Κυριακή, Απριλίου 29, 2012

ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΣΤΗ "ΔΙΠΛΗ ΩΡΑ"

Η ιταλική ταινία "La Doppia Ora" (Η Διπλή Ώρα) του 2009 είναι η πρώτη του Giuseppe Capotondi. Πρόκειται για ένα σχετικά ενδιαφέρον θρίλερ, με πολλές ανατροπές, το οποίο φλερτάρει έντονα και με το μεταφυσικό στοιχείο.
Ένας χήρος γνωρίζει σε μια συγκέντρωση για μοναχικούς ανθρώπους μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται. Όλα πάνε καλά μεταξύ τους μέχρις ότου εκείνος την καλεί στη βίλα στην οποία δουλεύει σαν φύλακας. Μια ληστεία, ένας τραυματισμός, άλλα γεγονότα... και οι απορίες για την ταυτότητα και τον αληθινό εαυτό της γυναίκας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται.
Σας είπα ότι οι συνεχείς ανατροπές χαρακτηρίζουν το φιλμ αυτό. Εκτός αυτού όμως το χαρακτηρίζει και το παιχνίδι του με το μεταφυσικό στοιχείο, καθώς η ίδια η πραγματικότητα σε κάποια σημεία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler, πάντως όσα βλέπετε δεν είναι υποχρεωτικά η αλήθεια...
Αυτό όμως που είναι επίσης ενδιαφέρον είναι και το ψυχολογικό μέρος. Η ψυχολογία της ηρωίδας αλλάζει κι αυτή, συχνά ξαφνιάζοντας τον θεατή. Η αλήθεια και το ψέμα, το όνειρο και η πραγματικότητα, μπερδεύονται, και ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς νοιώθει εκείνη. Ακόμα και το τέλος είναι αρκετά αντισυμβατικό και μάλλον θα εκπλήξει τον θεατή με τον... θα τον χαρακτήριζα "κυνισμό" του. Ο κόσμος, βλέπετε, δεν είναι πάντοτε δίκαιος.
Νομίζω ότι το πρόβλημα του φιλμ είναι το ότι όλα αυτά μάλλον δεν γίνονται πολύ πιστευτά. Οι ανατροπές, κυρίως αυτές που αφορούν το παιχνίδι ρεαλιστικού - μεταφυσικού, προσωπικά δεν με έπεισαν. Πάντως η πρωταγωνίστρια Ksenia Rappaport είναι πολύ καλή και γενικά, να λάβουμε υπ' όψιν και το ότι ο σκηνοθέτης είναι πρωτοεμφανιζόμενος, πρόκειται για ένα θρίλερ που με κράτησε, που διαθέτει κάποια ασυνήθιστα στοιχεία (που δεν θα σας αποκαλύψω), δίχως όμως και να με ενθουσιάσει.

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2012

Η ΕΦΗΒΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΤΟ "ΑΝΑΨΕ ΜΕ"

To "Άναψέ με" του 2011 είναι μια νορβηγική ταινία της Jannicke Systad Jacobsen ("Fa meg pa, For Faen" είναι ο πρωτότυπος τίτλος), η οποία μέχρι τώρα έκανε ντοκιμαντέρ κι αυτή εδώ είναι η πρώτη της ταινία μυθοπλασίας. Διαδραματίζεται σε ένα μικρό, μίζερο νορβηγικο χωριό και παρακολουθεί την έντονη σεξουαλική αφύπνηση μιας όμορφης έφηβης μαθήτριας και τα όσα ακολουθούν.
Η ηρωίδα μένει με τη μητέρα της και το μυαλό της βρίσκεται συνεχώς στο σεξ (όπως και των περισσότερων παιδιών της ηλικίας της άλλωστε). Παίρνει ροζ τηλέφωνα, βλέπει κανένα πορνοπεριοδικό αν τα καταφέρει, αυνανίζεται και είναι ερωτευμένη με έναν ωραίο συμμαθητή της, ο οποίος επίσης μάλλον την καλοβλέπει. Ώσπου μια σεξουαλικής φύσης παρεξήγηση θα αλλάξει τη ζωή της, θα την κάνει δακτυλοδεικτούμενη και θα την απομονώσει.
Η ταινία παρακολουθεί το θέμα της ανάλαφρα, με αρκετές πινελιές χιούμορ και με ένα συνεχές μπρος - πίσω ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις ερωτικές φαντασιώσεις της ηρωίδας - σε ορισμένες σκηνές μάλιστα δεν είμαστε σίγουροι αν αυτό που βλέπουμε είναι πραγματικότητα ή το φαντάζεται η μικρή πρωταγωνίστρια. Ταυτόχρονα όμως είναι αρκετά τολμηρή (όχι, δεν δείχνει πολλά πράγματα αν αυτό σκεφτήκατε, λέει όμως και υπονοεί πολλά), λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταγράφει άμεσα το εφηβικό ερωτικό ξύπνημα, που πάνω απ' όλα έχει μια καθαρά σωματική και ορμονική προέλευση, συμβαίνει σε όλους και πολύ λίγο έχει να κάνει με ηθική και άλλα τέτοια καταπιεστικά συνήθως σχήματα. Και, φυσικά, για όσους ακόμα δεν το έχουν χωνέψει, συμβαίνει εξ ίσου σε άντρες και γυναίκες.
Το άλλο θέμα που επίσης καταγράφεται στο φιλμ είναι η μιζέρια της επαρχίας, τουλάχιστον μέσα από την οπτική της ούτως ή άλλως δύσκολης εφηβικής ηλικίας. Μιζέρια που τελικά είναι η ίδια είτε στην Ελλάδα ή την Αμερική είτε στην "ευνομούμενη" και "προχωρημένη" Σκανδιναβία. Τα περισσότερα παιδιά το μόνο που θέλουν είναι να φύγουν από εκεί, να βρεθούν στην πόλη (για σπουδές συνήθως). Το μικρό χωριό δεν τους προσφέρει τίποτα. Άλλωστε η φυγή είναι συνυφασμένη με την ελευθερία. Έβαλα εισαγωγικά στις παραπάνω δύο λέξεις επειδή, όπως θα διαπιστώσετε με έκπληξη ίσως, εκτός της επαρχιακής μιζέριας, η κοινωνία είναι εξ ίσου συντηρητική σε σεξουαλικά θέματα με την δική μας ή οποιαδήποτε άλλη. Ή τουλάχιστον αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στη νορβηγική επαρχία. Δεν θεωρώ το φιλμ κάτι πολύ σπουδαίο.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ωστόσο η ειλικρίνειά του, το διακριτικό χιούμορ και η καταγραφή των όσων ανέφερα παραπάνω νομίζω ότι το κάνουν σχετικά ενδιαφέρον.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012

Ο ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ ΣΕ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ!

