Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012

ΔΥΣΚΟΛΗ "ΑΓΑΠΗ"

Ας πούμε από την αρχή ότι οι ταινίες του Michael Haneke βλέπονται εξαιρετικά δύσκολα. Νομίζω ότι αυτό είναι απόλυτα συνειδητό από τη μεριά του σκηνοθέτη. Ο Χάνεκε έχει έναν δικό του, ανατριχιστικό τρόπο να δείχνει την αλήθεια. Αλήθεια που πολύ συχνά ενοχλεί, τι λέω, μερικές φορές γίνεται αφόρητη. Το ίδιο δύσκολα με την "7η Ήπειρο", το "Funny Games", τις "76 Συμπτώσεις..." λοιπόν βλέπεται και η "Αγάπη" του 2012. Συμβαίνει όμως εδώ κάτι παράδοξο: Ενώ ταινίες όπως αυτές που αναφέραμε (όπως και η "Λευκή Κορδέλα", ο "Κρυμμένος" κ.ά.) ασχολούνται με θέματα δύσκολα, βίαια, σχεδόν ταμπού, η "Αγάπη" μιλά ακριβώς γι' αυτό που λέει ο τίτλος και η είναι πλημμυρισμένη από τρυφερότητα και συγκίνηση. Είναι σίγουρα η πιο τρυφερή του ταινία. Γιατί λοιπόν είναι τόσο δύσκολη;
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
 Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012

CREEPSHOW 2: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ

Το 1982 ο George Romero είχε γυρίσει το Creepshow, μια σπονδυλωτή ταινία με ιστορίες τρόμου στο κλίμα των pulp περιοδικών κόμικς με παρόμοιες ιστορίες των 50ς και 60ς. Το 1987 ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης και παραγωγός Michael Gornick γυρίζει το "Creepshow 2", που είναι και η μοναδική του ταινία. Είναι κι αυτή σπονδυλωτή, αποτελείται από τρεις ιστορίες και... δεν μπορώ να το πω πιο ευγενικά, κι αν δεν γυριζόταν ποτέ ουδείς θα έχανε κάτι.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2012

"ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ": ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΔΗΚΤΙΚΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Ο Frank Capra (1897-1991) είναι βέβαια από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της αμερικάνικης κωμωδίας και πολλές από τις ταινίες του βλέπονται πολύ ευχαριστα μέχρι σήμερα. Το "Δεν Θα τα Πάρεις Μαζί σου" του 1938 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2012

ΕΝΑΣ "LOOPER" ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Οι ταινίες με θέμα τα ταξίδια στο χρόνο (στο παρελθόν ακριβέστερα, γιατί κάπου εκεί η ανθρώπινη λογική παραλύει), προσφέρουν συχνά πολλή τροφή για σκέψη και κατά καιρούς έχουν δώσει καλές ταινίες (και καλύτερα διηγήματα ή μυθιστορήματα).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012

Η ΜΑΓΙΚΗ "ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ"

Υπάρχουν ταινίες που μένουν κλασικές, πανέμορφες, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν θα πω τίποτα πρωτότυπο αν χαρακτηρίσω ως τέτοια την περίφημη "Νύχτα του Κυνηγού", τη μοναδική ταινία που γύρισε σαν σκηνοθέτης ο μεγάλος ηθοποιός Charles Laughton (1899-1962) το 1955. Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο θρίλερ (καθαρόαιμο; Θα δούμε παρακάτω).
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράτει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2012

Ο ΒΑΡΒΑΚΗΣ, ΤΟ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΔΗΜΑΪΣΜΟΣ

Όπως φαίνεται ο Γιάννης Σμαραγδής έχει αποφασίσει να εστιάσει το έργο του σε βιογραφίες μεγάλων ελλήνων. Μετά τον Καβάφη και τον Ελ Γκρέκο σειρά έχει ο Ιωάννης Βαρβάκης στο "Ο Θεός Αγαπά το Χαβιάρι" του 2012, ο οποίος Βαρβάκης έζησε όντως μια μυθιστορηματική ζωή: Ψαριανός, ξεκινά σαν πειρατής στο Αιγαίο, βοηθά τους ρώσους στην αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών, καταλήγει στην αυλή της μεγάλης Αικατερίνης, γίνεται εκατομμυριούχος και εθνικός ευεργέτης εμπορευόμενος κατ' αποκλειστικότητα το περίφημο μαύρο χαβιάρι, επιστρέφει στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον εμφύλιο του 1825 και τελικά πεθαίνει έγκλειστος - άτυπα φυλακισμένος - σε λοιμοκαθαρτήριο στη Ζάκυνθο.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2012

ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ (;!;!;!;!)

