Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2012

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ;



Ο ιταλός Paolo Sorrentino φαίνεται ότι διαθέτει μια έμφυτη σπίθα σουρεαλισμού. Δεν κάνει σουρεαλιστικές ταινίες, ταινίες που βασίζονται στο παράλογο (όπως το "Eraserhead" για παράδειγμα), πλην όμως υπάρχει ένα τέτοιο touch στα φιλμ του. Θυμάστε ίσως στο προηγούμενό του, το "Il Divo", ότι ενώ πήγαινες προετοιμασμένος να δεις ένα "σοβαρό" φιλμ για τον Αντρεότι, βρισκόσουν μπροστά σε μια ταινία όπου ο γνωστός πολιτικός παρουσιαζόταν ως καρικατούρα, με έναν εντελώς φευγάτο τρόπο.
Έτσι περίπου συμβαίνει και με το "Εκεί που Χτυπά η Καρδιά μου" (This Must be the Place) του 2011. Όπου ένας για μια ακόμα φορά πολύ καλός Σον Πεν (με αγνώριστη, νωχελική φωνή που θυμίζει κάτι μεταξύ φωνής μαστουρωμένου και gay) ενσαρκώνει έναν ροκ σταρ των 80ς που έχει αποσυρθεί και ζει πλούσια σε έπαυλη στην Ιρλανδία με τη γυναίκα του. Ώσπου μαθαίνει ότι ο πατέρας του, με τον οποίο έχει αποξενωθεί, πεθαίνει στην Αμερική. Όταν φτάνει είναι αργά. Ο μόνιμα μακιγιαρισμένος α λα Ρόμπερτ Σμιθ ήρωάς μας όμως ξεκινά ένα οδοιπορικό στη "βαθιά Αμερική" (βλέπε Κεντρικές Πολιτείες) για να βρει τα ίχνη του γέρου πια ναζί που ήταν ο δεσμοφύλακας του πατέρα του στα στρατόπεδα και στο κυνήγι του οποίου ο πατέρας είχε αφιερώσει τη ζωή του.
Έτσι η ταινία σύντομα μετατρέπεται σε ένα παράδοξο οδοιπορικό, με την καρικατουρίστικη φιγούρα του ήρωα, που πάντοτε σέρνει τη βαλίτσα του, να περιπλανιέται σε απίθανα μέρη και να συναντά απίθανους ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του μοιάζει να μην έχει ωριμάσει ποτέ, να παραμένει παιδί στα 50 του. Σα να βαριέται τα πάντα, στα όρια ενίοτε της υστερίας, εύθραυστος, έτοιμος να ξεσπάσει και, ταυτόχρονα, καλόκαρδος, κουβαλώντας κάποιο παλιό τραύμα, ο ήρωας θα φτάσει, αποκτώντας για πρώτη φορά κάποιον στόχο, σε ένα είδος καθυστερημένης ενηλικίωσης.
Στον κόσμο που ζωγραφίζει ο σκηνοθέτης κυριαρχούν η αποξένωση και η μοναξιά. Ωστόσο η ιστορία ποτίζεται πολύ συχνά με (ευπρόσδεκτο) χιούμορ και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό που αποκαλούμε "κοψοφλέβικη". Ίσα ίσα. Συχνά γίνεται κατά τη γνώμη μου απολαυστική. Τουλάχιστον εμένα κατάφερε να με παρασύρει στον παράδοξο κόσμο της. Και, βέβαια, διαποτίζεται από συγκίνηση, τρυφερότητα, ανθρωπιά και συμπάθεια. Ο σχεδον εξωγήινος σε εμφάνιση πρωταγωνιστής γίνεται, νομίζω, συμπαθής παρά την προφανή του παραξενιά - ίσως και ανισορροπία.
Το άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο (που ανέφερα και στην αρχή) είναι οι αρκετές πινελιές καθαρού σουρεαλισμού. Εδώ νομίζω ότι το φιλμ έχει κάτι από τον παρανοϊκό κόσμο του Lynch. Η διαφορά είναι ότι ενώ στον τελευταίο ολόκληρη η ιστορία είναι σουρεαλιστική, παράλογη, συχνά δίχως λογικό ειρμό, κάτι σαν κακό τριπ, εδώ έχουμε μια "κανονική" ιστορία, την οποία παρακολουθούμε φυσιολογικά και δίχως προβλήματα κατανόησης, η οποία όμως διαθέτει εντελώς παράλογες, ακόμα και ανεξήγητες σκόρπιες σκηνές ή εικόνες. Τι άλλο να πεις για την πόλη "με το μεγαλύτερο φυστίκι του κόσμου", τον μοναχικό, κοιλαρά, μεσήλικα... σούπερμαν που διασχίζει το δρόμο μέσα στη νύχτα, τον "εφευρέτη της βαλίτσας με ροδάκια" κλπ... Ο Sorrentino ζωγραφίζει έναν παράδοξο κόσμο, κατοικημένο από παράδοξους ανθρώπους (με επί κεφαλής φυσικά τον ίδιο τον ήρωα), αφήνει όμως ελπίδες: Η ενηλικίωση, που προαναφέραμε, η αντιμετώπιση για πρώτη φορά του προσωπικού και γενικότερου ιστορικού παρελθόντος, το κοίταγμα της πραγματικότητας κατάματα, ίσως συντελούν σε μια ευπρόσδεκτη ωρίμανση.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2012

