Τετάρτη, Μαΐου 30, 2012

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Θα σας πω κάτι προσωπικό: Όταν ήμουν κάπου στην Α' Δημοτικού είχα δει το "Ταξίδι στο Κέντρο της Γης" του Henry Levin (1909-1980), που γυρίστηκε το 1959, και είχα ενθουσιαστεί. Θυμάμαι ότι ήταν για καιρό η αγαπημένη μου ταινία. Ναι, αλλά ήμουν 6 χρονών...
Δεκαετίες μετά επιχείρησα να ξαναδώ το φιλμ. Το βρήκα από τα αφελέστερα πράγματα που έχω δει ever. Και καμιά νοσταλγία δεν μπορούσε να αλλάξει αυτή μου την αίσθηση. Ο Levin άλλωστε είναι από τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες - τεχνίτες που επί δεκαετίες έχουν καταπιαστεί με τα πάντα, με ελαφρά έφεση στην παιδική φαντασία ("Παραμύθια των Αφών Γκριμ" και τετοια). Ποτέ δεν κατάφερε ωστόσο να κάνει μια ταινία που να ξεχωρίσει.
 Το συγκεκριμένο φιλμ είναι βέβαια μια από τις μεταφορές στην οθόνη του γνωστού μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν και η αφέλεια που λέγαμε ξεχειλίζει από παντού! Δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω. Από τον τρόπο που ανεβαίνουν - κατεβαίνουν στο κέντρο της γης, από τα κιτς σκηνικά με τις πολύχρωμες πολύτιμες πέτρες να στραφταλίζουν, από τις ηθοποιίες, από την ανεκδιήγητη συμπεριφορά των ηρώων, από την κυριολεκτικά ανύπαρκτη ψυχολογία τους (στοιχειωδέστατη ψυχολογία απαιτούσα από ένα τέτοιο φιλμ, όχι φυσικά κάτι βαθύτερο)... Η σύζυγος, ας πούμε, ενός επιστήμονα μαθαίνει ξαφνικά ότι ο άντρας της είναι νεκρός (τον οποίο αγαπά υποτίθεται) και την άλλη μέρα είναι πανέτοιμη - με τσαμπουκά μάλιστα - να πάρει μέρος σε μια επικίνδυνη και μακρόχρονη αποστολή στο άγνωστο (κατά τη διαρκεια της οποίας δεν χύνει ούτε ένα δάκρυ για τον μόλις αποβιώσαντα με τραγικό τρόπο σύζυγο). Την χαριστική βολή όμως δίνει ο ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής Πατ Μπουν, ο γνωστός σούπερ σταρ τραγουδιστής της εποχής, ο οποίος, σα να μην έφτανε η κάκιστη ηθοποιία του, τραγουδά κιόλας (σε ευτυχώς λίγα σημεία) με απίστευτα γλυκανάλατο τρόπο, αποτελώντας έτσι την επιτομή του όρου "ξενέρωτος". Γενικά τα πάντα κυλούν με άπειρα κενά και σεναριακές απορίες από έναν παρατηρητικό θεατή.
Το φιλμ σώζει κάπως ο άλλος πρωταγωνιστής, ο Τζέιμς Μέισον. Και, βέβαια, μπορεί κάποιος να είναι βέβαιος ότι τα σκηνικά και τα εφέ ήταν όντως πολύ εντυπωσιακά για την εποχή. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν και τους ενήλικους θεατές. Σήμερα νομίζω ότι η ταινία μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα μόνο από αρκετά μικρά παιδιά. Αναγνωρίζω βέβαια ότι και κάποιοι ενήλικοι μπορεί να γοητευτούν από την περισσή αφέλεια και την αθωότητα της παλιομοδίτικης περιπέτειας ή, πάλι, σε κάποιους να υπερισχύσει το νοσταλγικό συναίσθημα και να τη δουν με συμπάθεια, αναγνωρίζοντάς της μια για πάντα χαμένη παιδική αθωότητα. Δυστυχώς δεν κατάφερα να συγκαταλέγομαι σ' αυτούς.

Τρίτη, Μαΐου 29, 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΧΑΜΕΝΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ"

Ας ξεκινήσουμε με γενικότητες. Υπάρχουν ταινίες (και έργα τέχνης γενικότερα) που διαθέτουν μια παράδοξη ιδιότητα: Μπορούν να γοητεύουν παρά το ότι παραμένουν ακατανόητα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν μπορώ να αναλύσω ακριβώς τον μηχανισμό, αλλά αναμφισβήτητα συμβαίνει κάποιες φορές. Πιθανόν να παραμένουν ακατανόητα επειδή ο δημιουργός εκφράζεται στριφνά, δύσκολα, ίσως πάλι επειδή χρησιμοποιεί συνειδητά το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η γοητεία τους (προφανώς όχι όλων, κάποιων απ' αυτά), παραμένει ακαταμάχητη.
Αν κάποιος δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό, τότε ας μην κάνει τον κόπο να δει ταινίες όπως η "Χαμένη Λεωφόρος", που γύρισε το 1997 ο "βασιλιάς του παράλογου" David Lynch. Η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι από τις γοητευτικότερες ταινίες του έστω και αν στερείται ειρμού. Άλλωστε ο Lynch είχε φανερώσει αυτές του τις τάσεις από το πρώτο κιόλας φιλμ του, το "Eraserhead" και μετά τη "Λεωφόρο" συνέχισε ακάθεκτος με τα "Mullholand Drive" και "Inland Empire" (σημειωτέον ότι το τελευταίο δεν μου άρεσε καθόλου, τα υπόλοιπα όμως...)
Η "Χαμένη Λεωφόρος" διαθέτει ένα άψογο κλίμα μυστηρίου από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Το νουάρ είναι πανταχού παρόν, οι υπαινιγμοί περί ψυχοπάθειας του ήρωα το ίδιο, οι μεταφυσικές αναφορές άμεσες (ο μυστηριώδης, ανατριχιαστικός τύπος που εμφανίζεται κατά καιρούς και μοιάζει να κινεί τα νήματα είναι πολύ εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι άλλος από τον διάβολο). Ξεκινά σαν μια ίστορία μυστηρίου, όπου περιμένεις ότι το ζεύγος θα προσπαθήσει κατά τη διάρκεια του φιλμ να λύσει την μυστηριώδη κινηματογράφηση του εσωτερικού του ίδιου του σπιτιού από κάποιον άγνωστο και πολύ σύντομα απογειώνεται στο απόλυτα παράλογο - που κορυφώνεται κάπου στα μισά με τη μεταμόρφωση του ήρωα σε κάποιον άλλον και το ξεκίνημα μιας διαφορετικής ιστορίας, η οποία όμως θα συναντήσει προς το τέλος την αρχική, δίχως όμως να ξεκαθαρίζει ή να λύνει οτιδήποτε.
Μάλιστα. Εικασίες για το τι σημαίνουν όλα αυτά ή την εξήγηση της όλης ιστορίας; Άπειρες και μάλλον όλες ανολοκλήρωτες, γιατί ό,τι και να υποθέσεις θα παραμένουν σκοτεινά σημεία. Δεν νομίζω όμως ότι έχει νόημα η όποια εξήγηση για ένα φιλμ όπου το παράλογο και το σουρεαλιστικό στοιχείο συνειδητά έχουν τον πρώτο ρόλο. Μάλλον τείνω να πιστέψω ότι ούτε ο ίδιος ο δημιουργός είχε καμιά ξεκάθαρη εξήγηση στο μυαλό του. Υπάρχουν όμως η εξαιρετική ατμόσφαιρα, η θαυμάσια μουσική, η διαρκής ένταση που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα έστω κι αν δεν αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς συμβαίνει, ο πανταχού παρόν ερωτισμός... και η φοβερή ικανότητα του Λιντς να προκαλεί ανησυχία κινηματογραφώντας, ας πούμε, λεπτομέρειες από τα πιο κοινότυπα αντικείμενα στο εσωτερικού ενός συνηθισμένου σπιτιού.
Όλα αυτά, και πολλά άλλα που ίσως ανακαλύψετε, εξασκούν σε μένα τουλάχιστον μια ακαταμάχητη γοητεία. Η συμβουλή μου είναι να πάψετε να κουράζετε το μυαλό σας ψάχνοντας για εξηγήσεις των όσων ακατανόητων συμβαίνουν και να αφεθείτε στην ατμόσφαιρα και τη γοητεία του φιλμ. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε και σας εκνευρίζει η ύπαρξη μη-λύσης (ή η μη-ύπαρξη λύσης), καλύτερα να μην ξεκινήσετε καν να το βλέπετε.

