Κυριακή, Ιουλίου 29, 2012

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Το μπλογκ, πιστό στις παραδόσεις, αποχωρεί για μπάνια τον Αύγουστο. Ίσως από εκεί που θα βρίσκομαι γράψω σποραδικά και για καμιά "ταινία που βλέπω", κυρίως όμως θα ασχολούμαι με το ευγενές σπορ των διακοπών. Οπότε σας εύχομαι καλό Αύγουστο και ραντεβού για τακτικές αναρτήσεις στα τέλη του μήνα.
Να περάσετε όσο καλύτερα είναι δυνατό με τις παρούσες συνθήκες!

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2012

ΤΟ ΠΑΛΙΟ "CAPE FEAR" ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΣΠΕΝΣ

Ο J. Lee Thompson (1914-2002), αν και παραγωγικότατος, δεν υπήρξε από τους πολύ σημαντικούς δημιουργούς του κινηματογράφου. Το 1962 όμως γυρίζει ένα εκπληκτικής αγωνίας φιλμ, αληθινό πρότυπο θρίλερ κατά τη γνώμη μου, το "Ακρωτήρι του Φόβου" (Cape Fear), ριμέικ του οποίου έκανε, ως γνωστόν, γύρω στα 30 χρόνια μετά ο Μάρτιν Σκορσέζε. Θυμάμαι μάλλον λίγο την πιο πρόσφατη ταινία (την είχα δει μόνο όταν βγήκε στα σινεμά), η γενική μου όμως αίσθηση είναι ότι το πρωτότυπο φιλμ μου άρεσε περισσότερο.
Όταν αποφυλακίζεται μετά οκτώ χρόνια ο κατάδικος Μαξ Κέιντι, φτάνει στην πόλη του πετυχημένου δικηγόρου που έγινε αιτία της καταδίκης του και τρομοκρατεί αδίστακτα αυτόν και την οικογένειά του, παίζοντας μαζί τους ένα αδίστακτο παιχνίδι γάτας - ποντικού που κυριολεκτικά τσακίζει νεύρα (της οικογένειας, άλλά και των θεατών). Δεν διστάζει μάλιστα να απειλεί (έμμεσα πάντα) σεξουαλικά τη σύζυγο, αλλά και την ανήλικη κόρη τους, προσδίδοντας έτσι και μια ισχυρή δόση νοσηρότητας στο όλο κλίμα.
 Φυσικά ο Ρόμπερτ Μίτσαμ είναι εκπληκτικός ως η ενσάρκωση του απόλυτου κακού, αλλά πετυχημένος είναι και ο Γκρέγκορι Πεκ στο ρόλο του βολεμένου δικηγόρου. Ταυτόχρονα η ταινία θέτει ύπουλα και υποδόρια και μια σειρά από ερωτήματα: Εντάξει, ο πρώην κατάδικος είναι το απόλυτο κτήνος, πόσο αθώος όμως είναι και ο δικτυωμένος παντού μεγαλοδικηγόρος, πρότυπο οικογενειάρχη, με την άνετη ζωή; Και πού βρίσκονται τα όρια του νόμου και από πιο σημείο και πέρα αυτός γίνεται άχρηστος και ανίσχυρος; Ή από πιο σημείο και πέρα δικαιολογείται η αυτοδικία; Βλέπετε, σε μεγάλο μέρος του φιλμ ο πανέξυπνος εγκληματίας καταφέρνει να τρομοκρατεί τους πάντες δίχως να παραβαίνει κανένα νόμο και δίχως να δίνει την παραμικρή αφορμή για να τον συλλάβουν. Νομίζω ότι όλοι, όπως και ο ήρωας της ταινίας, θα προβληματιστούμε για το τι θα κάναμε εμείς στη συγκεκριμένη φάση. Όσο για το τελευταίο μέρος του φιλμ, εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ, μα πολύ σοβαρά...
 Πέραν των αναλύσεων όμως, βρίσκω την ταινία αληθινό πρότυπο σασπένς και αγωνίας, στα όρια σχεδόν της ταινίας τρόμου. Η ασφυκτική ατμόσφαιρα σε "αρπάζει" από τα πρώτα κιόλας λεπτά και δεν σε αφήνει ποτέ, με ανιούσα μάλιστα τάση καθώς ο κλοιός σφίγγει όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα στην κορύφωση του τέλους, που διαδραματίζεται στους βάλτους με την απόλυτα ταιριαστή πνιγηρή ατμόσφαιρά τους. Όσο για την τελευταία βουβή σκηνή (δεν σας λέω φυσικά τίποτε άλλο), νομίζω ότι θα αναρωτηθούμε όλοι αν, ανεξαρτητα με το τι συνέβει, ο "κακός" πέτυχε τελικά τον στόχο του.
 Πρότυπο θρίλερ λοιπόν κατά τη γνώμη μου, που συνιστώ ανεπιφύλακτα, ιδίως αν σας αρέσει το είδος. Και, όπως είπαμε, με κάμποσες προεκτάσεις...

Τετάρτη, Ιουλίου 25, 2012

ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ, ΟΙ ΞΑΝΘΙΕΣ ΚΑΙ, ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ, ΤΟ ΧΡΗΜΑ