Κι όμως! Υπάρχει κι αυτό! Ταινία με τον απίστευτο τίτλο (και αντίστοιχο περιεχόμενο) "Έντι: Ο Υπνοβάτης Κανίβαλος" (Eddie: The Sleepwalking Cannibal). Είναι του Boris Rodriguez, γυρίστηκε το 2012 και είναι μια ασυνήθιστη καναδοδανέζικη συμπαραγωγή! Και ξέρετε το πιο παράξενο απ' όλα; Ενώ πήγαμε να το δούμε με πλήρη διάθεση απόλυτου χαβαλέ, προετοιμασμένοι για ό,τι χειρότερο, μας βγήκε αρκετά καλό φιλμ (τουλάχιστον συμπαθητικό στη χειρότερη περίπτωση).
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
 Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

"Η ΚΟΡΗ" ΚΑΙ Η ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ

"Η Κόρη" του 2012 είναι η τρίτη ταινία του Θάνου Αναστόπουλου. Παραμένει στο ρεαλιστικό κλίμα που προτιμά ο σκηνοθέτης και, δίχως να είναι κάτι συγκλονιστικό, τη βρήκα τουλάχιστον αξιόλογη.
 Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Οι μεγάλες ταινίες των αδελφών Paolo και Vittorio Taviani έγιναν πίσω στη δεκαετία του 70 (άντε και στις αρχές του 80). Μετά ήρθε η δημιουργική παρακμή. Και ξαφνικά, ογδοντάρηδες πια (!), γυρίζουν το 2012 το "Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει" (Cesare deve Morire) και έρχονται αναπάντεχα ξανά στην επικαιρότητα, κερδίζοντας μάλιστα τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
 Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
 Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012

ΚΥΡΙΟΣ Ή ΚΥΡΙΑ LAURENCE;

Ο Xavier Dolan είναι πραγματικά το νέο "τρομερό παιδί" του σινεμά. Γαλλόφωνος καναδός εκ Κεμπέκ, έχει ήδη γυρίσει 3 ταινίες, ενώ έχει γεννηθεί μόλις το 1989! Το 2012 λοιπόν γυρίζει το τρίτο του φιλμ, το "Laurence Anyway", που ασχολείται με μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ευτυχισμένος: Συγγραφέας, με ευχάριστη κοινωνική ζωή και με μια πολύ καλή ερωτική σχέση με κοπέλα που αγαπά. Ώσπου στα 35 του αποφασίζει να αποκαλύψει τον πραγματικό του πόθο: Να γίνει γυναίκα! Ποια είναι η ιδιορυθμία; Το ότι ο τύπος δεν είναι καν γκέι. Το πάθος του είναι να ντύνεται γυναικεία, να κάνει ό,τι κάνουν οι γυναίκες (κομμωτήριο, αποτρίχωση, βάψιμο κλπ.), αλλά κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την (κατάπληκτη προφανώς) κοπέλα του, με την οποία επιθυμεί να διατηρήσει τη σχέση του. Μετά την αποκάλυψη η ταινία ασχολείται με το μέλλον της σχέσης τους σε αρκετό βάθος χρόνου, τους χωρισμούς και τα ξανασμιξίματά τους, αλλά και τη ζωή του ήρωα, ο οποίος κυκλοφορεί παντού σαν κανονική γυναίκα δίχως ποτέ να έχει κάνει αλλαγή φύλου.
Πριν πείτε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατη, θα σας θυμίσω ότι αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα διέθετε ο Ed Wood (του "Plan 9 from Outer Space"), για πολλούς ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Είχε μάλιστα γυρίσει και ταινία για το θέμα, το "Glen or Glenda" (πιστέψτε με, δεν βλέπεται). Όλα αυτά θα τα δείτε καλύτερα στη θαυμάσια κινηματογραφική του βιογραφία που είχε γυρίσει ο Tim Burton. Τα αναφέρω αυτά απλώς για να σας δείξω ότι αυτή το σπάνιο πάθος όντως υπάρχει.
Η ταινία του Dolan τώρα μάλλον με κούρασε. Αναμφισβήτητα ο ίδιος, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακός σκηνοθέτης. Δυνατές εικόνες, παράξενες γωνίες λήψης, ξαφνικά σουρεαλιστικά συμβάντα που σπάνε το ρεαλισμό (;) της υπόθεσης (π.χ. το σαλόνι που ξαφνικά πλημμυρίζει από νερό), εκκεντρικοί χαρακτήρες, αρκετό απόλυτα ηθελημένο κιτς κλπ. Και φυσικά μιλά (κάπως μεγαλόστομα είναι αλήθεια) για το θέμα της διαφορετικότητας και του δικαιώματος σ' αυτή. Αλλά και για τα κοινωνικά ταμπού που αντιστέκονται και τελικά θριαμβεύουν. Ωστόσο η περίπτωση δεν παύει να παραμένει φοβερά σπάνια, σχεδόν μοναδική για να επιδέχεται γενικεύσεις. Επίσης (ίσως κυρίως θα έπρεπε να πω) βρήκα αδικαιολόγητη την μεγάλη διάρκεια (πάνω από δυόμιση ώρες), που προφανώς αύξησε την κούρασή μου.
Ο Dolan είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και, το είπαμε, διαθέτει φαντασία τουλάχιστον από πλευράς εικόνας. Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, θα παρακολουθησω με ενδιαφέρον το έργο του.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Η ΝΤΑΝΑΓΟΥΕΪ ΩΣ ΥΣΤΕΡΙΚΗ ΤΖΟΑΝ ΚΡΟΦΟΡΝΤ