Κυριακή, Μαΐου 27, 2012

Ο ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Δεν νομίζω ότι ο βρετανός Brian Gilbert είναι και πολύ σημαντικός σκηνοθέτης. Το 1997 μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του ποιητή και συγγραφέα Όσκαρ Γουάιλντ με τίτλο "Wilde" ("Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ" στα ελληνικά) και νομίζω ότι μάλλον ρουτινιάρικη θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την ταινία.
Ρουτινιάρικη; Με τόσο "αλατοπίπερο"; Ο Γουάιλντ, παντρεμένος, με δύο παιδιά, πετυχημένος λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας, διάσημος, δανδής, εξαιρετικά πνευματώδης, μυείται από έναν φίλο του στην ομοφυλοφιλία και από τότε αλλάζει εντελώς σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ταινία παρακολουθεί τις περιπέτειές του με άντρες, μέχρι τον μοιραίο του έρωτα με έναν νεαρό ευγενή, παθιασμένο και αντιφατικό χαρακτήρα, συχνά σκληρό και άδικο, που θα τον οδηγήσει στη φυλακή και την καταστροφή. Ουσιαστικά βέβαια πληρώνει την αντισυμβατικότητά του, την ειλικρίνεια αν θέλετε, την έλλειψη δισταγμού να προκαλεί σκάνδαλο, καθώς δηλώνει φανερά την προτίμησή του στους άντρες στο Λονδίνο του 19ου αιώνα! Τόλμη; Αναμφισβήτητα. Σε μια απόλυτα συντηρητική και υποκριτική κοινωνία όμως οι επιπτώσεις θα είναι δυσβάσταχτες.
Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (Ρόμπερτ Φράι, Τζουντ Λο, Βανέσα Ρεντγκρέιβ κλπ.) και οι ερωτικές σκηνές δεν λείπουν. Ωστόσο η ταινία μου φάνηκε μάλλον βαρετή. Ίσως φταίει η επίπεδη κινηματογράφηση, ίσως η έλλειψη κορυφώσεων και έντασης, η συμβατικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται κινηματογραφικά ένα τόσο αντισυμβατικό θέμα. Ίσως πάλι να φταίει το ότι το θέμα είναι γνωστό από τη αρχή, οπότε λείπει κάθε έννοια σασπένς - αν και αυτό δεν μπορεί να αποτελεί από μόνο του αιτία, αφού πολλές γνωστές σε μας εκ των προτέρων ιστορίες (βιογραφίες ή μη) έχουν γίνει εξαιρετικά φιλμ. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι μου φάνηκε αρκετά μεγαλύτερη απ' όσο στην πραγματικότητα είναι (110΄ δηλαδή). Η αναπαράσταση της εποχής είναι μπορεί να είναι σωστή, για τους ηθοποιούς είπαμε, αλλά να που δεν φτάνουν μόνο αυτά. Μερικές φορές η επαγγελματικότητα και η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν είναι αρκετές για να δώσουν κάτι αληθινά ζωντανό...

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012

ΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ, ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