Ο Όλιβερ Τουίστ σε μιούζικαλ; Κι όμως: Το 1968, ο εξαιρετικός Carol Reed (1906-1976) μετέφερε στην οθόνη την ήδη πετυχημένη θεατρική βερσιόν σε μιούζικαλ του πασίγνωστου μελοδραματικού και ηθικοπλαστικού μυθιστορήματος του Ντίκενς. Κι όχι μόνο αυτό. Το φιλμ έγινε επιτυχία και είχε μάλιστα σαρώσει τα Όσκαρ της χρονιάς εκείνης. Εδώ θα επαναλάβω για πολλοστή φορά αυτό που λέω πάντοτε όταν γράφω για κάποιο μιούζικαλ: Ξέρω πολύ καλά ότι πρόκειται για ένα σήμερα νεκρό ουσιαστικά είδος, το οποίο πολλοί απεχθάνονται και, όταν αντιληφτούν ότι ανήκει σ' αυτό, αλλάζουν ταινία. Είναι κατανοητό. Ωστόσο εγώ βλέπω με ευχαρίστηση κάποια από τα καλά δείγματά του. Για τους μάλλον λίγους φίλους του είδους λοιπόν, θα γράψω και γι' αυτό το φιλμ.
 Το "Oliver!" γυρίζεται σε μια εποχή που το είδος έχει ήδη παρακμάσει (μετά απ' αυτό τα μόνα αξιόλογα δείγματα είναι κατά τη γνώμη μου το "Καμπαρέ" και το "All tat Jazz", αμφότερα του Bob Fosse). Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με μια από τις τελευταίες αναλαμπές του. Πράγματι, το φιλμ - πάντοτε για τους φιλους των μιούζικαλ - βλεπεται με αρκετή απόλαυση μέχρι σήμερα. Η μουσική είναι συμπαθητική και ορισμένα από τα μουσικοχορευτικά νούμερα πολύ καλά και έξυπνα.
Η ταινία μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο η τραγική ιστορία του ορφανού και πάμφτωχου αγοριού αντιμετωπίζεται με μάλλον κωμικό, εύθυμο τρόπο. Ορφανοτροφείο, δραπέτευση, γνωριμία με τη συμμορία των μικρών κλεφτών... όλα σε κάνουν μάλλον να ευθυμήσεις παρά να στενοχωρηθείς με τις περιπέτειες του μικρού ήρωα. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα σοβαρεύουν και, εκτός του έντονα δραματικού στοιχείου, η ταινία αποκτά και αρκετό σασπένς, που κορυφώνεται προς το τέλος. Εκτός του μικρού πρωταγωνιστή, το φιλμ διαθέτει εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους, κυρίως τον Όλιβερ Ριντ στο ρόλο του "κακού" και τον θαυμάσιο Ρον Μούντι στο ρόλο του πονηρού αρχηγού των μικρών κλεφτών. Ταυτόχρονα, παρά τη μεταφορά σε μιούζικαλ, το πνεύμα του Ντίκενς δεν νομίζω ότι προδίδεται.
Γενικά, αν είστε φίλοι του είδους, η ταινία κατά τη γνώμη μου συνίσταται. Θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, κι ας είναι συχνά τραγικές οι περιπέτειες του άτυχου μικρού...

Τρίτη, Απριλίου 24, 2012

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ "MOON 44"

Το 1990 ο γερμανός Roland Emmerich, ένας από τους σκηνοθέτες που βαριέμαι αφόρητα, δεν είχε πάει ακόμα στο Χόλιγουντ για να κάνει τους διάφορους Γκοντζίλες, αλλά γύριζε ταινίες στη χώρα του. Το "Moon 44" είναι μεν αγγλόφωνο, αλλά είναι γερμανική παραγωγή. Φιλμ επιστημονικής φαντασίας, εμπλέκει τα συμφέροντα δύο διαγαλαξιακών πολυεθνικών που εκμεταλλεύονται ορυκτά πλανητών και βρίσκονται σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ τους, με τις μοίρες των ηρώων, που είναι σκληρά εργαζόμενοι στο "Φεγγάρι 44" και, δίχως να το ξέρουν, πρόκειται να δεχτούν άγρια επίθεση από την μία εταιρία. Οι εργαζόμενοι αποτελούνται από πιτσιρικάδες τεχνικούς και σκληροτάχηλους βαρυποινίτες που δέχονται την απάνθρωπη δουλειά εκεί με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Ανάμεσά τους και ένας πράκτορας της μιας εταιρίας, που πάει εκεί για να δει τι ακριβώς συμβαίνει στο φεγγάρι αυτό, όπου διάφορα πανάκριβα σκάφη εξαφανίζονται. Μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας, που λίγο διαφέρουν από κανονική φυλακή, ενώ το υπόλοιπο είναι οι κλασικές μάχες με σκάφη, οι κλασικές ηρωικές πράξεις με τις αναπόφευκτες στιγμές αυτοθυσίας και όλα τα σχετικά. Ίσως το πρώτο μέρος να έχει (σχετικά) κάπως μεγαλύτρο ενδιαφέρον.
Σχηματική ταινία, δίχως ιδιαίτερες πρωτοτυπίες, ίσως διασκεδάσει κάπως τους φανατικούς των περιπετειών - και δη των διαστημικών - εμένα πάντως ελάχιστα μου είπε. Και νομίζω ότι γίνεται και αρκετά αστεία όταν παρουσιάζει τον ήρωα, που υποτίθεται ότι είναι κι αυτός κατάδικος και προσπαθεί να καμουφλαριστεί και να περάσει απαρατήρητος, να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή σαν τη μύγα μεσ' το γάλα, καθώς, ανάμεσα σε σβατρσενεγκεροειδή κτήνη, αυτός διαβάζει ατάραχος βιβλία (Σέξπιρ μάλιστα και άλλα κλασικά)καπνίζοντας. Και τα γέλια γίνονται ακράτητα όταν μαθαίνουμε ότι το όνειρό του είναι να σπάσει το συμβόλαιό του με την εταιρία για να σπουδάσει ανενόχλητος... κλασική φιλολογία. Φανταστείτε δηλαδή τον Σβαρτσενεγκερ στα διαλείμματα μιας γκαγκαν περιπέτειας, να βγάζει από τον πολεμικό του σάκο ένα βιβλιαράκι και να διαβάζει ποιήση... Όσο για τους κακούς και τους προδότες, αυτοί έχουν ήδη αποκαλυφτεί κάπου στα μισά της ταινίας.
 Κάτι τέτοια βλέπει ο κόσμος και αποκτά κακή γνώμη για το είδος της επιστημονικής φαντασίας.
 Τέλος πάντων, θα τελειώσω λέγοντας ότι τον ρόλο του "κακού" διοικητή της βάσης του "Moon 44" παίζει ένας παρηκμασμένος και ήρωας όλο και χειρότερων ταινιών Μάλκολμ Μακ Ντόουελ.