Η Τζόαν Κρόφορντ υπήρξε βέβαια μια από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές σταρ. Η προσωπική της ζωή ωστόσο κάθε άλλο παρά ισορροπημένη ήταν. Υστερική, καταπιεστική, βασάνιζε την θετή κόρη της, είχε παθολογική μανία με την καθαριότητα και, γενικά, πολύ λίγο απείχε από εγκλεισμό σε άσυλο.
 Το "Mommie Dearest" γυρίστηκε από τον Frank Perry (1930-1995) το 1981 και βασίστηκε στο βιβλίο που εξέδωσε ακριβώς η θετή της κόρη, αποκαλύπτοντας την κόλαση στην οποία έζησε. Στο ρόλο της Κρόφορντ η Φέι Νταναγουέι, φτιαγμένη να μοιάζει μ' αυτήν μ' έναν σχεδόν τρομακτικό τρόπο, σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περφόρμανς της καριέρας της.
Αυτό που βλέπουμε στο φιλμ είναι μια απόλυτα προσωπική περίπτωση (μια προσωπική ασθένεια μάλλον). Δεν ξέρουμε από πότε ήταν έτσι η Κρόφορντ, δεν ξέρουμε αν η όλη ψυχοπάθεια οφείλεται στο Χόλιγουντ, στη λάμψη, αλλά και την αφόρητη πίεση που εξασκεί στους σταρ. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή η ηθοποιός (και η Φέι και η Τζόαν) είναι πέρα για πέρα υστερική - και αλκοολική επιπλέον. Η αγωνία της για το ότι δεν έχει παιδιά, οι ερωτικές σχέσεις της που καταστρέφονται λόγω της κατάστασής της, οι σχέσεις της με την θετή κόρη (τραυματική για την τελευταία), η μεγαλομανία της (συχνά κρυμένη κάτω από μια επίφαση σεμνότητας), η καταπιεστικότητά της, η ψύχωσή της με την καθαριότητα... όλα περνάνε απο την οθόνη, δίχως όμως περαιτέρω εξηγήσεις.
Μίλησα στην αρχή για αμφιλεγόμενη ηθοποιία. Όλη η ιδιορυθμία της ταινίας έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα διαρκές overdose. Η ηθοποιία, οι ατάκες, οι καταστάσεις, κάπου το παρακάνουν. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ' αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα απόλυτα δραματικό φιλμ προκαλεί άθελά του γέλιο σε αρκετά σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Νύχτες Πρεμιέρας παίχτηκε στο αφιέρωμα Camp (κάτι σαν κιτς, overdose, άθελά του όμως). Μένει αξέχαστη η σκηνή όπου η Νταναγουέι / Κρόφορντ ουρλιάζει, παραληρεί σχεδόν ενάντια στις... σιδερένιες κρεμάστρες, προκαλώντας γέλιο στο κοινό.
 Ντελίριο λοιπόν σε όλα τα επίπεδα, υπέρ του δέοντος μελόδραμα, υπερβολή, σε μια ταινία που ενδιαφέρει ίσως όσους θέλουν να μάθουν για σκοτεινές πλευρές του λαμπερού Χόλιγουντ... είπαμε όμως: Κάποια τουλάχιστον χαμόγελα από το διαρκές too much δεν θα τα γλυτώσετε...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