Ο Po-Chih Leong είναι κινέζος και γύρισε αρκετές ταινίες στο Χονγκ Κονγκ πριν έρθει στην Αμερική, κάνει το 1998 τη "Σοφία των Κροκοδείλων" και στη συνέχεια ψιλοεξαφανιστεί, εκτός από κάποιες μάλλον κακές (δεν τις έχω δει) ταινίες που βγήκαν κατευθείαν σε βίντεο. Κρίμα, γιατί η ταινία που μας ενδιαφέρει εδώ είναι, νομίζω, αξιόλογη.
Έχουμε δει, πριν και μετά τους "Κροκόδειλους", πάμπολλες ταινίες με βρικόλακες, και μάλιστα πολλές απ' αυτές επικεντρωμένες στο θέμα της αγάπης ανάμεσα στο "τέρας" και κάποιο άλλο πρόσωπο. Ωστόσο λίγες απ' αυτές διαθέτουν κατά τη γνώμη μου τη δύναμη  του συγκεκριμένου φιλμ.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως εφέ και πολλές εντυπωσιακές σκηνές (δράσης ή άλλου είδους). Επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ήρωα (του νέου τότε Τζουντ Λο), τον οποίο παρακολουθούμε στην καθημερινή του ζωή. Σιγά - σιγά μας αποκαλύπτεται η πραγματική του φύση, αλλά και το βαθύτατο δράμα του. Το ον αυτό έχει περισσότερες αρετές παρά αρνητικά σημεία και, πάνω απ' όλα, μισεί αυτό που είναι. Καθώς η ψυχική του κατάσταση ξεδιπλώνεται αργά, το φιλμ κατάφερε να μου αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον και να με κάνει να συμπάσχω. Το κυρίαρχο στοιχείο πάντως είναι ο έρωτας και η σχέση του ήρωα μ' αυτόν.
Υπάρχει λοιπόν έντονο ερωτικό στοιχείο στην ταινία, υπάρχει μια πανταχού παρούσα υποβλητική ατμόσφαιρα, υπάρχει και σχετική πρωτοτυπία - στα πλαίσια του συγκεκριμένου είδους πάντοτε. Να ξέρετε όμως ότι δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου - αν και η ατμόσφαιρα είναι σχετικά νοσηρή - και ότι οι ρυθμοί της θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αργοί - πράγμα που για μένα πρόσθεσε μάλλον στην υποβλητικότητά του δίχως να με κουράσει.
Αν έχετε βαρεθεί τις ταινίες με αιμοδιψείς βρικόλακες, κακά τέρατα και συνεχή "μπου", συνιστώ το φιλμ σαν μια εναλλακτική εκδοχή, σαν μια ιδιαίτερη, σπαρακτική ματιά σε ένα σχεδόν κορεσμένο θέμα. Όσο για το τέλος, μάλλον θυμίζει μια αρκετά μεταγενέστερη και επίσης καλή ταινία με σχετικό θέμα. Ας μη σας πω όμως περισσότερα. Απλώς να θυμάστε ότι το να είσαι τέρας δεν είναι πάντοτε επιλογή σου...

Κυριακή, Μαΐου 20, 2012

IDIOCRACY: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ

Το 2006 ο Mike Judge (σκηνοθέτης των γνωστών τηλεοπτικών Beavis and Butthead) γυρίζει το "Idiocracy", μια από τις σχετικά σπάνιες κωμωδίες επιστημονικής φαντασίας. Η ταινία διαθέτει πρωτότυπη ιδέα, σατιρίζει αμείλικτα τον σύγχρονο αμερικάνικο τρόπο ζωής, αλλά έχει και τα προβλήματά της.
Η ανθρωπότητα, λόγω της καλπάζουσας τεχνολογίας και του ότι βρίσκει τα πάντα έτοιμα, αρχίζει να "ρίχνει" σταδιακά το μέσο IQ της. Δύο δείγματα (άντρας - γυναίκα) τυπικού "μέσου ανθρώπου" (βλέπε βλάκα) καταψύχονται για πειραματικούς λόγους, μετά από ένα ατύχημα όμως ξεχνιούνται και ξυπνάνε κάτι αιώνες μετά, για να βρεθούν σε έναν κόσμο όπου το μέσο IQ είναι δραματικά χαμηλό, κοινώς σε μια κοινωνία ηλιθίων. Στην οποία βέβαια, οι δύο αυτοί ηλίθιοι με τα σημερινά δεδομένα φαντάζουν ως οι εξυπνότεροι άνθρωποι στον κόσμο και καλούνται να δώσουν λύσεις σε προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Φυσικά πρόκειται για άγρια σάτιρα της σημερινής Αμερικής. Διάφορες πτυχές του αμερικάνικου τρόπου ζωής καυτηριάζονται και, τελικά, βλέπουμε πόσο κοντά βρίσκονται αυτές στην καθαρή ηλιθιότητα. Η αποχαύνωση της τηλεόρασης, η σαγήνη και η πειθώ των διαφημίσεων, τα κάθε λογής ετοιματζίδικα fast food, η (ανύπαρκτη) πολιτικοποίηση των αμερικανών, η άρνηση κάθε σκέψης, αφού όλα παρέχονται έτοιμα, όλα βρίσκονται εδώ και σχολιάζονται, μερικές φορές απολαυστικά. Και παράλληλα με την καλπάζουσα ηλιθιότητα έρχεται βέβαια και η σχετική βαρβαρότητα. Εξέχουσα θέση πάντως στην πλάκα κατέχουν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και το πέριξ αυτού υπουργικό συμβούλιο, όπως και η "ταινία" η οποία σπάει ταμεία τη συγκεκριμένη περίοδο...
Φυσικά η αληθοφάνεια απουσιάζει παντελώς από το φιλμ (μια κοινωνία σαν αυτή που περιγράφεται με χιούμορ, πολύ απλά, θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει για τόσους αιώνες. Μέχρι πότε μπορούν να τρώνε από τα έτοιμα, αφού δεν παράγουν τίποτα απολύτως;) Το άλλο πρόβλημα είναι το χοντρό χιούμορ. Το οποίο βέβαια, εδώ είναι σεναριακά δικαιολογημένο αφού πηγάζει από πράξεις και λόγια ανθρώπων με πολύ χαμηλό IQ, αλλά συχνά γίνεται βαρετο και πολύ αμερικάνικο (ίσως και πάλι δικαιολογημένα, αφού αυτό ακριβώς σατιρίζεται). Αλλά ως θεατής σε μερικά σημεία υπέφερα.
 Είπαμε, έξυπνη και μάλλον πρωτότυπη ιδέα, αστείο σε αρκετά σημεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα αριστούργημα.