Κυριακή, Απριλίου 22, 2012

Ο ΣΟΥΠΕΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΕΤΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο "Σούπερ Δημήτριος" (2011) είναι πριν από οτιδήποτε άλλο μια ταινία καθαρού χαβαλέ. Σκηνοθέτης είναι ο Γιώργος Παπαϊωάννου, στην ουσία όμως είναι δουλειά μιας κεφάτης παρέας. Εκ Θεσσαλονίκης φυσικά. Γιατί η όλη πλάκα κυρίως αφορά τη Θεσσαλονίκη.
Πρόκειται βέβαια για παρωδία του σουπερ-ηρωικού είδους. Ο Σούπερ Δημήτριος τη μέρα είναι ένας άσημος δημοσιογραφίσκος, διαθέτει υπερδυνάμεις, φορά την κλασική μπέρτα, πετά στον ουρανό, και προστατεύει τους κάτοικους της αγαπημένης του πόλης από κάθε λογής κακό: Από τη... μείωση των συντάξεων έως από τα κακά που εξαπολύει εναντίον τους ο υπερ Κακός Φ.Ρομ, που φορά πορτοκαλί μπέρτα με... σημαία Σκοπίων στο στήθος και, χάρη στην υπερτεχνολογία που έχει στη διάθεσή του, μετατρέπει τον Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης, σε... Ας μη σας αποκαλύψω όμως σε τι, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο 20λεπτο του φιλμ, γιατί έχει πολύ πλάκα...
Όπως καταλάβατε, στο στόχαστρο του Παπαϊωάννου και της παρέας του μπαίνουν όλα τα στερεότυπα της συμπρωτεύουσας. Η χαλαρότητα, ο γύρος, ο φραπές, ο ΜΠΑΟΚ και ο Άρης, ο άγιος Δημήτρης, οι δημοτικές αρχές, οι κάθε λογής γραφικότητές της... όλα τα κλισέ βρίσκονται εδώ. Φυσικά εκτελεσμένα με μίνιμουμ χρημάτων και εφέ που θυμίζουν Εντ Γουντ (το λέω με απόλυτα θετική διάθεση, γιατί ακριβώς τα κακά εφέ προσθέτουν στην πλάκα του όλου πράγματος). Το κακό είναι ότι και σεναριακά η ταινία είναι πρόχειρη. Βρισκόμαστε μπροστά σε τυπική περίπτωση φιλμ που, ενώ διαθέτει πολύ καλή ιδέα (για μένα κάθε παρωδία του συγκεκριμένου είδους είναι ευπρόσδεκτη), είναι μέτρια φτιαγμένο. Το χιούμορ συχνά επαναλαμβάνεται και ενίοτε κουράζει, κάπου γίνεται χοντρό και δεν βγάζει το γέλιο που θα όφειλε, η διάρκεια είναι μάλλον μεγαλύτερη αυτής που θα ταίριαζε, οι ηθοποιίες κακές (το τελευταίο δεν πειράζει και τόσο, αφού συμβάλλει στην πλάκα) κλπ. Σε γενικές γραμμές δηλαδή νομίζω ότι χάθηκε μια πολύ καλή ευκαιρία για κάτι πραγματικά ξεκαρδιστικό.
Πάντως και μεμονωμένες καλές φάσεις υπάρχουν, και ξεκαρδιστικές στιγμές και (το είπαμε) μερικές πολύ καλές ιδέες. Οπότε, παρά το συνολικά άνισο αποτέλεσμα, θα διασκεδάσετε αρκετά. Και, στο κάτω - κάτω, η ταινία κάθε άλλο παρά παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Νομίζω ότι χρειάζονται τέτοιες προσπάθειες στο ελληνικό σινεμά και για μένα είναι ευπρόσδεκτες. Μακάρι να ήταν και κάπως πιο σπιρτόζικο το χιούμορ και η εκτέλεση (πάντα στα πλαίσια του περίπου ανύπαρκτου budget φυσικά).

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2012

Η ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΤΖΙΜΙ"

Μερικές φορές το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μπορεί να γίνει πραγματικά αστείο. Το 1994 ο άγνωστος (έχει γυρίσει μόλις τρεις ταινίες)
Sam Henry Kass κάνει το "The Search of One-Eye Jimmy", μια ταινία στα χνάρια του σινεμά του Kevin Smith. Ουσιαστικά μια πάμφτηνη, παρεϊστικη ταινία, την οποία όμως βρήκα πολύ διασκεδαστική. Στην οποία μάλιστα παίζουν μαζεμένοι διάφοροι καλτ αστέρες του χώρου (και όχι μόνο), όπως ο Στιβ Μπουσέμι, ο Τζον Τορτούρο, ο Σάμουελ Τζάκσον και ο Σαμ Ρόκγουελ - μερικοί σε πραγματικά εξωφρενικούς ρόλους με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, αυτόν τον Τορτούρο.
Ένας νεαρός σκηνοθέτης, συνοδευόμενος μόνιμα από τον αμίλητο οπερατέρ του, που δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Lotz Kerrigan, πάει στη μάλλον εξαθλιωμένη γειτονιά όπου γεννήθηκε για να κάνει ένα ντοκιμαντέρ γι΄ αυτή. Εκεί, παίρνοντας συνεντεύξεις από διάφορους απίθανους τύπους, πληροφορείται την εξαφάνιση του Μονόφθαλμου Τζίμι, ενός από τρία ανεκδιήγητα αδέλφια, γόνων μιας εξ ίσου ανεκδιήγητης οικογένειας και αποφασίζει να μετατρέψει την ταινία του σε μια ταινία γι' αυτόν και το μυστήριο της εξαφάνισής του.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια αληθινή "πινακοθήκη ηλιθίων" ή, τέλος πάντων, για μια πινακοθήκη απίθανων τύπων, στα όρια της φτώχιας και της αθλιότητας οι περισσότεροι, που ζουν στη γειτονιά. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, οι βιτριολικές ατάκες το ίδιο και γενικά η πλάκα δεν σταματά. Σας προειδοποιώ όμως: Μην ψάξετε για κανένα φοβερό στόρι, για απίθανες ανατροπές, μυστήρια και άλλα τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία εξαντλείται σε διάφορες σκόρπιες φάσεις, ατάκες και βέβαια τους απίθανους χαρακτήρες. Και, φυσικά, κάνει focus στην πανταχού παρούσα ηλιθιότητα. Δεν πρόκειται νομιζω για χιούμορ (και ταινία γενικότερα) για πολλούς, προσωπικά όμως, ξαναλέω, το καταδιασκέδασα.
Εκτός των άλλων πάντως, κάτω από όλη αυτή τη γελοιότητα, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες μελαγχολικές σκέψειες: Γιατί όλοι αυτοί οι τύποι είναι τόσο ηλίθιοι, τόσο γελοίοι; Γιατί δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον στη ζωή, ούτε έχουν "στον ήλιο μοίρα"; Και είναι τυχαίο το ότι και το αστικό τοπίο εκεί είναι άθλιο; Άσχημο, μίζερο, που διαλαλεί από μακριά τη φτώχεια του; Μικροαπατεώνες, τρελοί ή μισότρελοι, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και κάθε λογής άλλοι συνθέτουν έναν κόσμο που, δυστυχώς, υπάρχει και ζει ανάμεσά μας και στην Αμερική, τη χώρα των τρομερών αντιθέσεων, ακόμα περισσότερο. Αν δεν υπήρχε το χιούμορ και η χαβαλετζίδικη διάθεση, η ταινία θα ήταν πραγματικά σπαρακτική, καθώς καταγράφει ένα συμπαθητικό συχνά, πλην όμως εξαιρετικά υποβαθμισμένο περιθώριο.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2012

"ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ



O Wim Wenders γυρίζει «Τα Φτερά του Έρωτα» το 1987. Για
πολλούς θεωρείται μια από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη ταινία του. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ (όχι η καλυτερη, αλλά μία από), αν και κάποιες αντιρρήσεις υπάρχουν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Η ταινία μιλά για αγγέλους που βρίσκονται στη γη, ανάμεσά μας, αόρατοι, οι οποίοι παρακολουθούν τους ανθρώπους στις καθημερινές πράξεις τους, τους συμπαθούν, συμπάσχουν μαζί τους, αλλά δεν μπορούν να επέμβουν αλλάζοντας κάτι υπέρ τους. Ένας απ’ αυτούς, έχοντας ίσως ένα μεγαλύτερο «απόθεμα» συμπάθειας, ποθεί διακαώς να θυσιάσει την αιωνιότητα, την αθανασία του, τη ζωή του σαν καθαρό πνεύμα, και να γίνει κι αυτός άνθρωπος, για να βιώσει τον υλικό κόσμο και να νοιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων, θετικά ή αρνητικά. Ο έρωτας για μια (θνητή προφανώς) γυναίκα θα επιταχύνει την απόφασή του.
Μπορούμε να διαβάσουμε το φιλμ σε δύο επίπεδα (ίσως και σε περισσότερα, αλλά αυτά διακρίνω προσωπικά). Από τη μία υπάρχει η αγάπη για τη ζωή. Τη ζωή όπως ακριβώς είναι, όπως τη βιώνουμε καθημερινά. Με τις χαρές, τον πόνο που αναπόφευκτα
περιέχει, τα κομμάτια ευτυχίας ή δυστυχίας, τον έρωτα ή την αρρώστια, τις
υλικές απολαύσεις, αυτές που μας δίνουν οι αισθήσεις μας, τον χρόνο που κυλά
και την αγωνία για το τέλος που έρχεται αναπόφευκτα, όλα όσα περιέχει η
θνητότητα δηλαδή. Κάθε τι ανθρώπινο, κάθε ιστορία ζωής, είναι ιερή, έχει την
ίδια αξία, αξίζει να βιωθεί. Όλα, θετικά ή αρνητικά, αξίζει κανείς να τα ζήσει.
Αυτό είναι άλλωστε η ζωή στην ολότητά της, αυτή είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα πρέπει κανείς να τη ζήσει.
Από την άλλη, η ταινία μπορεί να ειδωθεί σαν μια ελεγεία για το Βερολίνο (ο πρωτότυπος τίτλος άλλωστε είναι "Φτερά πάνω από το Βερολίνο"). Ο Βέντερς μοιάζει να αγαπά την πόλη αυτή, να την κινηματογραφεί με πόθο θα έλεγε κανείς, να καταγράφει τη ζωή, τους δρόμους, τους ανθρώπους της. Σα να βλέπουμε μια ερωτική εξομολόγηση σε μια πόλη. Σ’ αυτό κρύβεται και ένα ιστορικής φύσης ντοκουμέντο: Η ταινία γυρίστηκε πριν πέσει το περίφημο τοίχος που διχοτομούσε την πόλη. Αν έχετε επισκεφτεί το Βερολίνο μετά, θα δείτε στην ταινία μια εντελώς διαφορετική πόλη, μια πόλη διχασμένη, που θυμάται με νοσταλγία το ενοποιημένο παρελθόν της. Οι εικόνες της περιοχής του τοίχους, ασπρόμαυρες όπως το μεγαλύτερο μέρος του
φιλμ, είναι αποκαλυπτικές. Άλλωστε σήμερα το Βερολίνο είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή πόλη που αλλάζει με τους πλέον ραγδαίους ρυθμούς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Έτσι, άθελά του ίσως, ο Βέντερς καταγράφει ένα ιστορικό ντοκουμέντο.
Αυτό που με απωθεί κάπως στην σημαντική αυτή ταινία είναι ο συνεχής off ποιητικός λόγος του Πέτερ Χάντκε, του γνωστού συγγραφέα και σεναριογράφου της. Προσωπικά το βρίσκω κάτι σαν ποιητική φλυαρία, που προσωπικά με κουράζει. Άλλωστε το νόημα των εικόνων που βλέπουμε
είναι σαφές. Ξέρω ότι η άποψή μου αυτή μπορεί για κάποιους να αποτελεί
«ιεροσυλία». Γνωρίζω ανθρώπους που αγαπούν την ποιητική γραφή του συγγραφέα
αυτού. Τι να κάνουμε όμως; Δεχτείτε το – ή απορρίψτε το – ως μια καθαρά
προσωπική άποψη.
Σε γενικές γραμμές τα «Φτερά» παραμένουν νομίζω μια σημαντική ταινία. Η οποία,
εκτός όλων των άλλων, περιέχει και δύο καλτ στοιχεία: τη ζωντανή εμφάνιση του
Νικ Κέιβ σε βερολινέζικο κλαμπ της εποχής (είναι γνωστή η αγάπη του Βέντερς για
το ροκ) και τη χρησιμοποίηση σε χαρακτηριστικό ρόλο του Πίτερ Φολκ, ο οποίος
παίζει τον εαυτό του, την εποχή μάλιστα που πρωταγωνιστούσε στο σίριαλ με ήρωα
τον ντετέκτιβ Κολόμπο (είναι εξ ίσου γνωστή η αγάπη του σκηνοθέτη για το
κλασικό αμερικάνικο σινεμά, κι ας κάνει ο ίδιος εντελώς διαφορετικό κινηματογράφο).
Τα «Φτερά» πάντως είναι ίσως η τελευταία σημαντική ταινία του Βένερς, ενός
δημιουργού που στη συνέχεια – εκτός ελαχίστων σποραδικών εξαιρέσεων – παρήκμασε
ανεπανόρθωτα.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2012

Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ ΤΟΥ "WILLOW"




Όταν ο Ron Howard (ένας σκηνοθέτης που, εκτός από το "Frost/Nixon", αντιπαθώ), γύρισε το Willow το 1988, η ταινία μου είχε κάνει σχετική εντύπωση. Δεν υπήρχε ακόμα το «Lord of the Rings” και γενικά το fantasy στο σινεμά δεν ήταν ακόμα ένα μάλλον κορεσμένο είδος. Ξαναβλέποντας το φιλμ σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν με εντυπωσιάζει πια τόσο. Αντίθετα, το βρίσκω απόλυτα προβλέψιμο στα περισσότερα στοιχεία του. Ο άγριος και απατεώνας βάρβαρος, που κατά βάθος είναι «καλός», οι απόλυτα ξεκάθαροι ρόλοι καλών – κακών, το εντελώς σίγουρο θετικό φινάλε… όλα συνάδουν σε κάτι που είναι φτιαγμένο δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Ακόμα και το χιούμορ που διανθίζει την ταινία είναι όπως ακριβώς αναμένουμε να είναι.
Αυτό που είναι εντυπωσιακό όμως είναι η ομοιότητά του με το προαναφερθέν «Lord of the Rings”. Στην ουσία πρόκειται για μια παραλλαγή του μύθου του κλασικού βιβλίουτου Τόλκιν, του κλασικότερου βέβαια της λογοτεχνίας του είδους: Μια αποστολή ζωής ή θανάτου βρίσκεται στο κέντρο του μύθου (εκεί είναι το περίφημο δαχτυλίδι, εδώ ένα μωρό που θα λυτρώσει τον κόσμο από το κακό), ένας άσημος και καθόλου ήρωας «κουβαλητής» του επικίνδυνου φορτίου (ο οποίος, σημειωτέον, ανήκει κι αυτός σε φυλή νανοειδών όντων, όπως ακριβώς ο Φρόντο είναι χόμπιτ), ένας ισχυρός προστάτης, ακούσιος και συχνά απρόθυμος εδώ, ο οποίος ωστόσο έχει ουσιαστικά τη θέση του Αραγκόρν, η ύπαρξη του απόλυτου κακού, εδώ με τη μορφή κακιάς βασίλισσας, η διαρκής νοσταλγία του ήρωα για το χωριό του και ο διακαής πόθος επιστροφής σ' αυτό … τέτοια πρωτότυπα πράγματα… Σημειωτέον ότι η ιστορία είναι του Τζορτζ Λούκας, που πάντα ήξερε πολύ καλά να κάνει copy/pasre, εδώ όμως νομίζω ότι το παρακάνει.
ΟΚ, θα μου πείτε. Όλα αυτά είναι κάποιες παρατηρήσεις και έχουν ίσως κάποια αξία, είναι όμως ευχάριστη η ταινία; Παρακολουθείται με αγωνία, κρατά τον θεατή, εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ; Σχετικά, θα ήταν η απάντησή μου. Εντάξει, βλέπεται αρκετά ευχάριστα, παρά τα τόσα κλισέ, τίποτα το σπουδαίο όμως. Και βέβαια δεν πρόκειται για κανένα σπουδαίο φιλμ, ώστε να μπεις στον κόπο να το «τοποθετήσεις τα πλαίσια της εποχής του» και να το χαρακτηρίσεις κάτι σαν πρόδρομο. Οπότε, αν θέλετε μια ανώδυνη και, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, σχετικά χαλαρή διασκέδαση, δείτε το. Δίχως να περιμένετε όμως κάτι σπουδαίο. Να θυμάστε προπάντων ότι όλα αυτά τα έχετε ξαναδεί πολλές φορές.

Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΙΣ "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ"


Ο γάλλος Michel Ocelot είναι από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους δημιουργούς animation. Στις δύο ταινίες του που έχουν παιχτεί στους ελληνικούς κινηματογράφους, το "Κιρίκου" και το "Αζούρ και Ασμάρ", το βάρος πέφτει περισότερο στην εικόνα παρά στην ιστορία. Και όταν στον Ocelot μιλάμε για εικόνα, ουσιαστιά εννοούμε χρώμα: Χρησιμοποιεί πλουσιότατα, εκτυφλωτικά χρώματα, που πραγματικά μαγεύουν. Η τέχνη του στηρίζεται, νομίζω, στην εντυπωσιακή χρήση του χρώματος.
Το 2011 γυρίζει το "Les Contes de la Nuit" (Ιστορίες της Νύχτας), όπου τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είνα διαφορετικά. Πρόκειται στην ουσία για μια παιδική ταινία, που παρακολουθείται άνετα και από μεγάλους λόγω ακριβώς του εντυπωσιακού εικαστικού της μέρους. Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, με την καθοδήγηση ενός ενήλικα (δάσκαλου; σκηνοθέτη;) υποδύονται μια σειρά από ρόλους, καθώς γίνονται πρωταγωνιστές σε μια σειρά από παραμύθια. Τα παραμύθια που χρησιμοποιεί ο Ocelot (δεν ξέρω αν είναι δικά του ή προϋπάρχοντα παραμύθια, μάλλον το δεύτερο), προέρχονται από όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές. Από την Άπω Ανατολή, την Αφρική, τη μεσαιωνική Ευρώπη (μια ιστορία με λυκάνθρωπο), την Κεντρική Αμερική, τη Μέση Ανατολή κλπ. Τα περισσότερα περιέχουν κάποια ηθικά διδάγματα και αρκετά έχουν χιούμορ ή και κάποιο ανατρεπτικό εύρημα. Όταν η κάθε ιστορία τελειώσει, τα παιδιά ψάχνουν στη βιβλιοθήκη του δασκάλου τους μέχρι να εντοπίσουν την επόμενη ιστορία, στην οποία, αφού ντυθούν με τα κατάλληλα κοστούμια, πρωταγωνιστούν.
Ολόκληρη η εικόνα του φιλμ είναι μια ξεκάθαρη αναφορά στον κλασικό "Πρίγκηπα Αχμέτ" της Reininger, το περίφημο γερμανικό animation της δεκαετίας του 20. Όπως και σ' αυτό, όλες οι ζωντανές φιγούρες (άνθρωποι, ζώα, τέρατα κλπ.) είναι μαύρες "σιλουέτες", κάτι σαν θέατρο σκιών με κατάμαυρες όμως φιγούρες. Εκεί όμως που η γερμανίδα σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μονοχρωμίες που άλλαζαν διαρκώς, στα περιβάλλοντα δηλαδή, τα φόντα, η φαντασία του Οcelot οργιάζει, και μαζί και η χρωματική πανδαισία. Έτσι βλέπουμε να ξετυλίγονται διαρκώς μπροστά μας εντυπωσιακά μοτίβα, διακοσμητικά μερικές φορές, με εκτυφλωτικά ενίοτε χρώματα. Όλο το βάρος πέφτει λοιπόν στα περιβάλλοντα (φυσικά ή τεχνητά), κόντρα στα οποία κινούνται και δρουν οι μαυρες σιλουέτες των ηρώων. Όπως ξαναείπα, το αποτέλεσμα είναι οπτικά εντυπωσιακό.
Σας είπα ότι πρόκειται για παιδικό φιλμ. Θα το συνιστούσα όμως και σε οποιονδήποτε ενήλικα ακριβώς για το θαυμάσιο οπτικό του μέρος.
ΥΓ: Η ταινία στη Γαλλία παίζεται και σε 3D.

Δευτέρα, Απριλίου 09, 2012

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟς ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "TRANSFER"



Ο Damir Lukacevic είναι κροάτης, αλλά ζει και δουλεύει στη Γερμανία. Το "Transfer" που γύρισε το 2010 είναι μια καθαρά γερμανική ταινία. Και είναι ένα αξιόλογο κατά τη γνώμη μου δείγμα "σκεπτόμενης" επιστημονικής φαντασίας.
Στο κοντινό μέλλον ο εγκέφαλος, οι μνήμες και η όλη προσωπικότητα ενός ανθρώπου μπορεί να μεταφερθεί σε ένα νέο σώμα όταν αυτός γεράσει, καθιστώντας τους ανθρώπους πρακτικά αθάνατους. Όλους τους ανθρώπους; Όχι βέβαια. Μόνο τους πολύ πλούσιους, που μπορούν να πληρώσουν για μια τέτοια επέμβαση. Τα νεαρά και υγιή σώματα τα οποία "αγοράζουν" οι δυτικοί πλούσιοι, προσφέρονται οικειοθελώς από νεαρούς τριτοκοσμικούς, με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό που θα σώσει τις οικογένειές τους στις μακρινές πατρίδες τους. Υπάρχει όμως μια "λεπτομέρεια" (γι' αυτό άλλωστε οι παρίες του πλανήτη δέχονται την προσφορά): Η προσωπικότητα του κανονικού κατόχου του σώματος δεν μπορεί να κατασταλεί απόλυτα. Οι αληθινοί ιδιοκτήτες (οι πρώην θα λέγαμε) ανακτούν τη συνείδησή τους, "ξυπνούν", κατά τη διάρκεια του ύπνου των νέων κατόχων, για 4 περίπου ώρες. Ουσιαστικά δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί δέχονται να ζουν και να έχουν συνείδηση της ύπαρξής τους για 4 ώρες τη μέρα για την υπόλοιπη ζωή τους. Ένα πλούσιο, καλλιεργημένο και ακόμα ερωτευμένο ηλικιωμένο ζευγάρι, στα πρόθυρα του τέλους, κάνει την περίφημη "ανταλλαγή", αποκτώντας τα νεανικά και υγιέστατα σώματα δύο μαύρων (άντρα - γυναίκας φυσικά), οι οποίοι δεν γνωρίζονταν πριν. Η ιστορία αρχίζει από εδώ.
Πάνω στην ενδιαφέρουσα αυτή ιδέα στήνεται η ταινία, η οποία βασικά είναι ένα δράμα με πολλά κοινωνικά σχόλια, που απλώς χρησιμοποιεί τον μανδύα της επιστημονικής φαντασίας. Κοινώς δεν υπάρχουν εφέ, εξωγήινα περιβάλλοντα ή ό,τι άλλο φαντάζεστε για τις ταινίες του είδους. Είναι αυτό ακριβώς που επανειλημμένα έχω γράψει: Δεν χρειάζονται ντε και καλά τεράστια κεφάλαια και εντυπωσιακά εφέ για να φτιάξεις μια τέτοια ταινία. Ιδέες και άποψη χρειάζονται.
Το φιλμ περιέχει μια γερή δόση κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού, καθώς και νύξεις για τον ρατσισμό, την ανισότητα, που είναι ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνίας, τον τρόπο που ο δυτικός άνθρωπος βλέπει τον "πρωτόγονο" συνάνθρωπό του (ένα κράμα θαυμασμού, ζήλειας και φόβου θα έλεγα) και βέβαια την κυριαρχία του χρήματος, που εδώ μπορεί πλέον να αγοράσει ακόμα και την αθανασία. Και, φυσικά, ο όλος συμβολισμός με τον γερασμένο δυτικό που αμομυζεί τη ζωντάνια και το σφρίγος του υγιούς "πρωτόγονου" είναι σαφής.
Η δράση είναι ίσως αργή, αλλά μου κράτησε το αρκετά ενδιαφέρον. Θεωρώ καλό σημείο ότι οι γηραιοί πλούσιοι δεν είναι τα άπληστα καθίκια που εκμεταλλεύονται τους δύστυχους μαύρους. Είναι μάλλον καλωσυνάτοι, καλλιεργημένοι άνθρωποι, ερωτευμένοι σ' όλη τους τη ζωή, που κάποια στιγμή, στα πρόθυρα του θανάτου, αποφασίζουν - μετά πολλούς δισταγμούς - να κάνουν το μεγάλο βήμα. Εκεί βρίσκεται το ζουμί. Όχι δηλαδή στο σχηματικό δίπολο αθώου/καλού - αρπακτικού/κακού, αλλά σε κάτι ενδιάμεσο, που βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητά μας.
Δεν θεωρώ σε καμιά περίπτωση την ταινία αριστούργημα, ωστόσο με συγκίνησε αρκετά με τον προβληματισμό και την καλή σεναριακή της ιδέα. Και, το είπαμε άπειρες φορές, το σινεμά του φανταστικού μπορεί κάλλιστα να είναι και σκεπτόμενο.