Ο Howard Hawks (1896-1977) είναι βέβαια ένα από τα μεγάλα ονόματα του κλασικού Χόλιγουντ και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κινηματογραφικά είδη. Το 1953 γυρίζει το διάσημο μιούζικαλ "Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθιές", που προηγουμένως είχε γίνει παράσταση στο Μπρόντγουει και βουβή ταινία, και προσθέτει στο ενεργητικό του μια ακόμα επιτυχία. Και κάτι παραπάνω: Το φιλμ αυτό είναι που καθιερώνει τη Μέριλιν Μονρόε ως σούπερσταρ και για δεκαετίες πρότυπο γυναίκας και μόνιμη αρσενική ονείρωξη.
Η Μέριλιν λοιπόν και η κολητή της φίλη Τζέιν Ράσελ είναι show girls. Η πρώτη ψάχνει απεγνωσμένα για πλούσιο γαμπρό (τι πλούσιο, εκατομμυριούχο για να ακριβολογούμε), θεωρώντας τον έρωτα βλακεία, ενώ η δεύτερη, περισσότερο ρομαντική, θέλει να ερωτευτεί πραγματικά. Ένα ταξίδι με υπερωκεάνειο και το αιώνιο Παρίσι θα ολοκληρώσουν το εντυπωσιακό γκλάμορους της ταινίας.
Τώρα πρέπει να σας πω ότι παρά τη διασημότητά του, δεν αποτελεί για μένα ένα από τα αγαπημένα μου μιούζικαλ ούτε μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες. Ίσως φταίει ο αντιπαθητικός ρόλος της Μονρόε, που είναι ψυχρή, υπολογίστρια και έτοιμη να κάνει τα πάντα για τα λεφτά και να προδώσει για ακόμα περισσότερα λεφτά (ενώ ταυτόχρονα το παίζει ηλίθια ξανθιά). Ένα αληθινό αρπαχτικό, όπως τη χαρακτηρίζει κάποιος στην ταινία. Όταν αυτός ο χαρακτήρας παρουσιάζεται κωμικά, χαριτωμένα και εκπέμποντας τόσο ερωτισμό, λες και όλα αυτά είναι μια χαρά και δεν τρέχει τίποτα, ε, όλα αυτό κάπου με ξενερώνει. Αλλά είπαμε, Χόλιγουντ του '50 είναι αυτό και πολλά ενοχλητικά σήμερα υπήρξαν κοινός τόπος για την εποχή. Εκτός φυσικά αν δεχτούμε ότι η ταινία σατιρίζει την αγάπη για το χρήμα και τον ψυχρό υλισμό των αμερικάνων, αλλά δεν το πολυβλέπω...
Βέβαια η γκρίνια μου δεν εμποδίζει το φιλμ να αποτελεί μια αληθινά εκτυφλωτική επίδειξη χολιγουντιανής γκλαμουριάς, στα καλύτερά της. Η δύο σταρ (και κυρίως η Μονρόε βέβαια) λάμπουν πραγματικά στην οθόνη, κάποια νούμερα είναι εντυπωσιακά, αστείες στιγμές υπάρχουν. Κανείς δεν πλήττει τέλος πάντων. Πάνω απ' όλα όμως υπάρχουν τα αξέχαστα, κλασικά τραγούδια που συσσωρεύονται στην ταινία. Σπάνια μιούζικαλ περιλαμβάνει τόσα γνωστά τραγούδια. Από το "Little Rock" στην αρχή μέχρι το γνωστότερο όλων, σε ένα από τα πιο γνωστά νούμερα ever, το "Diamonds are the best girl's friend" προς το τέλος, που τραγουδά η Μέριλιν "σφραγίζοντας" την ταινία (και πιστή βεβαίως στην παροιμοιώδη φιλοχρηματία του ρόλου της).
Φυσικά, ανακεφαλαιώνοντας, πρόκειται για κλασικό, αν και αφελές, φιλμ, που πρέπει να έχει δει κάθε σινεφίλ. Η αναλοίωτη λάμψη που εκπέμπει είναι αρκετή για να σε κάνει να ξεχάσεις κάποιες "λεπτομέρειες". Άσχετα αν, όπως είπα, δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2012

"ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ" ΚΑΙ Ο ΠΥΡΗΝΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

Κι όμως, πίσω από αυτή τη μάλλον γελοία αφίσα (με τα παραπλανητικά σλόγκαν, σημειωτέον) κρύβεται μια ταινία του σημαντικού Joseph Losey (1909-1984). Είναι "Οι Καταραμένοι" του 1963.
Η εποχή που γυρίστηκε καθορίζει το περιεχόμενό της. Είναι η εποχή που ο ψυχρός πόλεμος καλά κρατεί και η ανθρωπότητα φοβάται πάνω απ' όλα την πυρηνική απειλή. Η βόμβες του 1945 είναι ακόμα πρόσφατες, οι υπερδυνάμεις συσσωρεύουν πυρηνικές κεφαλές και κάθε λογής άλλες βόμβες στα οπλοστάσιά τους και όλοι περιμένουν ότι δεν θα αργήσει να εμφανιστεί ο τρελός που θα πατήσει το κουμπί. Παράλληλα - αρχές 60ς γαρ - η νεανική επανάσταση, ή, αν προτιμάτε, ο θρίαμβος της νεανικής κουλτούρας, είναι έτοιμα να ξεσπάσουν.
Το φιλμ καθορίζεται από τα πλαίσια αυτά. Παραμένει όμως και παράδοξο στη δομή του: Ξεκινά ως ταινία για τη νεανική βία και εγκληματικότητα, τις συμμορίες νέων, τους μηχανόβιους, το ροκ εντ ρολ. Η οπτική απέναντι σε όλα αυτά είναι αρνητική. Και ξαφνικά, από ένα σημείο και πέρα, μετατρέπεται σε φιλμ επιστημονικής φαντασίας: Ένας αμερικάνος τουρίστας, ο αρχηγός μιας ντόπιας συμμορίας (χαρακτηριστικός κακός ο νεαρός τότε Όλιβερ Ριντ) και η αδελφή του παγιδεύονται σε ένα απομονωμένο σπίτι, που κάτω του κρύβει σπηλιές και υπόγειες βάσεις... για να ανακαλύψουν κάποια παράξενα, παγωμένα παιδιά που, όπως φαίνεται, δεν γνωρίζουν τίποτα για τον έξω κόσμο.
Η ταινία, εκτός από μια προειδοποίηση για τον πυρηνικό όλεθρο, βάζει ξεκάθαρα και άλλα διλήμματα: Απέναντι στη νεανική βία αντιπαραθέτει την κρατική βία και αυθαιρεσία. Η συμπεριφορά των νέων με τις συμμορίες είναι αρνητική και καταδικαστέα. Τι μπορούμε όμως να πούμε για τη συμπεριφορά της πολιτείας, του στρατού, της επίσημης επιστήμης, του ενός εκ των πρωταγωνιστών "δημόσιου υπάλληλου"; Πόσο ηθική είναι αυτή, πού βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στο "καθήκον" και το έγκλημα;
Παράλληλα, εκτός του μυστηρίου που κυριαρχεί, η ταινία διαθέτει και μια βαθειά ανθρωπιά. Μοιάζει να πονεί τους ήρωές της, να συμπάσχει. Όλοι έχουν μερίδιο δίκιου κι όλοι κουβαλάν τον δικό τους σταυρό και έχουν τις δικές τους αμφιβολίες. Όσο για το τέλος, απελπισμένο, σκοτεινό, απέχει πολύ από την σύγχρονη κυριαρχία του χάπι εντ. Το στοιχείο αυτό πάντως ήταν χαρακτηριστικό αρκετών ταινιών της εποχής, ακόμα και αμιγώς χολιγουντιανών. Ο φόβος για την πυρηνική κόλαση δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ούτε και σήμερα υπάρχουν βέβαια και πολλά τέτοια, για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους.
Αρνητικό στην ταινία οι κακές ή υπερβολικές ηθοποιίες και ένας κάποιος στόμφος που κυριαρχεί. Κατά τα άλλα όμως - αν ξεπεράσετε τέλος πάντων αυτό το στοιχείο - το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φιλμ. Και ιδιαίτερα σπαρακτικό.