Παρασκευή, Μαΐου 18, 2012

Η ΣΤΕΠΠΑ, ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΕΛΙΟΥ

Αρκετές δεκαετίες πριν στη γείτονα Ιταλία άνθισε, ανάμεσα σε άλλα υποείδη, η "ιστορική ταινία", η λεγόμενη "χλαμύδα". Μη φανταστείτε φυσικά καμιά σοβαρή αντιμετώπιση της ιστορίας. Αν σκεφτείτε τη σειρά με τους Μασίστες θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε. Σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές μάλλον δεν βλέπονται, εκτός αν θέλετε πραγματικά να διασκεδάσετε με την αφέλειά τους (το λέω όσο πιο ευπρεπώς μπορώ).
Ένα παράδειγμα αποτελεί και ο "Ληστής της Στέππας" του 1964 (I Predoni della Steppa ο αυθεντικός τίτλος) του μάλλον άγνωστου Tanio Boccia (1912-1982), που υπογράφει το συγκεκριμένο φιλμ, όπως και πολλά άλλα δικά του, με το ψευδώνυμο Amerigo Anton, συνήθεια που, άγνωστο γιατί, υιοθετούσαν πολλοί ιταλοί σκηνοθέτες της εποχής. Βλέποντας την ταινία δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις (ερήμην των προθέσεων του δημιουργού βεβαίως).
Βρισκόμαστε κάπου στη στέππα, κάπου στο μεσαίωνα, υπάρχουν κάποιες φυλές και βασίλεια, κάπου αναφέρονται οι Τάρταροι (ως κακοί φυσικά), αλλά σε γενικές γραμμές τα πάντα είναι κάπως απροσδιόριστα. Η φυλή του γενναίου ήρωα κλέβει την κόρη του βασιλιά, η οποία είναι αραβωνιασμένη με το ζόρι με πανίσχυρο και μοχθηρό βάρβαρο που το μόνο που θέλει είναι να επεκτείνει το βασίλειό του εις βάρος των πάντων, εκείνη όμως, φυσικά, ερωτεύεται τον απαγωγέα της... και το γέλιο αρχίζει. Με μάχες, πολιορκίες, μονομαχίες και ηθοποιίες που κάθε μια τους ξεπερνά την προηγούμενη σε γελοιότητα.
Η ψυχολογία των ηρώων, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο ήρωας διώχνει σκαιά την ερωμένη του όταν ερωτεύεται την όμορφη πριγκίπισσα επειδή έτσι γουστάρει, κι όταν αυτή τους προδίδει από ζήλεια αφήνει να την εκτελέσουν αποδίδοντας... δικαιοσύνη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων καλεί τον πανίσχυρο βάρβαρο αρχηγό σε μονομαχία αντί της μάχης μεταξύ των στρατών τους, κι αυτός, με πρωτοφανή άνεση και ενώ τα στρατεύματά του έχουν σίγουρη τη νίκη δέχεται (η ίδια η μονομαχία βεβαίως αποτελεί άλλη μία πηγή γέλιου). Μια γυναίκα κλαίει γοερά επειδή το παιδί της είναι άρρωστο, ενώ προηγουμένως όλες οι γυναίκες της φυλής είχαν σηκωθεί σε χρόνο dt και είχαν μαζέψει τις σκηνές τους για να μετακομίσουν με πρωτοφανή ευκολία, ενώ οι μισοί άντρες της φυλής ειχαν σκοτωθεί, δίχως να χύσουν ούτε ένα δάκρυ... Κι αυτά είναι ελάχιστα από όσα θυμάμαι, αφού τέτοια υπέροχα συμβαίνουν κυριολεκτικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Καταλαβαίνετε ότι ο μόνος λόγος να το δείτε είναι ο άγριος χαβαλές. Παρέα, πίτσα και μια χαμένη βραδιά ή κάτι τέτοιο. Κι όμως, υπήρχαν πάμπολλα τέτοια φιλμ, που έκαναν επιτυχία και σημάδεψαν μια εποχή. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου... Αν πάντως καταφέρετε να την τελειώσετε, θα διαπιστώσετε ότι κακώς μόνο ο Εντ Γουντ έχει αποκτήσει τόση φήμη.

Κυριακή, Μαΐου 13, 2012

"ΠΛΑΣΤΟΙ" ΠΡΟΔΟΤΕΣ 'Η ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ο George Seaton (1911-1979) υπήρξε περισσότερο σεναριογράφος στο Χόλιγουντ (μερικές από τις γνωστότερες ταινίες των αδελφών Μαρξ είναι δικά του σενάρια), αλλά έχει γυρίσει και αρκετά φιλμ σαν σκηνοθέτης. Ένα από τα καλύτερά του κατά τη γνώμη μου είναι το "The Counterfeit Traitor" του 1962 (στην Ελλάδα είχε παιχτεί ως "Ο Μεγάλος Κατάσκοπος"). Βασίζεται σε αληθινή ιστορία (όχι ότι πιστεύουμε φυσικά ότι όσα βλέπουμε έγιναν ακριβώς έτσι) και διαδραματίζεται μεταξύ 1942 - 1945 στη Γεμανία και σε κάποιες σκανδιναβικές χώρες.
Η κατασκοπία των συμμάχων πλησιάζει έναν γνωστό αμερικανό επιχειρηματία που ζει και δραστηριοποιείται στην ουδέτερη Σουηδία και του προτείνει να δουλέψει σαν δικός τους κατάσκοπος. Εκείνος όμως στερείται παντελώς ιδεολογίας, τον ενδιαφέρει μόνο η δουλειά (γι' αυτό άλλωστε έχει έδρα τη Σουηδία, όπου μπορεί να κάνει μπίζνες με αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές). Οπότε, πολύ απλά, τον εκβιάζουν για να δεχτεί. Έτσι γίνεται κατάσκοπος των συμμάχων με το ζόρι. Κάπου μετά θα συνεργαστεί με μια άλλη κατάσκοπο των συμμάχων, που κάνει όμως ό,τι κάνει από ιδεολογία. Σιγά - σιγά η στάση του και οι ιδεολογικές του θέσεις αρχίζουν να αλλάζουν.
Η ταινία διαθέτει φοβερό σασπένς. Πολλές φορές, ενώ νομίζεις ότι τελειώνει, προκύπτει κι άλλη αγχωτική περιπλοκή, και μετά κι άλλη... μέχρι τέλους. Έτσι κατάφερε να με καθηλώσει απόλυτα. Ταυτόχρονα δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της ναζιστικής Γερμανίας, που, ενώ καταγράφει ανάγλυφα τη φρίκη, την καταπίεση και τη βαρβαρότητα που επικρατούν εκεί, βρίσκεται μακριά από τους μονοδιάστατους "κακούς ναζί" που έχουμε συνηθίσει. Σαφώς οι ναζί είναι οι κακοί (αυτό μας έλειπε), αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και ανθρώπινη διάσταση, όπως όλοι μας άλλωστε.
Το φιλμ όμως διαθέτει και πολλές άλλες αρετές: Αρχικά αρνείται ηρωισμούς και βολικά χάπι εντ (υπάρχει love story, αλλά...) και διαθέτει έναν ενδιαφέροντα ρεαλισμό: Δεν διστάζει, ας πούμε, να δείξει αντιπαθητικούς τους κατάσκοπους των συμμάχων στη Σουηδία. Συγχρόνως απομυθοποποιεί απόλυτα τη δουλειά των κατασκόπων. Λίγοι κινούνται με ιδεολογικά κριτήρια. Τόσο οι σύμμαχοι, όσο και οι ναζί, χρησιμοποιούν αδίστακτα τον εκβιασμό για να στρατολογήσουν παίχτες για το επικίνδυνο παιχνίδι τους. Οι περισσότεροι από τους εκατέρωθεν κατασκόπους δουλεύουν παρά τη θέλησή τους. Οι κάθε λογής εκβιασμοί λοιπόν είναι κυρίαρχοι στο παιχνίδι. Σημαντικότατη όμως είναι και η αντιπολεμική διάστασή, η οποία νομίζω ότι τελικά είναι αυτό που πάνω απ' όλα μένει στο θεατή. Ξεχάστε αυτοθυσίες και ηρωικές πράξεις: Ο πόλεμος είναι μια κόλαση. Και μάλιστα αυτό περνά άμεσα βλέποντας τις ανυπολόγιστες καταστροφές στη Γερμανία (αφού εκεί κυρίως διαδραματίζεται το φιλμ). Όταν κανείς αντικρίζει όλα αυτά, ξεχνά ποιος είναι ο "καλός" και ο "κακός". Υπάρχει μόνο ο θάνατος, η ερήμωση και η ανθρώπινη ηλιθιότητα και καταστροφικότητα.
Τη θεωρώ από τις πολύ καλές χολιγουντιανές ταινίες, με απροσδόκητες για όσα έχουμε συνηθίσει διαστάσεις. Δείτε το αν το βρείτε.
ΥΓ: Έναν μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο κρατά ο Κλάους Κίνσκι, που μόλις ξεκινούσε τότε. Και, όχι, δεν είναι ναζί.