Η ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ... ΑΓΕΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Μια... αγελάδα πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό και καταστρέφει το μέλλον και τις ζωές ενός ζευγαριού νεαρών κινέζων, στην πιο ρομαντική στιγμή της ζωής τους. Κι έπειτα βρισκόμαστε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αργεντινή, για να παρακολουθήσουμε την άχαρη καθημερινότητα ενός μονόχνωτου, "γρουσούζη" εργένη. Τι σχέση έχουν οι δύο αυτές ιστορίες; Θα το μάθετε στο αργεντίνικο φιλμ του 2011 "Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό" (Un Cuento Chino), τρίτη ταινία του (άγνωστού μου) Sebastian Borensztein.
Η ταινία, όπως και η αγελάδα, ήρθε πραγματικά από το πουθενά και είναι από τις πιο συμπαθητικές που έχω δει τελευταία. Σωστά μοιρασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, εξαιρετικές ηθοποιίες και, κυρίως, μια σειρά από καίρια θέματα που θίγονται έξυπνα μέσα από αυτή την ιστορία "παγκοσμιοποίησης" (όχι με την απεχθή οικονομική έννοια, αλλά με τη θετική, αυτή που φέρνει άσχετους φαινομενικά ανθρώπους κοντά, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί). Έτσι, με απλό και ευχάριστο τρόπο, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει και να σχολιάσει θέματα όπως η μοναχικότητα και οι (μακροπρόθεσμα τουλάχιστον αρνητικές)επιπτώσεις της, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η δυσκολία της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα που καλείστε πιθανόν να ανακαλύψετε.
Η φόρμα ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στο ρεαλισμό και ένα είδος μαγικού ρεαλισμού (οι σκηνές των ονείρων, η αρχική σκηνή με την αγελάδα κλπ.) Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Ρικάρντο Ντάριν, στον απολαυστικό και συγχρόνως θλιβερό ρόλο του σχεδόν μισάνθρωπου (επιφανειακά τουλάχιστον), μοναχικού τύπου, που δεν ξέρει πώς να αγαπήσει και - ως αιώνιο παιδί - καταφεύγει στο "σπορ" πολλών μοναχικών ανθρώπων (όχι αποκλειστικά φυσικά), τη συλλογή διαφόρων αντικειμένων.
Η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με διασκεδάσει συγχρόνως και προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ίσως το μοτίβο να το έχουμε δει αρκετές φορές (δύο άσχετοι και αταίριαστοι χαρακτήρες, που έρχονται σταδιακά όλο και πιο κοντά), αλλά βρίσκω ότι εδώ βρίσκεται σε μια από τις πιο απολαυστικές της παραλλαγές. Με λίγα λόγια το συνιστώ.