Κυριακή, Ιουλίου 22, 2012

Ο ΜΠΑΡΟΝ ΚΟΕΝ ΤΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νομίζω ότι από την αρχή πρέπει να ξεκαθαρίσω την άποψή μου για τον, αν μη τι άλλο, μοναδικό στο είδος του Σάσα Μπάρον Κοέν: Θαυμάζω την απίστευτη τόλμη του, το ότι δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα, ισοπεδώνει κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας, καθωσπρεπισμού, "ιερών και οσίων", ταμπού. Ναι, για ορισμένα τουλάχιστον απ' αυτά που κάνει χρειάζεται ιδιαίτερη τόλμη. Από την άλλη, το χιούμορ του είναι τόσο χοντρό, αηδιαστικό ακόμα σε κάποια σημεία του, τόσο "κάφρικο", που, πολύ απλά, δεν μπορώ να γελάσω ιδιαίτερα. Δεν μου πάει αυτό το είδος.
Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι με δεδομένη την απιστευτη ασέβεια του Κοέν, με το ότι δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μόνο αυτό το είδος χιούμορ θα ταίριαζε, αυτό το βρώμικο, χοντρό είδος, που ίσως έχει σκοπό κι αυτό να ενοχλήσει, όπως ενοχλούν πολλούς όλα αυτά που καταγγέλει. Σε έναν οδοστρωτήρα που παρασέρνει τα πάντα, χρειάζεται εξ ίσου άκομψο χιούμορ. Δεν ξέρω. Διαλέγετε και παίρνετε. Το γεγονός πάντως παραμένει ότι μάλλον λίγο γελάω με τις ταινίες του.
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια ο "Δικτάτορας" του 2012, η τρίτη του ταινία, που γύρισε ο μόνιμος συνεργάτης του Larry Charles. Είναι η πρώτη του που δεν ακολουθεί τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, αλλά έχει "κανονική" πλοκή. Ο στόχος εδώ είναι η πολιτική. Ο Κοέν μεταμορφώνεται σε έναν ειδεχθή και αιμοσταγή δικτάτορα μιας φανταστικής, αραβόφωνης μάλλον χώρας της βόρειας Αφρικής, που όταν πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στον ΟΗΕ πέφτει θύμα συνωμοσίας, χάνει τη ταυτότητά του και πασχίζει να ζήσει εκεί άγνωστος μεταξύ αγνώστων, προσπαθώντας πάντοτε να υποστηρίξει τα καλά της δικτατορίας απέναντι στη δημοκρατία(!).
Για μια ακόμα φορά ο Κοέν δεν χαρίζεται σε κανέναν. Εμπνέεται μάλλον από τη λεγόμενη "αραβική άνοιξη" και τα αλυσσιδωτά γεγονότα που συνέβησαν σε αραβικές χώρες με δικτατορία, πλην όμως βάζει στο στόχαστρό του τα πάντα: Τις ίδιες τις δικτατορίες φυσικά, αλλά και τη δυτική δημοκρατία με την υποκρισία και την διαφθορά της, τις ΗΠΑ (καταπληκτικός ο λόγος που περιγράφει το τι συμβαίνει σε δικτατορικά καθεστώτα, μιλώντας όμως για τις σύγχρονες ΗΠΑ), τους κινέζους, τους πολιτικοποιημένους ακτιβιστές και την "τυφλότητά" τους κάποιες φορές, τον φεμινισμό, τον ρατσισμό κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Ωστόσο στο τέλος δεν μπόρεσα να μην ενοχληθώ και λίγο: Μήπως όλα αυτά μας κάνουν ακόμα και να συμπαθήσουμε κάπως το κάθαρμα που ενσαρκώνει, αφού όλα τελικά πάνε "μέλι-γάλα" (με μια διφορούμενη μορφή της έκφρασης αυτής);
Το τι συμβαίνει τώρα στο φιλμ, με το μάλλον προσχηματικό σενάριο, που απλά τονίζει το βρώμικο χιούμορ, δεν περιγράφεται. Μόνο αν το δείτε θα το πιστέψετε. Πηγαίνετε λοιπόν με δικό σας ρίσκο, προετοιμασμένοι να μη σοκαριστείτε με όσα θα δείτε - από άποψη χοντράδας και ηθελημένης κακογουστιάς εννοώ. Πάντως, επαναλαμβάνω, προσωπικά δεν μπορώ να γελάσω και πολύ με αυτό το είδος χιούμορ.

Σάββατο, Ιουλίου 21, 2012

ΟΤΑΝ Η ΑΡΑΧΝΗ ΞΑΝΑΤΣΙΜΠΗΣΕ ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ SPIDER MAN