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

"ΟΙ ΑΘΙΚΤΟΙ" ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ... ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Ένας πλούσιος αριστοκράτης τετραπληγικός, ανάπηρος από το λαιμό και κάτω, και ένας εξωστρεφής, αμόρφωτος μαύρος από τα γκέτο του Παρισιού, που προσλαμβάνεται σαν βοηθός / νοσοκόμος του, κι όλο αυτό να είναι μια ξεκαρδιστική ενίοτε κωμωδία; Ακούγεται απίστευτο, αλλά αυτό συμβαίνει στην τρίτη μεγαλύτερη επιτυχία όλων των εποχών στη Γαλλία: Οι "Άθικτοι" (Intouchables) των Olivier Nakache και Eric Toledano, με ήρωα έναν ανάπηρο, επαναλαμβάνω, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ μια από τις πιο feel good ταινίες των τελευταίων χρόνων! Πώς γίνεται αυτό; Δεν έχετε παρά να το δείτε για να το πιστέψετε.
Κατ' αρχάς το φιλμ σε πείθει απόλυτα για την επιλογή του νεαρού "άξεστου" και δίχως πείρα μαύρου από τον καλλιεργημένο αριστοκράτη. Είναι ο μόνος που καταφέρνει να του δώσει ζωή, να τον κάνει να γελάσει, να προσθέσει χρώμα στη μονότονη ζωή του. Ο ρόλος του θυμίζει κάπως αυτόν του πάλαι ποτέ αστείου Έντι Μέρφι στο "Πολυθρόνα για Δύο", το φιλμ όμως διαθέτει περισσότερο βάθος απ' την παλιά, απλώς διασκεδαστική αυτή ταινία. Αλλά η μεγάλη επιτυχία του κατά τη γνώμη μου είναι η λεπτή ισορροπία που καταφέρνει να διατηρεί σ' όλη της τη διάρκεια ανάμεσα στο χιούμορ, στο κωμικό στοιχείο, και στην τρυφερότητα, τη συγκίνηση. Ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει και με τους δύο ήρωες - οι οποίοι είναι και πολύ καλοί ηθοποιοί σημειωτέον. Και όλα αυτά δίνονται με αφοπλιστική απλότητα, περνώντας άμεσα μηνύματα ανθρωπιάς και αγάπης για τη ζωή δίχως το παραμικρό ίχνος κηρύγματος.
Και φτάνουμε στον τομέα του χιούμορ. Ούτε λίγο ούτε πολύ έχουμε να κάνουμε με ρεσιτάλ μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Ο νεαρός κάνει αδίστακτα πλάκα με τον ανάπηρο εργοδότη του, φτάνει να λέει και "κακά" αστεία με ανάπηρους μέσα στο αυθορμητισμό και την έλλεψη τακτ που τον διακρίνει. Είναι απίστευτο το ότι όλα αυτά είναι τόσο καλά ενταγμένα στην όλη κατασκευή του φιλμ, τοσο ενσωματωμένα στη συνολική τρυφερότητα που το διαπνέει, ώστε καταφέρνουν να μην ενοχλούν καθόλου, ίσα - ίσα γίνονται διασκεδαστικά, καθώς και ο αποδέκτης τους διασκεδάζει μ' αυτά. Κάνοντας μάλιστα και ένα μικρό "γκάλοπ" διαπίστωσα ότι κανέναν δεν ενόχλησαν. Γι' αυτό θα επαναλάβω αυτό που είπα στην αρχή: Πρέπει να το δείτε για να πιστέψετε το πώς κάτι τόσο "μη πολιτικώς ορθό" καταφέρνει να μην ενοχλεί.
Δίκαια κατά τη γνώμη μου λοιπόν η επιτυχία του και αξιοθαύμαστο το πώς οι δύο σκηνοθέτες και σεναριογράφοι καταφέρνουν να αγγίξουν τόσο δύσκολα και "επικίνδυνα" στο χειρισμό τους θέματα και να βγάλουν κάτι τόσο διασκεδαστικό και τρυφερό ταυτόχρονα.
ΥΓ: Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Μόνο που ο γάλλος μαύρος στην πραματικότητα είναι αλγερινός. Οι αληθινοί ήρωες δείχνονται στο τέλος του φιλμ. Όχι πως αυτό έχει μεγάλη σημασία για την ταινία, απλώς το αναφέρω για να δείξω ότι μερικές φορές απίστευτα πράγματα συμβαίνουν και εκτός οθόνης.