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

ΟΙ ΚΑΤΑ STILLMAN "ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΣΕ ΣΥΓΧΙΣΗ "

Ο Whit Stillman θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson. Κι όμως, στην μετά από 13 ολόκληρα χρόνια επιστροφή του, όταν δηλαδή ο Anderson είναι πλέον διάσημος, η ταινία του Stillman είναι αυτή που μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στον κόσμο του, κοντινότερα από όσο οι παλιότερές του. Μιλάμε για το "Damsels in Distress" του 2011 και, σας το λέω από την αρχή, θα το διασκεδάσουν μόνο όσοι έχουν μια μάλλον περίεργη αντίληψη του χιούμορ (κι εγώ ένας απ' αυτούς).
Όπως συνηθίζει πάντα, ο Στίλμαν ασχολείται και εδώ με έναν μικρόκοσμο, αποκομένο από το κοινωνικό περιβάλλον, τον οποίο σατιρίζει. Συγκεκριμένα αυτόν των φοιτητικών κάμπους (και μάλιστα τα γυναικεία μέλη τους). Μόνο που εδώ τίποτα δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό, αφού επινοεί απίθανους πραγματικά χαρακτήρες (ή ομάδες χαρακτήρων), οι οποίοι συμπεριφέρονται με "κουφό" τρόπο και συζητούν για εξ ίσου "κουφά" θέματα. Ηρωίδες του φιλμ είναι μια παρέα κοριτσιών, συγκάτοικων και φοιτητριών σε κάποιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια ομάδα από τους πιο ιδιόρυθμους χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ. Και κυρίως η άτυπη "αρχηγός" τους, ένα απίθανο κράμα - μεταξύ άλλων - χριστιανικής ιδεολογίας και συμπάθειας (με επιχειρήματα) μόνο προς... ηλίθιους άντρες, με αποδεδειγμένα δηλαδή χαμηλό IQ. Στο στενό της περίγυρο μια κοπέλα που βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού και... παθαίνει διάφορα όταν μυρίσει κάποια άσχημη μυρουδιά, κάποια με τάσεις αυτοκτονίας, που όμως είναι "σιγανό ποτάμι" κλπ. Όλες μαζί διατηρούν με ζήλο ένα... κέντρο πρόληψης αυτοκτονιών, το οποίο είναι μάλλον αχρείαστο. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινείται ένας αντρικός πληθυσμός αποτελούμενος από εξ ίσου παρίεργους τύπους (μερικοί απ' αυτούς ξεκάθαρα βλάκες).
Όλα θυμίζουν τους απίθανους και συχνά "άνευ λόγους" κόσμους και χαρακτήρες που επινοεί ο Wes Anderson. Οι ήρωες τους Στίλμαν βέβαια, όπως πάντα, μιλούν περισσότερο, αμπελοφιλοσοφούν για πραγματικά απίθανα θέματα, δρουν παράξενα (για να το πούμε ευγενικά), διαθέτουν μια σήμα-κατατεθέν ψυχρότητα και ακαμψία, ερωτεύονται, χωρίζουν ή πέφτουν σε κατάθλιψη, πάντοτε όμως, κι αυτό είναι σίγουρο, απέχουν πολύ από τις συμπεριφορές του μέσου όρου. Α, για να μην το ξεχάσω: Το φιλμ διαθέτει επίσης και μια σκηνή - αφιέρωμα στο "Τρελό Θηριοτροφείο" του Λάντις. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά το διασκέδασα πολύ, το βρήκα μάλιστα διασκεδαστικότερο από τις παλιότερες ταινίες του δημιουργού. Θα προειδοποιήσω όμως και πάλι ότι το χιούμορ και το όλο παράλογο στοιχείο που διαπερνά την ταινία είναι αρκετά ιδιόρυθμα και, νομίζω, για λίγους. Φοβάμαι ότι πολλοί δεν θα διασκεδάσουν όσο εγώ, πιθανόν μάλιστα να πλήξουν. Εγώ σας προειδοποίησα...