ΤΟ "PIG" ΚΑΙ Η ΑΕΝΑΩΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ



Ένας άντρας "ξυπνά" στο μέσο της ερήμου με τα χέρια δεμένα και το κεφάλι καλυμμένο από μαύρη κουκούλα. Δεν ξέρει ποιος είναι, πώς τον λένε, γιατί βρίσκεται εκεί. Πρώτα πρέπει να επιβιώσει στην έρημο. Μετά πρέπει να ξαναβρεί την ταυτότητά του και να εξηγήσει τα ερωτήματα που συσσωρεύονται.
Πάνω σ' αυτή την ενδιαφέρουσα ιδέα στήνεται το "Pig" (2011) του Henry Barrial, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται υποχρεωτικά εφέ και εκατομμύρια για να φτιάξεις ένα φιλμ του είδους. Ιδέες χρειάζονται και θέληση.
Η ταινία εξελίσσεται σε ένα απόλυτα σύγχρονο, κοινότοπο περιβάλλον, οι ήρωες είναι φυσικά "κανονικοί" άνθρωποι, η καθημερινότητα γύρω τους αυτή ακριβώς που ξέρουμε. Ωστόσο κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν την καθημερινότητα, η οποία μοιάζει να ξεκινά ξανά και ξανά από το σημείο του ξυπνήματος στην έρημο για να επαναληφτεί κάθε φορά με παραλλαγές. Όσο για το μοτίβο του αμνησιακού ήρωα, που έχουμε δει συχνά στο σινεμά, εδώ διαθέτει μια περίεργη διαφορά: Όταν πασχίζει να βρει τον εαυτό του ο ήρωας, συναντά παλιούς γνωστούς του (που αυτός φυσικά δεν θυμάται), οι οποίοι τον ξέρουν με διαφορετικό όνομα... Το μυστήριο έτσι πυκνώνει. Στο τέλος η απάντηση υπάρχει, ο σκηνοθέτης όμως αρνείται να κρίνει το ηθικό μέρος, το αν είναι "καλό" ή "κακό" αυτό που συμβαίνει. Αυτό ας το κρίνει ο θεατής. Δεν μπορώ να επεκταθώ περισσότερο, γιατί θα αποκαλύψω πολλά, πράγμα που θα ήταν θανάσιμο έγκλημα για ένα φιλμ σαν αυτό.
πολύ καλό πρωταγωνιστή, που σηκώνει σχεδόν μόνος την ταινία στους ώμους του, το "Pig" με γοήτευσε με την πρωτοτυπία του και κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον. Προσοχή: Η πρωτοτυπία που ανέφερα δεν είναι κινηματογραφικής, σκηνοθετικής φύσης, αλλά καθαρά σεναριακής. Το γύρισμα και η οπτική του δημιουργού είναι απλά. Όπως και η εικόνα. Να όμως που μερικές φορές το σασπένς μπορεί να κρύβεται κάτω από μια φαινομενικά κοινότοπη πραγματικότητα, δίχως κανείς να χρειάζεται να σου κάνει "μπου" και να σε τρομάξει... Και, θυμηθείτε: Στην ιστορία αυτή δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κλασικό θέμα της επιστημονικής φαντασίας, τα παράλληλα σύμπαντα. Εδώ κρύβεται κάτι εντελώς διαφορετικό.

ΥΓ: Η ταινία έχει αποσπάσει διάφορα βραβεία σε "μικρά" ανά τον κόσμο φεστιβάλ φανταστικού κινηματογράφου.