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2012

ΤΟ "ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ" "ΜΙΚΡΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ"

Το "Μικρό Σπίτι στο Δάσος" (The Cabin in the Woods) του 2012 είναι η πρώτη ταινία του σεναριογράφου των "Lost", "Buffy" και λοιπών πετυχημένων σειρών Drew Goddard. Είναι φυσικά ταινία τρόμου και, ναι, μπορώ να το πω ότι σε μια εποχή παρακμής του είδους, είναι μια πρωτότυπη ταινία τρόμου.
Γιατί όμως τη χαρακτηρίζω "μεταμοντέρνα"; Μα επειδή οι αναφορές είναι το κυρίαρχο στοιχείο σ' αυτήν. Οι αναφορές όχι τόσο σε συγκεκριμένες άλλες ταινίες τρόμου, αλλά σε όλα τα "υποείδη" του είδους αυτού, ένα διαρκές παιχνίδι με όλα τα κλισέ του είδους δηλαδή.
Το φιλμ ξεκινά με την κλασική παρέα νεαρών που πάνε να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε απομονωμένη καλύβα κάπου στου διαόλου τη μάνα, μέσα στα δάση. Πόσες φορές το έχετε δει αυτό, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 70; Από την πρώτη κιόλας σκηνή όμως αυτό το κλασικότερο ίσως από τα κλισέ ανατρέπεται: Βλέπουμε (στην αρχή - αρχή επαναλαμβάνω, οπότε δεν σας κάνω spoiler) ότι όλο αυτό είναι στημένο. Κάποιοι, από κάπου, με σούπερ - ντούπερ μηχανήματα, κάμερες και δεν ξέρω τι άλλη φοβερή τεχνολογία παρακολουθούν ζωντανά την όλη φάση. Πρόκειται για εφιαλτικό ριάλιτι (εν αγνοία των δύστυχων πρωταγωνιστών;). Χμμμ... Κάποιες περίεργες ατάκες των παρακολουθούντων μας βάζουν από νωρίς την υποψία ότι κάτι άλλο, πιο περίεργο, συμβαίνει.
Στο μεταξύ οι αναφορές στα στάνταρς των ταινιών τρόμου δεν σταματούν. Τα μυστήρια που συμβαίνουν στην ξύλινη καλύβα, η τυπική καταπακτή που οδηγεί σε ένα τρομακτικό υπόγειο... κι έπειτα όλα - όλα ανεξαιρέτως - τα πλάσματα του φανταστικού: Βρικόλακες, φαντάσματα, ζόμπι, τέρατα, τα κλασικά κοριτσάκια - φαντάσματα του γιαπωνέζικου τρόμου, η λοβκραφτική μυθολογία και πολλά άλλα, όλα έχουν τη θέση τους στο φιλμ. Κι όλα δένουν στην τελική ιστορία.
Ίσως το τέλος να φανεί κάπως "κουφό" και η ανατροπή να είναι too much. Ίσως. Αλλά στο μεταξύ η ταινία είναι απολαυστική, ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) μένει στην άκρη του καθίσματος, και ταυτόχρονα καίγεται να μάθει τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Οπότε δεν έχουμε να κάνουμε με "τρόμο για τον τρόμο", όπου η μόνη μας έγνοια είναι ποιοι, πώς και πότε θα πεθάνουν. Εδώ έχουμε και καθαρά σεναριακό σασπένς. Και βέβαια - όχι ότι είναι απαραίτητο αυτό, το έχω πει πολλές φορές - τα εντυπωσιακά εφέ δεν λείπουν ούτε κι αυτά.
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Να επιτέλους κάτι πρωτότυπο και συγχρόνως παιχνιδιάρικο (με την έννοια του συνεχούς κλεισίματος του ματιού στον θεατή) σε ένα είδος από το οποίο δυστυχώς λίγα πράγματα πλέον περιμένω.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2012

"Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ" ΚΑΙ Η ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Το 2011 ο γάλλος Pierre Scholler γυρίζει τον "Υπουργό" (L'exercice de l'Etat), μια ταινία με ήρωα έναν υπουργό (Μεταφορών, αν θέλετε κι άλλες λεπτομέρειες), τον οποίο παρακολουθούμε τόσο στην εξάσκηση των καθηκόντων του όσο και στην προσωπική του ζωή. Αν και το θέμα δεν φαίνεται για πολλούς και πολύ ενδιαφέρον, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ μου άρεσε αρκετά.
Πρόκειται για μια ιδιόρυθμη μείξη σάτιρας και δράματος, ιδιωτικού και δημόσιου, επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Αλλά η κριτική του νομίζω ότι προχωρά αρκετά βαθιά.
Ο υπουργός μας κατ' αρχάς δεν είναι αυτό που λέμε "βρώμικος". Δεν είναι διεφθαρμένος, δεν δωροδοκείται, δεν δουλεύει για συμφάροντα άλλων. Έχει τις προσωπικές του απόψεις για διάφορα θέματα (δεν συμφωνεί, ας πούμε, με την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρομικών σταθμών που προωθούν άλλοι υπουργοί της ίδιας κυβέρνησης). Έτσι δεν μιλάμε για έναν υπουργό τύπου Τσοχατζόπουλου (συγνώμη για την επικαιρική αναφορά, είναι κάτι που δεν συνηθίζω καθόλου, όμως...), αλλά για έναν τουλάχιστον τίμιο υπουργό. Ταυτόχρονα, εκτός από το δυστύχημα προς το τέλος, δεν συμβαίνουν συγκλονιστικές συγκρούσεις και δράματα στην προσωπική του ζωή. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η εμμονή στην καθημερινότητά του, το άγχος της δουλειάς, αλλά και οι προσωπικές στιγμές (ο υπουργός κάνει έρωτα με την γυναίκα του, ο υπουργός ανακουφίζεται στην τουαλέτα, ο υπουργός πίνει λίγο παραπάνω κλπ.) τον κάνουν μάλλον συμπαθή και ανθρώπινο.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου η αξία της ταινίας. Δίχως να χρησιμοποιεί πιασάρικες συγκρούσεις και διλήμματα, μας δείχνει ακριβώς μέσα από τη καθημερινότητα (της δουλειάς του κυρίως) την απόλυτη έκπτωση των αξιών, την ουσιαστική ανηθικότητα, την πίεση που ασκείται, την κάθοδο στη ρουτίνα, τις καθημερινές υποχωρησεις που καλείται να κάνει... όλη την παρακμή και το βάλτωμα δηλαδή της πολιτικής. Ή, αν θέλετε, την απελπιστική φθορά και παρακμή της καθημερινότητας. Και ταυτόχρονα καταγράφει το πέρασμα (που δυστυχώς είναι επίκαιρο) της οικονομίας από το δημόσιο στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όσο για το προσωπικό επίπεδο... όλα είναι τυπικά και "καθώς πρέπει" κι εκεί, δίχως καμιά ευχάριστη έκπληξη. Κάθε άλλο. Η βαθιά μοναξιά του ηρωα, που βρίσκεται σε τόσο υψηλό αξίωμα, δίνεται ανάγλυφα (κάποια στιγμή, ψάχνοντας στο κινητότου μονολογεί: "4000 επαφές κι ούτε ένας φίλος"). Επίσης κάποια ονειρικά πλάνα, όνειρα ή φαντασίες του υπουργού, διακόπτουν την καθημερινότητα τις ίντριγκες, τα διαρκή τηλεφωνήματα, την πανταχού παρούσα ψυχοφθόρα απαίτηση για "ρεαλισμό" ή/και συμβιβασμό (αυτό σημαίνει ουσιαστικά). Είναι, ας πούμε, εντυπωσιακή η σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή της αρχής.
Η ταινία μου άρεσε λοιπόν γιατί κατάφερε να δώσει όλη τη μιζέρια της πολιτικής και της εξουσίας δίχως κραυγαλέες καταστάσεις και συγκρούσεις "ζωής ή θανάτου". Ακριβώς μέσα από την καθημερινότητα. Εκεί, τελικά, η σαπίλα και η μιζέρια φαίνονται περισσότερο.

Τρίτη, Μαΐου 08, 2012

Ο ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ "ΑΛΜΠΙΝΟΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ"

Το 1996 ο πολύ καλός ηθοποιός Kevin Spacey γυρίζει σαν σκηνοθέτης την πρώτη του ταινία, το "Albino Aligator" (από τότε το έχει επιχειρήσει μία ακόμα φορά).
Ψυχολογικό θρίλερ, το φιλμ μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του γνωστού ηθοποιού, αφού είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο στο εσωτερικό ενός μπαρ. Μια ομάδα μικροκακοποιών κυνηγιούνται (από παρεξήγηση) από την αστυνομία και στην απελπισία τους εισβάλουν σε ένα μπαρ κρατώντας ομήρους τους θαμώνες του για μια πολύ μακριά νύχτα, ενώ οι μπάτσοι τους έχουν περικυκλωμένους. Οι ήρωες, εκτός από τους τρεις κακοποιούς, είναι οι 6-7 τυχαίοι θαμώνες, ο καθένας με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα του και, κυρίως όσον αφορά την πλοκή, με τα μυστικά του. Αυτά τα μικρά ή μεγάλα μυστικά είναι που δημιουργούν τις ανατροπές που υπάρχουν στην ταινία.
Στην παράδοση των ταινιών "εσωτερικού χώρου" (κάτι σαν το παλιό "Petrified forest" ας πούμε), το φιλμ ξεδιπλώνει αργά τα κρυμένα μυστικά του και κρατά νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Οι πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες τόσο των εισβολέων όσο και των θαμώνων βοηθούν σ' αυτό, καθώς και το λαμπρό καστ των ηθοποιών: Φέι Νταναγουέι, Ματ Ντίλον, Γκάρι Σινίζ, Τζο Μαντένια, Βίγκο Μόρτενσεν είναι μερικοί απ' αυτούς. Το γενικό συμπέρασμα; Μην μπλέξεις. Αν το κάνεις, το πράγμα μπλέκει όλο και περισσότερο, σε ρουφά όλο και βαθύτερα, η βία γεννά βία και κάτι που ξεκινά σαν ένα μικρό παράπτωμα μπορεί να αποβεί πραγματικά ανεξέλεγκτο. Όταν μάλιστα ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας από τους εισβολείς είναι από την αρχή πληγωμένος και δεν μπορεί να επιβληθεί. Πέραν αυτού όμως το φιλμ εξετάζει τις ηθικές αντοχές του ατόμου. Πόσο μπορεί κανείς να αντέξει και πόσο ελαστική είναι αυτή η ηθική; Υπάρχουν τρόποι ή κίνητρα για να οδηγήσουν έναν συνηθισμένο άνθρωπο ακόμα και στο φόνο;
 Δίχως να πρόκειται για αριστούργημα, βρήκα την ταινία από τις καλές του είδους και τον Σπέισι ικανό σκηνοθέτη, τουλάχιστον τόσο όσο να κρατά τον ρυθμό στην ταινία και να διευθύνει σωστά τους ηθοποιούς. Αν σας αρέσουν λοιπόν τέτοιου είδους ταινίες να τη δείτε. Αν και γνωρίζω τη γνωστή γκρίνια: Γιατί η ιστορία αυτή να γυριστεί ταινία και να μην ανέβει ως μία καλή θεατρική παράσταση; Αν αυτό δεν σας πειράζει πάντως, νομίζω ότι το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του.

