεί με την κοπέλα; Όταν αυτή προσπαθεί να επικοινωνήσει στα γαλικά οι πάντες την κοιτάζουν λες και είναι εξωγήινη. Και, διάβολε και πάλι, το γαλλόφωνο Κεμπέκ βρίσκεται πολύ κοντά, στην ίδια χώρα.
 Σκηνοθετικά ο McDonanld είναι σπιντάτος και χρησιμοποιεί κάποιες εντυπωσιακές τεχνικές. Σε μια απ' αυτές κάνει, θα έλεγα, κατάχρηση: Πολύ συχνά χωρίζει την οθόνη σε μικρά ορθογώνια, άλλοτε δύο άλλοτε περισσότερα, κάνοντάς μας έτσι να παρακολουθούμε ταυτόχρονα παράλληλες δράσεις. Μόνο που συχνά αυτό γίνεται άνευ λόγου, οπότε νομίζω ότι το κάνει μόνο για τον εντυπωσιασμό του θεατή. ΄Αν πάντως κάτι δεν πάσχει, είναι ο ρυθμός. Όπως είπαμε, παρακολούθησα την περιπέτεια αυτή, που βασίζεται σε παρεξηγήσεις, δίχως, τουλάχιστον, να κουραστώ. Με μικρές βελτιώσεις νομίζω ότι θα ήταν καλή ταινία.
ΥΓ: Σε πολύ μικρό, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, εμφανίζεται και ένας κλασικά παρακμιακός Μίκι Ρουρκ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012

SKYFALL: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ

Έχω γράψει επανειλημένα ότι δεν είμαι και πολύ φαν της αγέραστης σειράς του Τζέιμς Μποντ. ΟΚ, τα βλέπω, περνώ (συνήθως) ένα ευχάριστο δίωρο και αμέσως μετά κάνω delete.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλλοίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ... "25 ΚΑΡΑΤΙΑ"

Γενικά συμπαθώ το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Κατά καιρούς δίνει εξαιρετικές ταινίες, αν και χαρακτηρίζεται νομίζω από μια τάση υπερβολής. Τα "25 Kilates" (25 Καράτια) γυρίστηκε το 2008 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Patxi Amezcua. Δεν μπορώ να πω όμως ότι το θεώρησα από τα καλά δείγματα.
 Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσοςμε τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ξεμένετε μέσα μια βραδιά, βαριέστε και δεν έχετε τίποτα καλό να δείτε. Κάπου ανακαλύπτετε ξεχασμένο ένα dvd, αποφασίζετε να το βάλετε στο μηχάνημα και... μάλλον βαριέστε ακόμα περισσότερο.
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"

Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2012

ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ BARBARA

Ο γερμανός Christian Petzold είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετά προσωπικά γνωρίσματα (που μερικά ίσως και να απωθούν κάποιους). Είναι πάντοτε χαμηλότονος, δίχως κρεσέντα, και χαρακτηρίζεται από ένα στιλ που θα αποκαλούσα ψυχρό. Η κινηματογράφησή του είναι "ήσυχη", πλην όμως οι ταινίες που κάνει μάλλον στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ κατατάσονται. Η σχεδόν παγερή ατμόσφαιρά του μπορεί να σε τυλίξει και να σε παρασύρει, δίχως εξάρσεις όμως (και κανενός είδους "μπαμ").
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2012

"ΣΥΜΦΩΝΙΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Η ταινία "The Pact" (Η Συμφωνία) γυρίστηκε το 2012 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Nicholas McCarthy. Πρόκειται για ταινία τρόμου που ξεκινά με μια καλή (και ανατριχιαστική) ιδέα: Μητέρα μόνη στο σπίτι της μιλά στο skype με την μικρή της κόρη που βρίσκεται αλλού. Ξαφνικά η κόρη ρωτά: "Ποιός είναι αυτός πίσω σου, μαμά;" Φυσικά, όταν η μαμά γυρνά, κανείς δεν βρίσκεται πίσω της...
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012

ΣΚΟΤΩΝΟΒΤΑΣ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ

Η τρίτη ταινία που παίχτηκε σχεδόν ταυτόχρονα στις ελληνικές οθόνες και διαθέτει και αυτή την επιροή του Ταραντίνο είναι το "Σκότωσέ τους Γλυκά" (Killing them Softly) του αξιόλογου νεοζηλανδού Andrew Dominik (2012). Και είναι αυτή που μου άρεσε περισσότερο από τις τρεις (υπενθυμίζω ότι οι άλλες δύο ήταν οι "Αγριότητα" του Στόουν και το "Killer Joe" του Φρίντκιν).
 Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.

Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2012

O KILLER JOE ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΡΔΟΝΙΟ ΧΙΟΥΜΟΡ

Τελικά ο Tarantino έχει επηρεάσει περισσότερο απ' όσο νομίζουμε το σύγχρονο σινεμά. Συμπτωματικά τρεις από τις ταινίες που παίχτηκαν τον Οκτώβρη στους κινηματογράφους έχουν έντονα επηρεαστεί από το στιλ του. Και μάλιστα γνωστών σκηνοθετών.
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
 Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2012

Η "ΑΓΡΙΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ Ο ΣΤΟΟΥΝ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ

Είναι γνωστό ότι ο Oliver Stone παρακμάζει διαρκώς τα τελευταία πολλά χρόνια, δίχως να μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία. Γυρίζει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, δίχως όμως, φοβάμαι, σημαντικό αποτέλεσμα. Η "Αγριότητα" (Savages) του 2012 είναι, κατά τη γνώμη μου, αν μη τι άλλο διασκεδαστική, όχι όμως τίποτα περισσότερο.
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;

eXTReMe Tracker