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2012

Ο "ΑΦΕΛΗΣ" ΤΖΟΝ ΚΑΡΤΕΡ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΗ



Ο "Τζον Κάρτερ" θάφτηκε ομόφωνα από τους κριτικούς και τα πήγε άσχημα στα αμερικάνικα ταμεία (το τελευταίο ουδόλως μ' ενδιαφέρει, αλλά το αναφέω για την ιστορία). Είναι μια από τις πολύ λίγες φορές που μάλλον διαφωνώ με το σύνολο της κριτικής, με το οποίο συνήθως (έστω και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος. Όχι ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ, αλλά πάντως δεν θα του έβαζα αυτό που λέμε "ένα αστεράκι". Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Η ταινία του 2012 είναι η πρώτη μη αnimation του Andrew Stanton, που έχει κάνει τα πολύ καλά "Robots" και "Wall-e". Βσίζεται στο πρώτο από μια σειρά 11 (!) βιβλίων του Edgar Rice Burroughs (καμία σχέση με τον μεταγενέστερο και γνωστότερο Μπάροους), ο οποίος Edgar Rice, εκτός του ήρωα για τον οποίο συζητάμε, είναι και ο δμιουργός του πασίγνωστου Ταρζάν. Το συγκεκριμένο πρώτο βιβλίο γράφτηκε το 1912! Πρόκειται λοιπόν για ένα έργο πρωτόγονης, σίγουρα αφελούς επιστημονικής φαντασίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η περιπέτεια για την περιπέτεια. Η ταινία είναι εξ ίσου αφελής με το βιβλίο. Ο ήρωας που "τα κάνει όλα", ο κεραυνοβόλος έρωτα με την πριγκήπισα του Άρη, ο συνδυασμός υψηλότατης και "αρχαίας" τεχνολογίας, όλα συγκλίνουν σ' αυτό. Ακριβώς γι' αυτή την αφέλεια κατηγορήθηκε το φιλμ, και σωστά.
Πλην όμως, ακριβώς αυτή η παλιομοδίτικη αφέλεια με έκανε όχι να το λατρέψω (αυτό μας έλειπε), αλλά πάντως να το παρακολουθήσω ευχάριστα, σα μια εξωγήινη περιπέτεια άλλων εποχών, που φτιάχνεται με αποκλειστικό στόχο την διασκέδαση, δίχως πολλούς - πολλούς προβληματισμούς. Πιστεύω δηλαδή ότι η περίφημη αυτή αφέλεια ήταν απόλυτα συνειδητή επιλογή, για να ταιριάζει η ταινία με το, ξεπερασμένο έστω, πνεύμα του βιβλίου. Ως μια τέτοια άσκηση αντιγραφής ενός παλιού, όντως μη σκεπτόμενου στιλ, που ίσως και να αποβλέπει στο ξύπνημα της νοσταλγίας κάποιων για τα παιδικά τους χρόνια, το βρήκα μάλλον πετυχημένο. Αυτό δεν επισημάνθηκε από κανέναν. Ότι δηλαδή παρέμεινε πιστό στο "παιδικό" πνεύμα του πρωτότυπου.
Εκτός αυτού, διέθετε και εντυπωσιακά σκηνικά και εφέ, πρωτότυπα σκάφη που, κι αυτά, κινούνται ανάμεσα στην αρχαιότητα και την προχωρημένη τεχνολογία, πλήθος εξωγήινων, επίσης εντυπωσιακών όντων και, σε κάποιες σκηνές, σημεία που θύμιζαν τους αρχικούς Πόλεμους των Άστρων, πράγμα διόλου τυχαίο, αφού είναι γνωστό ότι ο Λούκας επηρεάστηκε (ή "δανείστηκε") πλήθος από προϋπάρχοντα στοιχεία για να φτιάξει τον Πόλεμο.
Δεν θα το θεωρήσω λοιπόν αριστούργημα, κάθε άλλο, απλώς δεν θα το θάψω εντελώς. Θα πω μόνο ότι το είδα ευχάριστα και διασκέδασα σχετικά. Μου φάνηκε δηλαδή μάλλον πετυχημένο σ' αυτό που στόχευε: Την γεμάτη αφέλεια παλιομοδίτικη διασκέδαση.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΚΕΛΤΩΝ