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2012

Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΗΣ - ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΙΜΗΜΑ - ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Ίσως το έχω γράψει κι άλλη φορά: Το παλιό, κλασικό Χόλιγουντ μπορεί να χαρακτηρίζεται από κάποιους "ξεπερασμένο" και σίγουρα να διαθέτει πολλά κλισέ, πλην όμως είχε μια εντονότατη πλευρά αμφισβήτησης του αμερικάνικου ονείρου, της αμερικάνικης κοινωνίας, της δομής και των αξιών της γενικότερα. Μάλιστα θεωρώ ότι η αμφισβήτηση αυτή σε πολύ παρελθούσες δεκαετίες υπήρξε πιο τολμηρή από τη σύγχρονη (τονίζω ότι μιλώ για το "κανονικό" Χόλιγουντ και όχι για κάθε είδους ανεξάρτητες παραγωγές).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί νομίζω το "Sweet Smell of Sucess" που γύρισε το 1957 ο Alexander Mackendrick (1912-1993), σκωτσέζος και με σημαντική καριέρα και στην Μ. Βρετανία. Με δύο σούπερ σταρ της εποχής μάλιστα, τον Μπάρτ Λάνκαστερ και τον Τόνι Κέρτις. Όλη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τον λαμπερό (;) κόσμο του θεάματος και των media που σχετίζονται μ' αυτά. Και, πιστέψτε με, σπάνια έχει βγει στην επιφάνεια μια τόσο πικρόχολη ματιά σ' αυτούς τους χώρους. Σπάνια αυτοί δείχνονται τόσο βρώμικοι, αμοραλιστικοί, αδηφάγοι. Είναι σα να αποτελούνται αποκλειστικά σχεδόν από αδίστακτους τύπους, έτοιμους να κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες, την απληστία ή τον εγωισμό τους. Ο Λάνκαστερ είναι ένας διάσημος κριτικός, που μπορεί να ανεβάσει στην κορυφή ή να καταβαραθρώσει έναν καλλιτέχνη με έναν και μόνο λόγο του. Σκληρός, άκαρδος, υπερβολικά εγωιστής, ενδιαφέρεται μόνο για την διατήρηση της δύναμής του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του, που βρίσκονται πολύ πέρα από την απλή απόκτηση πλούτου. Ο Κέρτις είναι ένας ατζέντης, γλοιώδης, κόλακας όταν χρειάζεται, αδίστακτος, κυνικός όταν πρέπει, με μοναδική φιλοδοξία την με κάθε τρόπο ανέλιξή του και την άμεση απόκτηση πλούτου. Φυσικά με οποιοδήποτε τίμημα (αλήθεια, πόσοι σύγχρονοι σούπερ - γκόμενοι θα έπαιζαν έναν τόσο αντιπαθητικό ρόλο; Δεν μιλώ απλά για γραφικούς κακούς, που πάντοτε είναι διασκεδαστικοί κατά βάθος, μιλώ για πραγματικά απεχθείς χαρακτήρες).
Ο περίγυρος των δύο αυτών κεντρικών ηρώων αποτελείται από ανθρώπους που χρησιμοποιούνται σαν πιονια σε λεπτά παιχνίδια δύναμης και εξουσίας. Άνθρωποι που συκοφαντούνται αδίστακτα, εκμηδενίζονται, οδηγούνται σε πλήρη κατάρρευση για να ικανοποιήσουν συμφέροντα ισχυρών - ή wannabe ισχυρών. Τι απουσιάζει από όλο αυτό το απάνθρωπο σκηνικό των show business; Μα φυσικά ο σεβασμός και η αποδοχή του αληθινού ταλέντου, του σημαντικού καλλιτέχνη. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτονται και υπολογίζουν όσοι κινούν τα νήματα. Ανεβάζουν και κατεβάζουν με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο εκτός της αληθινής καλλιτεχνικής αξίας. Γύρω τους κινείται ένας χορός από εξ ίσου πουλημένους μπάτσους και δημοσιογράφους. Πού βρίσκεται η ελπίδα; Πουθενά! Η κατάληξη, με την αβυσαλέα πτώση των ισχυρών (θύματα της δικής τους υλικής ή εσωτερικής απληστίας), δεν αρκεί για να καθαρίσει την εικόνα. Το κακό έχει γίνει και τα ίχνη του θα παραμείνουν ανεξίτηλα.
Μπροστά στο όλο αυτό διεφθαρμένο και άθλιο σκηνικό, τα προσωπικά πάθη του ενός από τους δύο πρωταγωνιστές, η μοναχικότητά του, ο λανθάνων έρωτας για την αδελφή του, περνάν σε δεύτερη μοίρα. Προσωπικά με συγκλόνισε περισσότερο η συνολική εικόνα ενός παντελώς βρώμικου κόσμου όπως αυτή παρουσιάζεται δίχως κανέναν εξωραϊσμό.
Βρήκα την ταινία τρομερά δυνατή, ενώ το δράμα υφαίνεται με τρόπο λεπτό, με μικρές πινελιές που κάνουν όλο και πιο ασφυκτική την όλη κατάσταση, προσθέτοντας συνεχές σασπένς στα όσα συμβαίνουν. Προφανώς τη θεωρώ κλασική ταινία και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Με δεδομένο βέβαια ότι θα "μαυρίσει η ψυχή σας".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΡΩΜΗ

Ως γνωστόν η Ρώμη είναι η "Αιώνια Πόλη". Ως γνωστόν επίσης είναι, αιώνια ή μη, πανέμορφη. Ο Woody Allen λοιπόν υποκύπτει στην ομορφιά της και στην ευρωπαϊκή γοητεία και, μετά τους ύμνους στη Βαρκελώνη και το Παρίσι, της αφιερώνει το "Από τη Ρώμη με Αγάπη" του 2012 κάνοντας μια ακόμα χαριτωμένη κωμωδία και προσθέτοντας έναν ακόμα κρίκο στην ατέλειωτη σειρά των ταινιών του.
Αυτή τη φορά το φιλμ είναι ουσιαστικά σπονδυλωτό. Αφηγείται 4 διαφορετικές ιστορίες, που διαδραματίζονται φυσικά στη Ρώμη, η οποία αποτελεί το μόνιμο φόντο, πλην όμως οι ιστορίες δεν είναι τοποθετημένες σε κάποια σειρά, αλλά "διαπερνούν" η μία την άλλη. Η αφήγησή τους δηλαδή γίνεται παράλληλα. Βασικό θέμα στις περισσότερες ο έρωτας, οι διαπλοκές του, οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει. Υπάρχει όμως και η ιστορία με τον Μπενίνι, όπου στόχος της σάτιρας είναι τα ηλίθια, κίτρινα ουσιαστικά media και το παράλογο και το άνευ καμιάς απολύτως ουσίας που τα χαρακτηρίζει. Βρίσκει επίσης την ευκαιρία ο Άλεν να θίξει για πολλοστή φορά το θέμα του θαυμασμού (σχεδόν δέους και κάποιας μνησικακίας συγχρόνως) που διακατέχει τους (διανοούμενους τουλάχιστον) αμερικανούς απέναντι στην Ευρώπη και την πλούσια και μακρά ιστορία της. Όπως επίσης και την ημιμάθειά τους.
Τη φορά αυτή ο ακούραστος δημιουργός χρησιμοποιεί περισσότερο απ' όσο συνηθίζει σουρεαλιστικά και παράλογα στοιχεία. Ολόκληρη η αλληγορική ιστορία με τον Μπενίνι, η διαρκής παρουσία του μεσήλικα Άλεκ Μπάλντουιν που, ως ζωντανό φάντασμα, συμβουλεύει αόρατος τον νεαρό αρχιτέκτονα, οι σουρεαλιστικές σκηνές της όπερας με τον πρωταγωνιστή να κάνει... ντουζ επί σκηνής, όλα δίνουν την διάσταση αυτή στο φιλμ.
Φυσικά η ταινία, όπως πάντα, είναι χαριτωμένη και σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα. Είναι και η καρτποσταλική αντιμετώπιση της ούτως ή άλλως πανέμορφης (το είπαμε και στην αρχή) Ρώμης, οπότε τα πράγματα γίνονται ευχάριστα και στο μάτι. Ωστόσο νομιζω ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια από τις σπουδαίες στιγμές του. Ευχάριστη μεν, αλλά μέχρις εκεί. Δείτε τη για να διασκεδάσετε, μην περιμένετε όμως μια απ' τις ταινίες του Άλεν που ή σε κάνουν να ξεκαρδιστείς ή να προβληματιστείς πολύ (ή και τα δύο). Αλλά είπαμε. Είναι τέτοια η παραγωγικότητά του και το γεγονός ότι τα φιλμ του βρίσκονται πάντα από ένα επίπεδο και πάνω, που του συγχωρώ και μερικές μέτριες, ποτέ όμως κακές, ταινίες.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