Ε λοιπόν ναι! Το Χόλιγουντ είναι αδίστακτο προκειμένου να βγάλει λεφτά (και αφού παραδόξως βγάζει, ποιος μπορεί να το κατηγορήσει;) Δεν μας έφταναν τα siquel, τα prequel, τα franchise, ιδού τώρα η ηλιθιότερη μόδα όλων: Τα reboot. Τουτέστιν μια παραλλαγή, κάτι σα ριμέικ, μιας πρόσφατης και όχι παλιάς ταινίας. Φυσικά η συνταγή εφαρμόζεται προς το παρόν μόνο εκεί που τους παίρνει, στα σουπερ ηρωικά φιλμ δηλαδή, που ξεφυτρώνουν από παντού σαν μανιτάρια.
Ο "Amazing Spider-man" λοιπόν, που γύρισε το 2012 ο συμπαθής Marc Webb, δεν είναι παρά ο γνωστός Σπάιντερμαν πάλι από την αρχή! Ο νεαρός, ντροπαλός μαθητής Πίτερ Πάρκερ, το δάγκωμά του από "πειραγμένη" αράχνη, η μετάλλαξή του σε υπερήρωα με ιδιαίτερες ικανότητες, ο έρωτάς του για μια όμορφη συμμαθήτριά του... Και γιατί πρέπει να τα ξαναδούμε όλα αυτά; Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ...
Θα σας πω εδώ - το έχω ξαναπεί άλλωστε - ότι δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των σούπερηρωικών φιλμ (ούτε των αντίστοιχων κόμικς) και συνήθως (εξαίρεση μερικοί από τους Batman) βλέπω κάποιες σχετικές ταινίες, με ορισμένες από τις οποίες περνώ καλά για δύο ώρες και μετά στο μυαλό μου γίνεται οριστικό delete. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν υπήρξα ποτέ φαν των τριών Σπάιντερμαν του Ράιμι, παρά το ότι μέχρι τότε ο Ράιμι μου άρεσε. Οπότε εδώ έχουμε μια ιδιαιτερότητα: Τυχαίνει ο καινούριος αυτός Άνθρωπος Αράχνη να μου αρέσει περισσότερο από τους παλιούς (σιγά τους παλιούς δηλαδή, πολύ λίγα χρόνια πριν γυρίστηκαν). Ο Webb έχει περιορίσει την ακατάσχετη δράση και αδιάλειπτη βαβούρα (που μπορούν να ενθουσιάσουν μαθητές γυμνασίου), υπέρ μιας πιο ανθρώπινης, σχετικά ρεαλιστικότερης και σαφώς πιο δραματικής προσέγγισης. Ο Σπάιντερμαν είναι εδώ ένας δραματικός χαρακτήρας, που κουβαλά ενοχές, που υποφέρει, που άθελά του φταίει για διάφορα κακά που γίνονται (πάντοτε ήταν έτσι δηλαδή, αλλά νομίζω ότι εδώ αυτή η πλευρά τονίζεται περισσότερο). Η δράση έχει περιοριστεί στο δεύτερο μέρος, ο έρωτας με την συμμαθήτρια είναι πιο γήινος και νορμάλ και, επί πλέον, ο νέος πρωταγωνιστής μου αρέσει περισσότερο, αφού ποτέ δεν χώνεψα τον ξενέρωτο (προσωπική γνώμη) Τόμπι ΜακΓκουάιρ. Άλλωστε ο Webb έχει στο ενεργητικό του και μια από τις λίγες πρωτοτυπες αμερικάνικες κομεντί των τελευταίων χρόνων: Τις "500 Μέρες με τη Σάμερ". Κάτι λέει κι αυτό...
Εντάξει, μην τα πάρετε και πολύ σοβαρά όλα αυτά. Αν δεν είστε φαν των υπερηρωικών ταινιών μην περάσετε ούτε απ' έξω. Και για μένα δεν ήταν και καμιά σπουδαία ταινία. Απλώς μου άρεσε και το είδα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την προηγούμενη τριλογία και από πολλά άλλα φιλμ ενός είδους που δεν λέει με τίποτα να εξαντληθεί.

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2012

ΥΠΑΡΧΟΥΝ "ΚΥΝΗΓΟΙ ΚΕΦΑΛΩΝ" ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ

Οι σκανδιναβοί, όπως όλα δείχνουν, έχουν αποκτήσει ένα δικό τους ύφος στα θρίλερ. Και στη λογοτεχνία και στο σινεμά. Ο νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας πολύ πετυχημένος τέτοιος συγγραφέας, ενώ οι "Κυνηγοί Κεφαλών" (Hodejegerme, επειδή ξέρω ότι σκάτε να μάθετε τον πρωτότυπο τίτλο), είναι η μεταφορά στην οθόνη ενός βιβλίου του, που έκανε το 2011 ο Morten Tyldum.
 Πλούσιο και αδίστακτο στέλεχος πολυεθνικής, το οποίο τον ελεύθερο χρόνο του κλεβει πολύτιμα έργα τέχνης για να αυξήσει κι άλλο το εισόδημά του, βλέπει ξαφνικά την πολυτελή ζωή του να καταρρέει, καθώς ένα άλλο τέτοιο στέλεχος, ακόμα πιο αδίστακτο, θα τον βάλει στο μάτι. Σύντομα όλα θα μετετραπούν σε ένα εφιαλτικό παιχνίδι ζωής ή θανάτου.
Η ταινία διατηρεί αμείωτο τον έντονο ρυθμό της. Από την σχετικά χαλαρή αρχή μοιάζει να επιταχύνεται όλο και περισσότερο, οδηγώντας τον (καθόλου συμπαθή) ήρωα σε έναν εφιάλτη που γίνεται όλο και φριχτότερος και καθηλώνοντας τον θεατή. Συγχρόνως, πέραν του ρυθμού, καταγράφει ένα σκληρότατο, αδίστακτο πρόσωπο του πλέον πολιτισμένου ίσως μέρους του πλανήτη: Της Σκανδιναβίας. Μέσα στο αποστειρωμένο, ψυχρό και πολυτελές περιβάλλον που χαρακτηρίζει τα φιλμ των χωρών αυτών, η απληστία των εταιριών - και των στελεχών τους φυσικά - δεν γνωρίζει όρια, η όποια ηθική είναι ανύπαρκτη, η βία καραδοκεί σε κάθε βήμα. Ο πρώην θύτης, άπληστος και αδίστακτος ο ίδιος, που πατά επί πτωμάτων για να ανέβει και δεν λογαριάζει την ταπείνωση των άλλων, παγιδεύεται, μετατρέπεται ταχύτατα σε θύμα και κατεβαίνει πραγματικά στο βυθό, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα - χειρότερο μάλλον - όσα ο ίδιος έκανε μέχρι τώρα. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει να οριμάζει για πρώτη φορά, να "ενηλικιώνεται" και να αντιλαμβάνεται ότι ζωή δεν είναι μόνο το χρήμα, η δύναμη και τα παιχνίδια εξουσίας. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή του χαρακτήρα του είναι αυτό που προσωπικά βρήκα πιο σημαντικό στοιχείο.
Ενδιαφέρον φιλμ, παρά τις κάποιες αντιρρήσεις μου: Όλα όσα συμβαίνουν δεν μοιάζουν και τόσο αληθοφανή, "δεν γίνονται" που λέμε κοινώς. Κανείς που έχει υποστεί τόσα δεν μπορεί να αντιδρά τόσο σθεναρά. Η ταινία, με τη διαρκή ένταση, μοιάζει να χάνει κάπως σε ρεαλισμό, να ενδίδει στην περιπέτεια για την περιπέτεια. Ωστοσο διατηρεί τις αποστάσεις και τις διαφορές από τα τετριμμένα αμερικάνικα πρότυπα.
Οφείλω να πω ότι προσωπικά (και υποκειμενικά) η τριλογία του "Κοριτσιού με το Τατουάζ" μου αρέσει περισσότερο. Ωστόσο και αυτό το φιλμ παραμένει χαρακτηριστικό αυτής της όχι πλέον αναδυόμενης, αλλά ήδη μεσουρανούσας σκανδιναβικής σχολής έντονα κοινωνικών και συχνά πολιτικοποιημένων θρίλερ.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2012

ΣΤΟΝ 6ο ΟΡΟΦΟ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ...