Η κέλτικη τέχνη διακρίνεται μεταξύ άλλων από τα πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που χρησιμοποιεί κυρίως στη ζωγραφική. Το "Book of Kells" είναι ένα περίφημο, ογκώδες χειρόγραφο που φτιάχτηκε από μοναχούς γύρω στα 800, περιέχει τα ευαγγέλια και άλλα χριστιανικά κείμενα και συμπυκνώνει όλη την κέλτικη τέχνη, που σ' αυτό μας αποκαλύπτεται σε μια από τις εντυπωσιακότερες εκφάνσεις της. Οι φιγούρες μπορεί να θεωρηθούν μάλλον απλές, ίσως και άτεχνες. Όλο το βάρος πέφτει στα υπέροχα, εξαιρετικά πολύπλοκα και με εκτυφλωτικά χρώματα διακοσμητικά μοτίβα που πλαισιώνουν και κοσμούν τόσο τα κείμενα όσο και τις εικόνες - ακι που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των πολλών σελίδων του. Είναι πραγματικά απίστευτα.
Το "The Secret of Kells" είναι μια ιρλανδέζικη ταινία κινουμένων σχεδίων του 2009, που γύρισαν οι Tomm Moore και Nora Twomey και έχει αποσπάσει κάμποσα βραβεία σε σχετικά φεστιβάλ. Η ταινία αφηγείται τον τρόπο που φτιάχτηκε το διάσημο αυτό βιβλίο. Η πλοκή είναι φανταστική και δεν βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία. Δανείζεται μόνο σε γενικές γραμμές το ιστορικό background της εποχής, με τα μοναστήρια και τα χωριά της εποχής να δέχονται τις άγριες επιθέσεις των Βίκινγκς και πολλά απ' αυτά να καταστρέφονται ολοσχερώς. Μέσα σ' αυτό το γενικό κλίμα φόβου, ένα παιδί που προορίζεται να γίνει μοναχός γνωρίζει τον γέρο μοναχό που έχει ήδη εικονογραφήσει ένα μέρος του βιβλίου και αναλαμβάνει να το συνεχίσει...
Η ιστορία όμως, το σενάριο, απλή σχετικά, δεν είναι κατά τη γνώμη μου το μεγάλο ατού της ταινίας. Το ατού βρίσκεται στην πραγματικά εντυπωσιακή της εικόνα. Οι δημιουργοί δανείζονται το ύφος και το κλίμα του αληθινού "Βιβλίου των Κελτών", στου οποίου τη διακόσμηση συνδυάζονατι με υπέροχο τρόπο χριστιανικά και κέλτικα, παγανιστικά στοιχεία σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, έτσι και στην ταινία οι φιγούρες των ηρώων δίνονται με απλό και πολύ στυλιζαρισμένο στιλ, δίχως λεπτομέρειες, σε δύο μόνο διατάσεις, δίχως την παραμικρή ψευδαίσθηση βάθους. Οι αιμοβόροι Βίκινγκς, για παράδειμα, είναι κάποιες σχεδόν τετράγωνες φιγούρες, των οποίων τα πρόσωπα δεν διακρίνονται ποτέ, ενώ από τα κράνη τους ξεπροβάλλουν μεγάλα κέρατα. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, όλο το βάρος πέφτει στα εξαιρετικά ντεκόρ. Τόσο η φύση όσο και κάθε κενός χώρος (ουρανός, τοίχοι κλπ.) καλύπτονται από υπέροχα και πολύπλοκα σχέδια με λαμπρότατα χρώματα. Πρόκειται για μια αληθινή πανδαισία, που, εκτός από την κέλτικη διακοσμητική παράδοση, θυμίζει έντονα το στιλ της ζωγραφικής του Κλιμτ. Το υπέροχο στυλιζάρισμα λοιπόν σε μια από τις πλέον εντυπωσιακές μορφές του.
Το πάντρεμα χροιστιανισμού και παγανισμού, πέραν της διακόσμησης, υπάρχει και στην ίδια την ιστορία, όπου το χριστιανικό στοιχείο (τα μοναστήρια, οι μοναχοί ήρωες κλπ.) συνδυάζονται με ξωτικά, νεράιδες, τέρατα που ζουν σε σπηλιές και άλλα στοιχεία της κέλτικης μυθολογίας. Έτσι βρήκα συνολικά το φιλμ απόλυτα ταιριαστό με το όλο κλίμα του αληθινού χειρόγραφου.
Συνιστώ την ταινία κυρίως για λόγους οπτικής απόλαυσης. Ακόμα κι αν δεν σας κρατήσει πολύ η ιστορία, αφεθείτε στη μαγεία των εικόνων και των χρωμάτων.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2012