Η ΝΤΙΣΚΟ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Το 1998 ο Whit Stillman γυρίζει την τρίτη του ταινία, το "The Last Days of Disco", η οποία, καλά το καταλάβατε, αναφέρεται ακριβώς στην εποχή που η ντίσκο "τελειώνει" για να δώσει τη θέση της σε άλλου είδους μουσικές (και τρόπους ζωής). Διότι εδώ η ντίσκο αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν τρόπος ζωής παρά σαν απλή μουσική μόδα.
Η ιστορία διαδραματίζεται τα πρώτα - πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80 και σαν βασικό χώρο έχει μια περίφημη ντισκοτέκ της Νέας Υόρκης. Εργαζόμενοι, ιδιοκτήτες, θαμώνες και άλλοι περιστρέφονται γύρω απ' αυτήν, μιλούν πολύ (όπως συνήθως στα φιλμ του Stillman) λέγοντας κυρίως αμπελοφιλοσοφίες, δημιουργούν και χαλάνε ερωτικές σχέσεις. Κι όλα τελειώνουν (πρόκειται πραγματικά για τέλος εποχής) όταν η ντίσκο κλείνει.
Ο Stillman εξετάζει και πάλι μια μικροομάδα ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν είναι οι ζάπλουτοι γόνοι της αριστοκρατίας της Νέας Υόρκης, όπως στο "Metropolitan", αλλά οι φανατικοί ντισκόβιοι. Κύρια πρόσωπα δυο κολλητές όμορφες κοπέλες - θαμώνες με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες (η Κέιτ Μπέκινσέιλ και η Κλόε Σεβινί στις αρχές της καριέρας τους). Η πρώτη είναι "εύκολη", κυνική, ακόμα και "κακιά", η δεύτερη πιο ρομαντική και κλειστή, που ψάχνει το μεγάλο έρωτα. Κι οι δυο τους, αλλά και ο αντρικός περίγυρος, συχνάζουν στο περίφημο κλαμπ, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν τα πάντα, χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να περάσουν τη "σκληρή" πόρτα και να μπουν σ' αυτό. Το να μπεις εκεί αποτελεί επιτυχία, δείγμα prestige, ανεβάζει τις μετοχές (και την αυτοπεποίθηση) των ηρώων.
Φυσικά κατά βάθος πρόκειται και πάλι για εσωτερικό κενό. Ο Στίλμαν, με χιούμορ αλλά και συμπάθεια, καταγράφει το κενό αυτό, την ελαφρότητα και το ανούσιο των ζωών των ηρώων του. Αλλά, ταυτόχρονα, και τον λαμπερό, extravagant, κιτς κόσμο της ντίσκο, με τις απίστευτες παρουσίες, την διάχυτη σεξουαλικότητα και ελευθεριότητα, τους ανταγωνισμούς του. Η ελευθεριότητα αυτή, σημειωτέον, κατέρρευσε με την τρομακτική εισβολή του AIDS.
Το φιλμ θεωρείται το γνωστότερο του δημιουργού του, ωστόσο εμένα μ' αρέσει λιγότερο από τα άλλα. Και επι πλέον, μπέρδευα τους αντρικούς ρόλους (το στοιχείο αυτό επεσήμανε και ο ίδιος ο Στίλμαν, που προλόγιζε την προβολή, λέγοντας ότι είναι ένα παράπονο που του γίνεται συχνά για το συγκεκριμένο φιλμ). Όλοι φαίνονταν να μοιάζουν και κάπου έχανα το ποιος είναι ποιος. Κάπου έπληξα επίσης με όλες αυτές τις συζητήσεις και τις εσωτερικές διαμάχες των ηρώων. Αφείστε που ποτέ δεν υπήρξα προσωπικά λάτρης της ντίσκο. Ίσως γι' αυτό, πάντως, κάπου εκτιμώ την όλη προσπάθεια κατάδειξης της εσωτερικής κενότητας. Διάβολε, πρέπει να έχουν στρεβλωθεί πολύ οι αξίες σου αν όλη σου σχεδόν η αξιοπρέπεια και το κοινωνικό σου status εξαρτάται από το αν κάποιος μαλάκας πορτιέρης θα σε αφήσει να μπεις στο κλαμπ ή όχι.
ΥΓ: Σε μια σκηνή - κλείσιμο ματιού η παρέα των ηρώων του Metropolitan μπαίνει σύσσωμη στη ντίσκο για μια βραδιά ξέφρενης διασκέδασης.

eXTReMe Tracker