Υπάρχει μια πλούσια, συντηρητική, "σφιγμένη" και κρυόκωλη οικογένεια ενός χρηματιστή (ένα ζευγάρι δηλαδή, αφού τα παιδιά είναι κάπου κυριλέ και εσώκλειστα), σε πολυτελές διαμέρισμα του 5ου. Και από πάνω, στον 6ο, υπάρχουν μικρά διαμερισματάκια όπου ζουν φτωχές ισπανίδες, που κυρίως δουλεύουν σαν υπηρέτριες.
Όλα αυτά συνβαίνουν στο Παρίσι του 1962 και στην ταινία του 2010 "Οι Γυναίκες του 6ου Ορόφου" του γάλλου Philippe Le Guay. Πρόκειται βέβαια για κομεντί, η οποία, αν μη τι άλλο, είναι νομίζω χαριτωμένη. Όπως αντιλαμβανόμαστε, ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ενοίκων σ' αυτή τη "δύο ταχυτήτων" τεράστια πολυκατοικία, θα δημιουργηθούν ποικίλες σχέσεις. Ο πρωταγωνιστής, ο κουμπωμένος, μεσήλικας χρηματιστής, θα αρχίσει για πρώτη φορά μετά πολλά, πολλά χρόνια να απολαμβάνει τη ζωή, θα φτάσει ακόμα και να ερωτευτεί. Αλλά ο έρωτας δεν είναι η μόνη αλλαγή πάνω του.
Η ιδέα είναι έξυπνη και βέβαια, στόχος του σκηνοθέτη είναι να φέρει σε αντιπαράθεση δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: Αυτόν της φτωχής εργατικής τάξης, με τα καθημερινά προβλήματα και αγωνίες, αλλά και τον πλούτο των συναισθημάτων, που δείχνει να απολαμβάνει τη ζωή πολύ περισσότερο από τους "άλλους" κι αυτόν των μπουρζουάδων, οι οποίοι παρά την οικονομική άνεση μοιάζουν τόσο, μα τόσο δυσκοίλιοι... Κι ακόμα τον κόσμο του Νότου (της Ισπανίας συγκεκριμένα στο φιλμ), κόσμου συναισθηματικού, με ξεσπάσματα, πάθη, γέλια, κλάματα, χορό, κόσμο εκδηλωτικό και ζεστό τέλος πάντων, μ' αυτόν του Βορά, πολύ περισσότερο ψυχρού, συντηρητικού, μαζεμένου, που, βολεμένος και χωμένος στην άνετη καθημερινότητα, μοιάζει να έχει ξεχάσει πως η ζωή χρειάζεται πάνω απ' όλα χαρά και απολαύσεις.
Ίσως να υπάρχουν κάποια περισσότερα απ' όσο πρέπει κλισέ (είπαμε: Βοράς - Νότος, πλούσιοι - φτωχοί κλπ.), αλλά συνολικά βρήκα το αποτέλεσμα συμπαθητικό και ευχάριστο. Ειδικά ο βασικός ήρωας και η βαθμιαία μετάλλαξή του, είναι απολαυστικά. Δεν το θεωρώ κάτι πολύ σπουδαίο, αλλά νομίζω ότι είναι ό,τι πρέπει για χαλαρό θερινό σινεμαδάκι. Το χρειαζόμαστε.

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2012

ΨΥΧΡΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ "ΟΠΛΑ ΓΙΑ ΝΟΙΚΙΑΣΜΑ"

Το 1942 ο παραγωγικότατος (και όχι από τα μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ) Frank Tuttle (1892-1963) γυρίζει το "This Gun for Hire", παραδίδοντας έτσι ένα τυπικό νουάρ, σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία κατασκοπευτικού φιλμ, αφού, ας μην ξεχνάμε, βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου και οι κακοί κατάσκοποι και κάποιες πατριωτικές νότες ήταν - φυσιολογικά θα έλεγα - απαραίτητες.
Αυτό που αμέσως ξεχωρίζει από το φιλμ είναι ο χαρακτήρας του ήρωα, που ερμηνεύεται από τον Άλαν Λαντ. Πρόκειται για ένα πραγματικά ψυχρό, μοναχικό κάθαρμα, έναν πληρωμένο δολοφόνο που δεν διστάζει, στην πρώτη κιόλας σκηνή, να εκτελέσει εν ψυχρώ το στόχο της αποστολής του, αλλά και την άσχετη ερωμένη του που βρέθηκε τυχαία εκεί. Πάνω σ΄αυτό τον χαρακτήρα χτίζεται η ταινία και προσπαθεί στο τέλος να τον ερμηνεύσει, να τον ψυχαναλύσει ίσως. Η φιγούρα του (αλλά και το προδιαγεγραμμένο τέλος) αποτέλεσε, νομίζω, έμπνευση για τον Μελβίλ και τον δικό του "Σαμουράι" με τον Αλέν Ντελόν. Η ίδια ψυχρότητα, η ίδια κυνικότητα και, πάνω απ' όλα, η ίδια μοναχικότητα, η οποία, στο φιλμ που εξετάζουμε, γίνεται σπαρακτική. Προς το τέλος μάλιστα ίσως ακόμα και να συμπαθήσουμε τον αδίστακτο αυτόν άνθρωπο, που μοιάζει τίποτα να μην το συγκινεί, καθώς αντιλαμβανόμαστε σιγά - σιγά μέσα από ποιες συνθήκες κατέληξε έτσι.
Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης είναι η σχέση αγάπης - μίσους που αναπτύσει ο δολοφόνος με την όμορφη Βερόνικα Λέικ, που ανήκει καθαρά στους "καλούς" και είναι μάλιστα η κοπέλα του αστυνομικού που τον κυνηγά. Η σχέση, από υποχρεωτική και εκβιαστική, μετατρέπεται βαθμιάια σε ένα είδος φιλίας και εμπιστοσύνης, με το ερωτικό στοιχείο να βρίσκεται σε δεύτερο επίπεδο και, ίσως, να υπάρχει ελάχιστα. Ίσως ο μοναχικός ήρωας να αναζητεί περισσότερο μια μητρική παρά μια ερωτική φιγούρα, έναν φίλο που επιτέλους μπορεί να εμπιστευτεί, να πασχίζει, κάτω από την ψυχρή μάσκα, να αποκτήσει έστω και στο τέλος, μια ανθρώπινη επαφή. Ας σημειώσουμε ότι και οι άλλοι χαρακτήρες που κινούνται γύρω τους, έχουν κι αυτοί το ενδιαφέρον τους, με πρώτο τον "κακό" χοντρό.
 Πέραν αυτού του βάθους και των πολύπλοκων χαρακτήρων και σχέσεων, που σύντομα ξεπερνούν τον σχηματικό διαχωρισμό καλού - κακού, η ταινία διαθέτει δράση και σασπένς, παρακολουθείται ευχάριστα, πλην όμως, αν την εξετάσει κανείς αυστηρά σεναριακά, βασίζεται υπέρ του δέοντος σε συμπτώσεις, πράγμα που καθιστά την πλοκή κάπως αναληθοφανή. Έτσι, το φιλμ μπορεί να ειδωθεί είτε σαν μια καθαρή περιπέτεια που, κατά τη γνώμη μου, στέκει ακόμα, δίχως πολλά - πολλά γιατί και πώς, είτε σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη χαρακτήρων και σχέσεων. Όπως και να το κάνουμε, θα άξιζε να του "ρίξετε μια ματιά".