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2012

ΤΟ (ΛΟΒΚΡΑΦΤΙΚΟ) ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ




Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι στο SFF-Rated (Φεστιβάλ Φανταστικού) του 2012 στην Αθήνα το "Die Farbe" (Το Χρώμα) ήταν η ταινία που κέρδισε το βραβείο (;) διχογνωμίας κοινού. Ήταν δηλαδή αυτή που συγκέντρωσε τις πιο διαφορετικές μεταξύ τους απόψεις: Από πολύ καλό έως κακό!
Το φιλμ γυρίστηκε το 2010 από τον βιετναμέζικης καταγωγής Huan Vu, που ζει στη Γερμανία και είναι μια καθαρά γερμανική παραγωγή. Μεταφέρει στην οθόνη το διήγημα του Lovecraft "Το Χρώμα που ήρθε απ΄το Διάστημα" και, όπως συμβαίνει με τις σοβαρές απόπειρες μεταφοράς λοβκραφτικού έργου στο σινεμά τα τελευταία χρόνια, είναι ασπρόμαυρο. Ο λόγος του διχασμού είναι σαφής. Η ταινία είναι αργή, η δράση εξελίσσεται - χτίζεται θα έλεγα - μεθοδικά. Ωστόσο για μένα, που συγκαταλέγομαι στους υποστηρικτές της, ακριβώς αυτοί οι ασπρόμαυροι, αργοί ρυθμοί, συνετέλεσαν στη δημιουργία ατμόσφαιρας που βρήκα υποβλητική. Η παρακμή της άτυχης οικογένειας εξ αιτίας ενός "εξώτερου" κακού είναι αργή και σταθερή, όπως όντως συμβαίνει συνήθως με κάθε παρακμή. Όχι, δεν τρόμαξα, αν αυτό είναι το ζητούμενο, μπήκα όμως στο όλο κλίμα που επιχείρησε να δώσει ο σκηνοθέτης.
Τα γεγονότα έχουν μεταφερθεί μερικές δεκαετίες μετά την εποχή για την οποία γράφει ο Lovecraft και στην Ευρώπη, αντί της Αμερικής. Η "σύγχρονη" δράση μεταφέρεται κάπου στη δεκαετία του 70 στη Γερμανία, ενώ η διήγηση από το παρελθόν του αφηγητή λίγο πριν και αμέσως μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο οι χωροχρονικές αυτές αλλαγές δεν νομίζω ότι έβλαψαν στο παραμικρό την ατμόσφαιρα, η οποία, όπως είπα, ήταν μάλλον το βασικό ζητούμενο του δημιουργού. Έτσι θεωρώ ότι το φιλμ έμεινε πιστό στο λοβκραφτικό πνεύμα και αποτελεί για μένα έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ατμοσφαιρικών λοβκραφτικών μεταφορών που ξεκίνησε στις ΗΠΑ η ομάδα των Lovecraft Historical Society, κι ας μην ανήκει φυσικά ο Huan Vu στην ομάδα αυτή.
Γενικά νομίζω ότι ή θα σας αρέσει πολύ και θα σας βάλει στην παρακμιακή του ατμόσφαιρα ή θα σας κουράσει. Είναι θέμα γούστου.


ΥΓ: Για την ιστορία αναφέρω ότι το συγκεκριμένο διήγημα είναι από τα λίγα του συγγραφέα που μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν καθαρά στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, άσχετα αν περιέχει - αλοίμονο άλλωστε αν δεν περιείχε - στοιχεία τρόμου.

Τρίτη, Απριλίου 03, 2012

Η ΕΪΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ


Στα 1997 ο Kevin Smith γυρίζει την τρίτη ταινία του, το "Chasing Amy" ("Κυνηγώντας την Έιμι"), ταινία που μου αρέσει σχεδόν όσο και το περίφημο ντεμπούτο του "Clerks". Στο φιλμ αυτό, όπως και σε αρκετά από τα υπόλοιπά του, ο Smith κινείται σε ένα κοινό σύμπαν που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, χρησιμοποιώντας συχνά ίδιους χαρακτήρες και κάνοντας αρκετές αναφορές σε πρόσωπα ή γεγονότα που συνέβησαν σε προηγούμενες ταινίες του, πράγμα που βρίσκω έξυπνο και ενδιαφέρον, καθώς πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να θυμηθεί πού ακριβώς αναφέρεται κάποια ατάκα. Φυσικά, εννοείται, κι αν κάποιος δεν έχει δει τις άλλες ταινίες του, το κάθε φιλμ λειτουργεί δίχως κανένα πρόβλημα, αυτόνομα.
Εδώ λοιπόν ήρωες είναι δύο φίλοι και συνεργάτες, που κάνουν μαζί μια πετυχημένη σειρά κόμικς. Η μακρόχρονη φιλική και επαγγελματική τους σχέση θα κλονιστεί όταν στη ζωή του ενός θα εμφανιστεί η Έιμι, την οποία θα ερωτευτεί σχεδόν κεραυνοβόλα. Η Έιμι όμως κρύβει κι αυτή τα δικά της μυστικά...
Στις μεγάλες αρετές της ταινίας συγκαταλέγεται φυσικά το χιούμορ του δημιουργού αυτού, που αποτελεί σήμα κατατεθέν του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και οι εξαιρετικοί χαρακτήρες που επινοεί, είναι και οι πετυχημένες "καταδύσεις" σε μικρόκοσμους, με τα προβλήματα, τις ιδιαίτερες συζητήσεις τους, το στιλ, το κλίμα τους εν γένει. Εδώ πρόκειται για τον μικρόκοσμο των κόμικς. Οι δημιουργοί, οι βαρεμένοι φανς, τα comics events με την τρέλα τους, οι εκδότες... Όλα αυτά δίνονται αστεία και αληθινά ταυτόχρονα - ο Smith άλλωστε ξέρει καλά τον χώρο, αφού κι αυτός κάνει κόμικς. Πέρα απ' όλα αυτά όμως, στην ταινία υπάρχει και έντονη τρυφερότητα, ακόμα και ρομαντισμός, ενώ οι φιλικές και, κυρίως, οι ερωτικές σχέσεις αναλύονται και σχολιάζονται έξυπνα και διεισδυτικά με τις ανασφάλειες, τα ταμπού, τις "εσωτερικές συγκρούσεις" τους, τις διαφορετικές οπτικές των δύο πλευρών. Το τέλος είναι γλυκόπικρο και δίνει έναν ιδιαίτερο ρεαλισμό στο φιλμ. Κάπως έτσι δεν συμβαίνουν τα πράγματα και στην πραγματικότητα;
Βρίσκω την ταινία διασκεδαστική και ταυτόχρονα ακόμα και συγκινητική σε κάποια σημεία της. Νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα καλύτερα δείγματα του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, από έναν από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του. Και, φυσικά, το αμίμητο ντουέτο Jay and Silent Bob, μόνιμοι χαρακτήρες του κόσμου του Kevin Smith, βρίσκεται και πάλι εδώ (με τον Silent Bob μάλιστα να μιλά περισσότερο από κάθε άλλη φορά...)