Κυριακή, Μαΐου 06, 2012

"ΟΙ ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ": 6 ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ

Ας το πάρω λοιπόν απόφαση: Το υπερηρωικό είδος δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Κάθε τρεις και λίγο ξεφυτρώνουν νέες ταινίες του, σίκουελ, πρίκουελ κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το λέω επειδή είναι ένα είδος που βαριέμαι, άλλοτε αφόρητα κι άλλοτε λιγότερο.
Οι "Εκδικητές" (The Avengers) του 2012 είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία του τηλεοπτικού ως επί το πλείστον σούπερ σταρ (σκηνοθέτη και κυρίως σεναριογράφου) Joss Whedon και ενώνει κάπμποσους από δαύτους: Iron Man, Hulk, Captain America, Thor, Black Widow... όλοι ως ομάδα, παρά τις διαφορές τους και τους εντελώς αταίριαστους χαρακτήρες τους, ενώνονται τελικά για να σώσουν για μια ακόμα φορά τη γη (η οποία, νομίζω, κινδυνεύει με αφανισμό κάθε σαββατοκύριακο ή κάτι τέτοιο). Αυτή τη φορά ο σούπερ-κακός είναι ο Λόκι, ο ετεροθαλής αδελφός του Θωρ, που ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια εξωγήινη εισβολή. Καθημερινές ιστορίες δηλαδή...
Τώρα, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η συγκεκριμένη ταινία είναι από τις καλές του είδους (αν σας αρέσει το είδος τέλος πάντων). Και καλογυρισμένη είναι και διασκεδαστική και με πολύ χιούμορ (ορισμένες σκηνές και ατάκες είναι όντως πολύ αστείες) και, φυσικά, ως μπλογκμπάστερ που σέβεται τον εαυτό του, διαθέτει εντυπωσιακά εφέ. Οι αναφορές δε τόσο στο ίδιο το είδος, όσο και σε πρόσωπα που κάνουν μικρές εμφανίσεις, δεν σταματούν. Στο μεγαλύτερο μέρος το φιλμ επικεντρώνεται στις μεταξύ των σούπερ ηρώων διαφορές, πράγμα που επιτρέπει να σχεδιαστούν οι εντελώς διαφορετικοί τους χαρακτήρες, και φυσικά, όπως είναι απόλυτα αναμενόμενο, όταν με τα χίλια ζόρια ενωθούν αρχίζει ο πραγματικός χαμός. Την παράσταση κλέβει νομίζω ο Iron Man, με τις δηλητηριώδεις ατάκες του, το εν γένει αντιηρωικό στιλ του (όχι όμως μέχρι τέλους) και την συνολική cool παρουσία του.
Εντάξει λοιπόν. Διασκεδάσαμε. Το κακό είναι ότι με όλες αυτές τις ταινίες (μερικοί Batman είναι εξαίρεση) ίσως διασκεδάζω όσο τις βλέπω, ίσως πάλι πλήττω αφόρητα, σίγουρα όμως λίγες ώρες (άντε, λίγες μέρες) μετά κάνω απόλυτο delete. Κάθε άποψη για το αν το νο 2 ήταν καλύτερο ή χειρότερο απ' το πρώτο ή αν ο τάδε Hulk μου άρεσε περισσότερο από τον δείνα Wolverine πάει περίπατο. Σαν να μην τα έχω δει. Αν δε αναλύσεις το φαινόμενο και ιδεολογικά, άστα να πάνε... Αλλά τώρα δεν νομίζω ότι είναι ώρα για τέτοιου είδους αναλύσεις.
Σας είπα όμως ότι θα υποστούμε το φαινόμενο για πολλά πολλά χρόνια ακόμα. Αφού η Marvel βγάζει λεφτά, και πολλά μάλιστα, κορόιδο είναι να σταματήσει;

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2012

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ "ΜΗΛΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ"

Ο δανέζικος κινηματογράφος αποτελεί παράδειγμα υγιούς κινηματογραφίας στην Ευρώπη, για μια τόσο μικρή χώρα τουλάχιστον. Το 2005 βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα πολύ ενδιαφέρον δείγμα του με τα "Μήλα του Αδάμ" του Anders Thomas Jensen, μια παράξενη... χμμμ... μάλλον κωμωδία θα έλεγα.
Ένας νεοναζί, αληθινό κάθαρμα, από αυτούς που θα αποκαλούσαμε "κακούς ανθρώπους", φτάνει σε μια απομονωμένη, εξοχική περιοχή όπου θα εκτίσει δουλεύοντας την ποινή του υπό την καθοδήγηση ενός παπά, ένα είδος υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας. Κι άλλα "φυντάνια" σαν κι αυτόν (όχι ναζί, αλλά διάφοροι όχι και πολύ καθαροί τύποι) ζουν εκεί. Σύντομα, παρά το ότι έχει τη μικρότερη δυνατή σχέση με όλους, θα διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με όλους αυτούς. Και όχι μόνο. Κάτι δεν πάει καλά και με τον ίδιο τον απόλυτα ατάραχο ό,τι κι αν συμβαίνει, ήρεμο και καλό παπά επικεφαλής. Μήπως όλοι πάσχουν από διάφορα είδη τρέλας;
Οι δύο παράταιροι χαρακτήρες θα έρθουν γρήγορα σε σύγκρουση. Ο παπάς όμως μοιάζει να ξεχνά σε δευτερόλεπτα όσα συμβαίνουν και να είναι ξανά καλοκάγαθος και αισιόδοξος. Γύρω τους, το τσίρκο των ασυνήθιστων ανθρώπινων χαρακτήρων κινείται και δρα με εξ ίσου απρόβλεπτους συχνά τρόπους.
Η ταινία, και εξ αιτίας αυτής της παράδοξης "πινακοθήκης" ηρώων, αλλά και για την εσωτερική ένταση που υποβόσκει, το υπόγειο χιούμορ και την απρόβλεπτη πλοκή, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Το τέλος μένει ανοιχτό σε συμπεράσματα. Είναι άραγε προτιμότερη η τρέλα, το ψέμα τέλος πάντων, όταν χάρη σ' αυτό αναμορφώνεται κάποιος; Έχει νόημα σε τέτοιες περιπτώσεις η απόλυτη φυγή από την πραγματικότητα; Μπορεί η επιμονή και η σε-βαθμό-παράνοιας-αισιοδοξία να φέρει αποτελέσματα; Το φιλμ μοιάζει να έχει μια γενική χριστιανική λογική, και οι σχετικοί συμβολισμοί δεν λείπουν, δεν είσαι όμως και απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, αφού συχνά αυτοσαρκάζεται ή αυτοανατρέπεται.
Όπως και να το κάνουμε, ό,τι συμπεράσματα κι αν βγάλετε, πρόκειται για ένα φιλμ που συνιστώ. Έστω και μόνο για την ασυνήθιστη οπτική του, έστω και αν οι απόψεις του μπορεί να θεωρηθούν αμφιλεγόμενες. Η πρωτοτυπία του νομίζω ότι θα σας αποζημειώσει.