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2012

ΟΙ "ΜΕΣΟΤΟΙΧΙΕΣ" ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Ο αργεντινός Gustavo Taretto είναι, μαθαίνω, μικρομηκάς και διαφημιστής. Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πάντως, τις "Μεσοτοιχίες" (Medianeras) του 2012, αποδεικνύεται αν μη τι άλλο εξαιρετικά φρέσκος και πρωτότυπος.
Η ταινία είναι μια (ακόμα) ρομαντική κομεντί. Δύο νέοι άνθρωποι, μοναχικοί, με παραξενιές, με αδιέξοδους έρωτες στο παρελθόν τους, ζουν σχεδόν απέναντι, αλλά δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Και εδώ αρχίζουν οι πρωτοτυπίες. Όλες οι κομεντί του κόσμου μας δείχνουν πώς συναντιούνται, τις φάσεις της γνωριμίας ή του έρωτά τους, την κοινή (ή μη) ζωή τους κλπ. Ε, λοιπόν η ταινία αυτή επιλέγει να μας δείξει το πώς... δεν συναντιούνται, πώς επί δύο ώρες αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, πώς μια σειρά συμπτώσεων συμβάλλει σ' αυτό. Και όλα αυτά ενώ, όπως βλέπουμε εμείς οι θεατές, είναι απόλυτα προορισμένοι ο ένας για τον άλλον, ζουν παράλληλα δίχως να εφάπτονται, κάνουν και γουστάρουν τα ίδια πράγματα, αλλά... Φυσικά ο ρομαντισμός υπάρχει, και η τρυφερότητα και η συγκίνηση θα έρθουν, μέχρι τότε όμως έχουμε απολαύσει μια από τις πλέον πρωτότυπες κομεντί.
Το έξυπνο στόρι πάντως, το (πικρό συχνά) χιούμορ, η ευχάριστη παρακολούθηση, αποτελούν ένα μόνο μέρος της επιτυχίας της ταινίας. Γιατί ο Taretto χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές (ακόμα και ελάχιστα κινούμενα σχέδια), σχολιάζει έξυπνα και καίρια καταστάσεις της σύγχρονης ζωής που όλοι βιώνουμε καθημερινά, ίσως όμως να μη συνειδητοποιούμε τη σημασία τους. Η ζωή σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, η αρχιτεκτονική των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, το Interrnet και οι καθημερινές επιπτώσεις του στη ζωή μας, οι σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη, αυτό το "τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά" που φαίνεται να κυριαρχεί, η μοναξιά, η κατάθλιψη ακόμα που μοιάζει να παραμονεύει και πολλά, πολλά ακόμα μπαίνουν πανέξυπνα στο στόχαστρό του. Το Μπουένος Άιρες, που μοιάζει να αγαπά και να μισεί ταυτόχρονα, και το οποίο γνωρίζει καλά, είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί. Οι παρατηρήσεις του όμως ισχύουν για κάθε σύγχρονη μεγαλούπολη.
 Προσωπικά το ευχαριστήθηκα πολύ και, όπως είπα, βρήκα το φιλμ ένα από τα πιο πρωτότυπα σε ένα κορεσμένο σχεδόν και συχνά βαρετό είδος. Να όμως που ποτέ δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να αποκαλέσει κάτι "κορεσμένο".

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ, ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΣΤΟ "CANNONBALL"

Είχα ακούσει για το "Cannonball" του 1976, αλλά δεν είχα δει την ταινία. Το έκανα τώρα και απογοητεύτηκα οικτρά. Το φιλμ γύρισε ο Paul Bartel (1938-2000), ένας ούτως ή άλλως μέτριος σκηνοθέτης, ο Ντέιβιντ Καραντάιν πρωταγωνιστεί και έχουμε να κάνουμε με ένα σαφώς κακό b-movie (σαφώς για μένα τουλάχιστον).
Η ταινία παρακολουθεί ένα παράνομο ράλι που γίνεται κάθε χρόνο από τη μια άκρη των ΗΠΑ στην άλλη. Η αμοιβή του νικητή είναι υψηλή, τα (παράνομα πάντοτε) στοιχήματα δίνουν και παίρνουν, οι μπάτσοι μάταια προσπαθούν να σταματήσουν τον "θεσμό", τα αυτοκίνητα και οι επιβάτες τους είναι πέρα για πέρα ετερόκλητοι (από ένα βαν με κοπέλες έως έναν κάντρι τραγουδιστή με τη μάνα του (!!!)... και ο αγώνας, με "χτυπήματα κάτω από τη μέση" και τη χρήση κάθε λογής αθέμιτων μέσων συνεχίζεται όσο διαρκεί το φιλμ.
Υποτίθεται ότι πρόκειται για ταινία δράσης με χιούμορ. Ούτε την παραμικρή αγωνία ένοιωσα όμως (το ποιος θα είναι τελικά ο νικητής μου φαινόταν παντελώς αδιάφορα) ούτε κατάφερα να (χαμο)γελάσω κάπου. Φταίει η έλλειψη ρυθμού, οι κάκιστες ηθοποιίες, οι αντιπαθείς φάτσες (πού διάολο τους βρήκανε όλους αυτούς;), το χοντροειδέστατο χιούμορ, το κακό, αφελέστατο και αναληθοφανές σενάριο με την απόλυτη έλλειψη πειστικόητας... ή όλα αυτά μαζί και πιθανόν άλλα τόσα που θα ανακαλύψετε... Και σα να μην έφταναν όλα, τα αυτοκίνητα εκρήγνυνται με το παραμικρό, και μάλιστα με θεαματικό και παντελώς ψεύτικο τρόπο, λες και όποιο αυτοκίνητο στουκάρει στοιχειωδώς γίνεται σε χρόνο dt παρανάλωμα του πυρός σα να είναι φορτωμένο δυναμίτες. Όσο για την καραμπόλα προς το τέλος, μου φάνηκε τόσο γελοία και άνευ λόγου μέρα μεσημερι, που σχεδόν δεν πίστευα στα μάτια μου.
Υπάρχουν εξαιρετικά b-movies, που πραγματικά αξίζουν τον κόπο. Το "Cannonball!", με την κλωτσοπατινάδα, τα ψεύτικα αυτοκινητοκυνηγητά και το κρύο χιούμορ, δεν νομίζω ότι συγκαταλλέγεται σε καμία περίπτωση σ΄αυτά. Εκτός πια κι αν είστε τρελός φαν των αμερικάνικων αυτοκινήτων των 70ς και το δείτε με το μάτι εξπέρ γκαραζιέρη, οπότε ίσως θαυμάσετε το "φοβερό μοντέλο τάδε", που "έπιανε τόσα χιλιόμετρα" και "έβγαινε σ' αυτό το φοβερό χρώμα". Αλλά τότε είστε απόλυτα έτοιμος για δουλειά σε συνεργείο αυτοκινήτων και χάνετε το χρόνο σας βλέποντας σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2012