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2012

ΟΙ "ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ



Οι "Αγώνες Πείνας" του Gary Ross σπάνε κάθε ρεκόρ στα ταμεία και αποτελούν αναμφισβήτητα τη μεγαλύτερη εμπορική έπιτυχία του 2012. Προφανώς αποτελούν το επόμενο τεράστιο νεανικό χιτ μετά τους Χάρι Πότερ και την σάγκα των βρικολάκων του "Twilight". Προσωπικά θεωρώ την ταινία (το πρώτο μέρος τέλος πάντων όσων θα ακολουθήσουν) σοβαρότερη από τις προαναφερθείσες, με αρκετό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο μάλιστα. ΟΚ, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι το θεωρώ και τίποτα σπουδαίο ή - πολύ περισσότερο - πρωτότυπο.
Σε μια μελλοντική δυστοπική κοινωνία οι ταξικές διαφορές έχουν φτάσει στα απόλυτα άκρα τους. Μια σειρά από πολιτείες της Αμερικής, που παλιά είχαν εξεγερθεί ενάντια στην Πρωτεύουσα, τελούν τώρα υπό καθεστώς υποτέλειας. Εκτός της τραγικής φτώχειας και της πρωτόγονης κατάστασης που επικρατεί εκεί - κάτι σαν επιστροφή σε μια εποχή μεταξύ μεσαίωνα και 19ου αιώνα - καλούνται κάθε χρόνο να δίνουν από ένα αγόρι κι ένα κορίτσι σαν εφιαλτικό "φόρο". Οι 24 νέοι οπυ συγκεντρώνονται συνολικά αγωνίζονται μέχρι θανάτου για να αναδειχτεί ένας και μόνο νικητής/τρια, ενώ οι σύγκρουσή τους μεταδίδεται ζωντανά και αποτελεί το μεγαλύτερο υπερθέαμα για τους πλούσιους κάτοιτους της "Κάπιτολ". Κάτι σαν την παρακμή της ρμαϊκής αυτοκρατορίας δηλαδή.
Η συγγραφέας των βιβλίων - και η ταινία βεβαίως - έφτιαξε ένα συνονθύλευμα από μύθους ή στοιχεία από άλλα βιβλία και ταινίες. Ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου, με τον φόρο υποτέλειας των αθηναίων στο Μίνωα, έρχεται αμέσως στο μυαλό. Κυρίως όμως (ανάμεσα σε κάμποσα άλλα) το όλο πράγμα θυμίζει έντονα το γιαπωνέζικο φιλμ "Battle Royale". Ας μη μιλάμε λοιπόν για πρωτοτυπία.
Τα θετικά στοιχεία για μένα είναι το σασπένς που υπάρχει και καταφέρνει να κρατήσει σε εγρήγορση το θεατή - όχι και πάλι τίποτα σπουδαίο, έχουμε δει πολύ καλύτερα τέτοια -, η καλή Τζένιφερ Λόρενς στο βασικό ρόλο και τα στοιχεία κριτικής τόσο για τις κατάφωρα άδικες ταξικές ανισότητες όσο και για τα αδίστακτα και παμφάγα media, που εμφανώς περιέχονται στο στόρι. Κάτι είναι κι αυτό σε ένα φιλμ που προορίζεται κυρίως για νεανικό - και δη αμερικάνικο - κοινό. Από την άλλη προσωπικά με ενόχλησαν κυρίως τα σεναριακά λάθη ή παραλείψεις, τα οποία μάλιστα μοιάζουν να γίνονται άνευ λόγου, λες και κανείς δεν έριξε μια δεύτερη ματιά. Συγνώμη, αλλά το φιλμ λέγεται "Αγώνες Πείνας", οι παρουσιαστές του σούπερ σόου (που κρατά μέρες) τονίζουν στην αρχή με όλους τους πιθανούς τρόπους ότι οι περισσότεροι από τους άτυχους νέους πεθαίνουν από την πείνα, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, την άγρια φύση, και, για παντελώς ακατανόητους λόγους, δεν βλέπουμε τίποτα απολύτως απ' όλα αυτά. Πραγματικά στο τέλος είχα μείνει άναυδος. Από τη άλλη οι χαρακτήρες είναι εντελώς ανολοκλήρωτοι. Τι ανολοκλήρωτοι δηλαδή, μερικοί δεν φαίνονται καν. Εκτός από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές και δυο - τρεις άλλους, δεν έχουμε δει καν ποιοι είναι οι 24 που αγωνίζονται. Κάθε λίγο εμφανίζεται για να πεθάνει κάποιος απ' αυτούς, τον οποίο βλέπουμε σχεδον για πρώτη φορά. Το μέτρημα χάνεται, οι νεκροί είναι άνευ αξίας, ανύπαρκτοι. Ούτε αυτό το καταλαβαίνω. Αφείστε που οι (προσωρινές) συμμαχίες μεταξύ τους σκάνε μύτη στα καλά καθούμενα. Άγνωστο πώς φτιάχτηκαν, ποιες ήταν οι συμφωνίες, τα ακριβώς έγινε... Ξαφνικά μαθαίνουμε ότι "αυτοί οι 8", που δεν ξέρουμε καλά - καλά ποιοι είναι, "κυνηγούν μαζί". Μπορώ να πω και πολλές άλλες σεναριακές παραλείψεις ή εξώφθαλμα λάθη, που ακριβώς είναι τόσο εξώφθαλμα, που δεν καταλαβαίνω πώς και γιατί έγιναν. Συν το μάλλον "ατσούμπαλο" και καθόλου θριαμβικό τέλος...
Όλα αυτά με ενόχλησαν αρκετά, ώστε να μη μπορώ να απολαύσω το σχετικό σασπένς που έλεγα πριν, ούτε να ταυτιστώ με το βασικό χαρακτήρα (που ουσιαστικά ξέρουμε από την πρώτη στιγμή ότι θα κερδίσει), αλλά ούτε και να ευχαριστηθώ την πολιτικοκοινωνική κριτική που, παραδόξως για νεανική σειρά και αντίθετα με τις δύο που ανέφερα στην αρχή, περιέχεται εμφανώς. Μου φάνηκαν όλα αυτά πολύ πρόχειρα, πολύ εύκολα...
Οπότε, όπως αντιλαμβάνεστε, δίχως να λέω ότι δεν υπάρχουν και ενδιαφέροντα στοιχεία, αδυνατώ να κατανοήσω ο απίστευτο σουξέ της ταινίας. Αλλά περί ορέξεως...

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

"NYDENION"... ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΛΑΜΕ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ...



Πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε. Εν έτει 2010 ο γερμανός Jack Moik γυρίζει την απόλυτα γερμανική ταινία "Nydenion", η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είναι μια κανονικότατη όπερα του διαστήματος, με μάχες διαστημοπλοίων, δράση, πλανήτες, αστεροειδείς, cyborg, καλούς και κακούς, απολυταρχικές διαγαλαξιακές αυτοκρατορίες και όλα τα σχετικά του είδους. Για να δείτε δηλαδή ότι και οι γερμανοί κάνουν τέτοια...
Φυσικά το απόλυτα αναγνωρίσιμο πρότυπο είναι ο αρχικός "Πόλεμος των Άστρων". Και φυσικά πρόκειται για έναν... ανθυποΠόλεμο των Άστρων 35 χρόνια μετά. Οι χαρακτήρες είναι χάρτινοι (καλοί - κακοί, τελεία), όσα βλέπουμε τα έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές, αποτελούν δηλαδή τον ορισμό του κλισέ, ο ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής - σκηνοθέτης επαναλαμβάνει ουσιαστικά το ρόλο του Χανς Σόλο (του Χάρισον Φορντ δηλαδή) από τον "Πόλεμο" που προαναφέραμε, τα εφέ θέλουν συχνά να είναι εντυπωσιακά και κάνουν μπαμ ότι είναι ψηφιακά και πολλά άλλα τέτοια. Περισσοτερο γέλιο όμως (άθελά του προφανώς) προκαλεί ο πρωταγωνιστής: Άκαμπτος, με ξινή, μονίμως σοβαρή φάτσα, λες και απαγορεύεται αυστηρά να σπάσει έστω και για μια στιγμή ένα χαμόγελο, με μακρύ χεβιμεταλάδικο μαλλί, με ηθοποιία που δεν θα τη ζήλευαν και πολλοί, υποφέρεται μόνο αν το ρίξεις πραγματικά στο χαβαλέ, πράγμα που οφείλει να κάνει κάποιος για να δει μέχρι τέλους την ταινία.
Να μην πούμε τίποτα θετικό δηλαδή γι' αυτήν; Άντε, να αναφέρουμε το εντυπωσιακό στοιχείο ότι είναι μια ταινία κυριολεκτικά χειροποίητη. Ο Moik τα έχει κάνει πραγματικά όλα μόνος του. Το σενάριο, τη σκηνοθεσία, τη μουσική, τα εφέ, κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο (δυστυχώς)! Εντάξει, αυτό δείχνει μεράκι, πάθος και κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες και το σεβόμαστε. Μέχρις εκεί όμως.
Αν λοιπόν θέλετε να μαζέψετε παρέα για πίτσες, μπύρες, πλάκες και ό,τι άλλο και να μην πάρετε τίποτα απ' ό,τι βλέπετε σοβαρά, νομίζω ότι το φιλμ προσφέρεται.

eXTReMe Tracker