Τρίτη, Μαΐου 01, 2012

ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ "ΧΙΟΝΙΑ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΟΤΕ

Ο γάλλος (από τη Μασαλία) Robert Guediguian μου ήταν άγνωστος, παρά το ότι έχει γυρίσει 17 ταινίες. Με τα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" όμως του 2011, κάνει ένα από τα καλύτερα φιλμ της χρονιάς και από τα πιο ζεστά και ανθρώπινα που έχω δει τα πολλά τελευταία χρόνια. Ο δημιουργός είναι ρεαλιστής, πολιτικοποιημένος, με καθημερινούς, στέρεους χαρακτήρες και ταυτόχρονα εξαιρετικά τρυφερός και ανθρώπινος και, επί πλέον, αισιόδοξος. Καταγράφει την καθημερινότητα με εξαιρετική οξυδέρκεια και συγχρόνως διαθέτει ένα πολύ δυνατό σενάριο, που, παρά τις καθημερινές, κοινές εικόνες, βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτό που θα αποκαλούσα "ντοκιμαντερίστικο" σινεμά.
Από την αρχή δηλώνεται ότι το πρωταγωνιστικό ζεύγος των πενηντακάτι ετών είναι αυτό που θα λέγαμε με απλό τρόπο "καλοί άνθρωποι". Εκείνος είναι εργάτης, συνδικαλιστής και έντονα πολιτικοποιημένος. Η ιστορία αρχίζει όταν απολύεται κατόπιν κλήρωσης από το εργοστάσιο μαζί με άλλους 20 συναδέλφους του. Αυτό όμως δεν είναι τόσο τραγικό. Ο ήρωάς μας προσπαθεί να συνηθίσει την υποχρεωτική αργία του, να την απολαμβάνει μάλιστα θα λέγαμε. Η πραγματική ιστορία αρχίζει όταν οι ήρωες και ένα φιλικό ζεύγος πέφτουν θύματα ληστείας. Εμείς ξέρουμε από την αρχή τον ένοχο, σύντομα όμως θα τον μάθει και ο ήρωάς μας. Και τότε τα διλήμματα και τα προβλήματα θα πολλαπλασιαστούν με γεωμετρική πρόοδο.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στην ταινία. Σπάνια νομίζω οι ουσιαστικές επιπτώσεις της κρίσης (πανταχού παρούσα και στη Γαλλία) έχουν δοθεί τόσο καλά και πολυσύνθετα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι αλυσιδωτές και πραγματικά μπορούν να καταστρέψουν την καθημερινή μας ζωή, να τινάξουν στον αέρα βεβαιότητες, πιστεύω και συνήθειες δεκαετιών. Ταυτόχρονα το φιλμ αρνείται κατηγορηματικά να χωρίσει τους ανθρώπους σε "καλούς" και "κακούς", πράγμα πάντοτε σχεδόν σχηματικό. Είναι απίστευτο, αλλά όλοι, οι καλοί άνθρωποι και οι εγκληματίες, έχουν από τη σκοπιά τους απόλυτο δίκιο. Άλλωστε τα λόγια που λέει ο ληστής στον πρωταγωνιστή στην τελευταία τους συνάντηση, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα είναι. Ίσα - ίσα, υποστηρίζουν μια άλλη άποψη, εξ ίσου σημαντική και ισχυρή με αυτή του ήρωα. Έτσι η πολιτικοποίηση του φιλμ είναι πραγματικά βαθιά και ουσιαστική: Το στραβό βρίσκεται στην κοινωνία και τις δομές της και όχι μέσα σε κάθε άνθρωπο - ή, τουλάχιστον, επαναλάβετε την παραπάνω πρόταση χρησιμοποιώντας μετά το "βρίσκεται" τη λέξη "κυρίως". Πιο ξεκάθαρη απόδειξη από όσα βλέπουμε δεν υπάρχει. Συγχρόνως η αισιοδοξία της, η βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος με καλή θέληση και αγώνα μπορεί να ξεπεράσει τις αντιξοότητες, η ανθρωπιά της, η βαθύτατη αγάπη της στη ζωή, στην ευτυχία του να είσαι ζωντανός και να απολαμβάνεις την καθημερινότητά σου, είναι εξ ίσου φανερές. Αλλά ακόμα κι αυτές οι θετικές αξίες συχνά τίθενται υπό αμφισβήτηση - εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα νομίζω. Σε μια κοινωνία που παραπαίει τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι εκ των προτέρων καλό ή κακό...
Σας βεβαιώνω ότι τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι "ξενέρωτο", όπως ίσως το έκανα να ακουστεί. Αν δειτε την ταινία θα πειστείτε γι΄αυτό. Η οποία, εξ άλλου, δεν κάνει καμιά κοιλιά και, προσωπικά τουλάχιστον, με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αφού διαθέτει ακόμα κι ένα είδος... θα το έλεγα... "κοινωνικού σασπένς".
Το είπα από την αρχή: Από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων για μένα.
Υ.Γ. Τη Μασσαλία την ανέφερα στην αρχή επειδή ουσιαστικά είναι κι αυτή από τους πρωταγωνιστές του φιλμ. Η λαϊκή αυτή πόλη αφήνει έντονα τη σφραγίδα και τη γεύση της σε όσα βλέπουμε.

eXTReMe Tracker