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

To "Appartamento ad Atene" (Διαμέρισμα στην Αθήνα) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε το 2011 ο ιταλός Ruggero Dipaola και έχει πολλαπλό ελληνικό ενδιαφέρον: Πρώτον αναφέρεται στην Αθήνα της Κατοχής, όταν δηλαδή η πόλη (και η χώρα φυσικά) υπέφεραν κάτω από τη ναζιστική κυριαρχία και, δεύτερον, πρωταγωνιστεί ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ο οποίος μάλιστα είναι και πολύ καλός και μιλά και καλά ιταλικά.
Βρισκόμαστε λοιπόν στην Κατοχή και μια μάλλον εύπορη ελληνική οικογένεια, που διαθέτει ωραίο, διόροφο νεοκλασσικό σπίτι τα βγάζει κουτσά - στραβά, όπως όλοι τη μαύρη αυτή εποχή. Ώσπου το σπίτι επιτάσσεται. Δεν διώχνεται μεν η οικογένεια, αλλά εκεί εγκαθίσταται ένας σκληρός ναζί υψηλόβαθμος αξιωματικός - ένα κάθαρμα για να είμαστε ακριβείς, κρατά για τον εαυτό του τα καλύτερα δωμάτια του σπιτιού και πολύ σύντομα ολόκληρη η οικογένεια (ζεύγος και δύο παιδιά, ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας και ένα λίγο μικρότερο αγόρι), μετατρέπονται σε υπηρέτες του. Καθώς ο ναζί υπερβαίνει εαυτόν σε ζήλο και τυπικότητα - με αρκετή δόση σαδισμού θα έλεγα - οι ταπεινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία παρακολουθεί τις πολύ διαφορετικές αντιδράσεις των καταπιεσμένων μελών της ελληνικής οικογένειας, σκιτσάρει τους χαρακτήρες τους, κινείται διαρκώς στην κόψη της τραγωδίας που απειλεί να ξεσπάσει σε κάθε τεταμένο λεπτό, και, τελικά, κερδίζει νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή. Στα συν για μένα η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων: Δεν υπάρχουν μόνο ήρωες και δειλοί, καλοί και κακοί. Όλα βρίσκονται πολύ μακριά από ψευδοηρωισμούς και άλλα τέτοια. Είναι λοιπόν δύσκολο να αποφασίσεις αν ο πάτερ φαμίλας, με τους συμβιβασμούς που κάνει, πρέπει να χαρακτηριστεί δειλός ή σοφός, αφού καταφέρνει να κρατά τις πολύ δύσκολες ισορροπίες. Ο ναζί πάλι είναι μεν καθίκι, αλλά το φιλμ δεν διστάζει να δείξει και τις ανθρώπινες πλευρές του, ιδιαίτερα όταν πλήττεται από μια προσωπική τραγωδία. Και το σασπένς είναι καλά δοσμένο μέχρι το τραγικό φινάλε, αφού η μπόρα μπορεί να ξεσπάσει ανά κάθε στιγμή.
 Δεν μπορώ για μια ακόμα φορά να μην αναλογιστώ την ιδιαιτερότητα της ναζιστικής θηριωδίας: Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι όλα αυτά διαπράχτηκαν από μορφωμένους ανθρώπους, με πλούσια κουλτούρα και παράδοση πίσω τους, (στην μόρφωση και τα ενδιαφέροντά τους άλλωστε οφείλεται η φιλία ανάμεσα στον θύτη και το θύμα που πάει να αναπτυχτεί προς στιγμήν). Το μεγαλύτερο έγκλημα λοιπόν του 20ού αιώνα διαπράχτηκε από έναν από τους πλέον πνευματικά ανεπτυγμένους λαούς του πλανήτη. Αν αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα, τι είναι;
Καλό φιλμ, που δίχως να είναι αριστουργηματικό, νομίζω ότι αξίζει να το ψάξετε. Και λόγω του έντονου ελληνικού ενδιαφέροντος που προείπαμε.

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ... ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ

Αν θέλετε μια καθαρά προσωπική γνώμη, το "Moonrise Kingdom" (Έρωτας του Φεγγαριού, 2012) του Wes Anderson, είναι η ταινία του που μου αρέσει περισσότερο. Αυτή που διασκέδασα περισσότερο και, ίσως, η πιο τολμηρή του.
Ο συγκεκριμένος Anderson (γιατί, ως γνωστόν, υπάρχουν πολλοί), έκανε πάντοτε ένα πολύ δικό του σινεμά, βασισμένο σε ένα σχεδόν παράλογο χιούμορ, πλημμυρισμένο με εξωφρενικές καταστάσεις. Το αλλόκοτο - στην χιουμορστική εκδοχή του - μοιάζει κυρίως να τον ενδιαφέρει.
Στο "Moonlrise Kingdom" λοιπόν καταπιάνεται με μια πολύ τολμηρή ιδέα: Τον έρωτα δύο δωδεκάχρονων παιδιών στη δεκαετία του 60. Ρομαντικό έρωτα, που δείχνει ότι θα κρατήσει για πάντα, δίχως να απουσιάζει το σαρκικό στοιχείο. Και εδώ εισβάλλουν οι (υπόλοιπες )παραξενιές: Τα παιδιά είναι και τα δύο αυτό που οι άλλοι χαρακτηρίζουν "προβληματικά" ή, τέλος πάντων, δεν είναι συνηθισμένα. Η όλη ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί, από τη μια άκρη του οποίου στην άλλη συμβαίνουν όλα. Η οικογένεια του κοριτσιού είναι... κάπως, ενώ το αγόρι είναι πρόσκοπος και μένει σε προσκοπικό καταυλισμό (οι πρόσκοποι θα παίξουν κομβικό ρόλο στο φιλμ). Τα ερωτευμένα παιδιά θα ζήσουν σαν Ροβινσώνες, αλλά μέχρι τα μισά περίπου. Μετά άλλες ανατροπές έρχονται.
Αυτό που συμβάλλει στο όλο παράξενο κλίμα της ταινίας είναι η παράδοξη κινηματογράφηση του Άντερσον. Το αρχικό τράβελινγκ στο σπίτι της οικογένειας με τα πολλά μέλη είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό, η εικόνα του συχνά ασυνήθιστη. Όσο για τα γεγονότα... ε, εκεί φτάνουμε συχνά στα όρια του σουρεαλισμού. Οι χαρακτήρες είναι απίστευτοι (και συχνά άκρως διασκεδαστικοί) και γενικά κυριαρχεί η αίσθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν.
Συχνά στα φιλμ του Άντερσον, ενώ διασκεδάζεις, μένεις με ένα ερώτημα: Ωραίο όλο αυτό, αλλά γιατί έγινε; Υπάρχει κάποιο περιεχόμενο ή μόνο μια πολύ προσωπική, ιδιόρυθμη αίσθηση χιούμορ; Αυτό που με γοήτευσε όμως στο συγκεκριμένο φιλμ είναι ο συνδυασμός της ανάλαφρης αίσθησης, του παιχνιδιάρικου κλίματος, των απίθανων γεγονότων, των "κουφών" ηρώων, με την τολμηρότητα του θέματος, αλλά και με την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό σχεδόν που ενυπάρχει. Με διαφορετική σκηνοθετική άποψη η ιστορία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να μετατραπεί σε βαρύ δράμα. Ο Άντερσον όμως το διασκεδάζει με το προσωπικό του ύφος και, σας το επαναλαμβάνω, μαζί του το διασκέδασα κι εγώ. Όσο δεν παίρνει.
ΥΓ: Να σημειώσω και το απίστευτο καστ: Μπιλ Μάρεϊ, Τίλντα Σουίντον, Μπρους Γουίλις, Φράνσις Μακ Ντέρμοντ, Έντουαρντ Νόρτον. Όλοι φαίνεται θέλουν να έχουν έναν, έστω και δεύτερο ρόλο σε κάποιο φιλμ του.

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2012

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ "ΣΑΜΟΥΡΑΪ"

Έχει συχνά ειπωθεί ότι η ταινία "Le Samourai" ("Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο" στα ελληνικά), που γύρισε το 1967 ο Jean-Pierre Melville είναι το συνώνυμο της κινηματογραφικής κομψότητας και ότι "συμπυκνώνει όλο το φιλμ νουάρ".
Ένας αλάνθαστος μέχρι τώρα επαγγελματίας δολοφόνος, ψυχρός, ακριβής, τελετουργικός σχεδόν, κάνει το πρώτο λάθος της καριέρας του: Αφήνει να υπάρξει ένας μάρτυρας που τον βλέπει καθώς φεύγει από τον τόπο της δολοφονίας. Από εκεί και πέρα ο κλοιός αρχίζει αργά και σταθερά να σφίγγει γύρω του κι εκείνος να οδεύει προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτό είναι η λιτότητα και η ακρίβεια στην κινηματογραφική έκφραση του Melville. Κάθε τι περιττό αφαιρείται. Όλα γίνονται με απίστευτη ακρίβεια και αυστηρότητα, ψυχρότητα θα λέγαμε, καθώς ο δημιουργός επιλέγει να κρατήσει μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Η αυστηρότητα αυτή και ο εσωτερικός κώδικας τιμής του ήρωα είναι που τον κάνει να θυμίζει σαμουράι. Η εικόνα κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος. Οι διάλογοι είναι λίγοι και μόνο οι απαραίτητοι. Ο δολοφόνος είναι σχεδόν βουβός. Αλλά να που μερικές φορές δεν χρειάζονται λόγια για να εκφράσουν κάτι... Ο Αλέν Ντελόν, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, ψυχρός, αγέλαστος, μοιάζει να γεμίζει την οθόνη με τη συνεχή σχεδόν παρουσία του. Το όλο κλίμα μου θυμίζει ταινίες του συμπατριώτη τού Μελβίλ Ρομπέρ Μπρεσόν όσο αφορά την αυστηρότητα και τη λιτότητα της έκφρασης.
Ένα άλλο στοιχείο,  που γίνεται σχεδόν τρομακτικό, είναι η απόλυτη μοναξιά του ήρωα. Ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα, που κι αυτό, όπως όλο το φιλμ, περιέχει μόνο τα απολύτως απαραίτητα, μας κάνει να αναρωτηθούμε γιατί τα κάνει όλα αυτά, πού βρίσκεται η απόλαυση (η όποια απόλαυση) στη ζωή του. Ίσως η πηγή της, σκέφομαι τελικά, να είναι η αυτή καθ' εαυτή η πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του, η άτεγκτη τήρηση κανόνων, το καθημερινό τελετουργικό που ακολουθεί, ο κώδικας τιμής, πράγματα που θα τηρηθούν απαρέγκλιτα ως το αναπόφευκτο τέλος.
 Σίγουρα πρόκειται για κινηματογραφικό κομψοτέχνημα. Και σίγουρα θα ξενίσει θεατές εθισμένους στην αμερικάνικη "περιπετειώδη" ματιά, με τη διαρκή δράση και τους τόνους αδρεναλίνης, το πιστολίδι και τον θόρυβο. Είπαμε ότι εδώ τα πάντα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Αυτό όμως είναι και το στίγμα του δημιουργού, η προσωπική σφραγίδα του Μελβίλ. Ο οποίος, βεβαίως, λάτρευε το αμερικάνικο νουάρ, αλλά το προσάρμοσε με τα φιλμ του στα δικά του μέτρα και τη δική του προσωπική αισθητική. Αυτό όμως δεν κάνει κάθε μεγάλος δημιουργός;

eXTReMe Tracker