"THE GREY" 'Η Η ΑΓΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ


Το φιλμ "The Grey" (2011) του Joe Carnahan είναι ένα αρχετυπικό δείγμα ταινίας που αναφέρεται στον αγώνα για επιβίωση κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες: Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει άντρες - οι περισσότεροι όχι ό,τι καλύτερο υπάρχει - σε μια απομακρυσμένη βάση στην Αλάσκα συντρίβεται στο πουθενά. Οι επιζήσαντες καλούνται να επιβιώσουν με οποιοδήποτε τρόπο από τις φοβερές, πολύ υπό το μηδέν θερμοκρασίες, τις άγριες χιονοθύελες και κυρίως από τους πεινασμένους λύκους που επιτίθενται από παντού. Ανάμεσά τους και ο σκληροτράχηλος ήρωας, που προσπαθεί να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του και να γιατρέψει τις πληγές του.
Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιϊα του Λίαμ Νίσον σε έναν από τους εντυπωσιακότερους ρόλους του. Αυτό όμως που κυρίως εκτίμησα είναι ότι είναι ένα φιλμ που "δεν χαρίζει κάστανα". Παρά το ότι βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, πρόκειται για μια απο τις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν γίνονται παραχωρήσεις, δεν υπάρχουν ηρωισμοί ή έστω υπερβολικοί ηρωισμοί, δεν κάνουν τα στραβά μάτια για να πετύχουν καλύτερη καριέρα στα ταμεία. Τα πράγματα δίνονται ωμά, όπως μάλλον θα συνέβαιναν σε μια παρόμοια περίπτωση σε μια αποστολή η οποία τυχαίνει να αποτελείται από κανονικούς ανθρώπους και στην οποία δεν συμμετέχει ο Σούπερμαν ή κάτι τέτοιο. Αυτή η σκληρότητα, οι αληθινές καταστάσεις, είναι που ξεχωρίζουν την ταινία από άλλες παρόμοιες. Παράλληλα δίνονται με αρκετά καλό κατά τη γνώμη μου τρόπο τα ψυχολογικά πορτρέτα όσων επιβίωσαν της πτώσης, με κάποιες αποκαλύψεις άλλων όψεων του αρχικά σκληρού, μονοδιάστατου χαρακτήρα τους, με κάμποσες μάλιστα ανατροπές. Και κυρίως, βέβαια, σκιαγραφείται το ψυχολογικό πορτρέτο του βασικού ήρωα. Ο χαρακτήρας του, σκληροτράχηλος, μοναχικός, συχνά αυτάρκης, αποκαλύπτεται ταυτόχρονα ότι διαθέτει μια τρυφερή πτυχή και ένα ανοιχτό τραύμα που πασχίζει να επουλώσει.
Αυτό που κυριαρχει βέβαια απ' την αρχή ως το τέλος είναι η φύση, το άγριο, αφιλόξενο τοπίο. Μια φύση πανέμορφη, αλλά και τρομαχτική, γεμάτη κινδύνους, μπροστά στην οποία ο άνθρωπος μοιάζει πολύ μικρός και ανήμπορος, εκμηδενισμένος ουσιαστικά. Η ανελέητη δύναμή της είναι κάτι που πολύ συχνά λησμονούμε στο προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε.
Θα το χαρακτήριζα "φιλοσοφικό" φιλμ επιβίωσης, δίχως αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στερείται σασπένς, ότι μπορεί να κουράσει τον θεατή. Κάθε άλλο. Όσο για το δυνατό τέλος, μάλλον επιβεβαιώνει όσα έγραψα παραπάνω. Συνολικά το θεωρώ ευχάριστη έκπληξη, κυρίως εξ αιτίας της έλλειψης παραχωρήσεων προς το box office που προανέφερα. Αλλά και ένα φιλμ που πιστεύω ότι θα καθηλώσει τον θεατή. Με μένα τουλάχιστον τα κατάφερε.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2012

ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ "13ου ΠΑΤΩΜΑΤΟΣ"



Η επιστημονική φαντασία, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο σινεμά, έχει συχνά ασχοληθεί με το θέμα των παράλληλων κόσμων. Τι γίνεται αν υπάρχουν δύο, τρεις ή εκατομμύρια άλλοι κοσμοι, που είναι μεν σαν τους δικούς μας, με την έννοια ότι σ' αυτούς ζουν οι ίδιοι άνθρωποι, σε κάθε έναν όμως υπάρχουν κάποιες παραλλαγές, έστω και ελάχιστες, οι οποίες όμως συνολικά τους διαφοροποιούν απόλυτα; Οπότε ο εαυτός μας υπάρχει σε χιλιάδες "κόπιες", η κάθε μία απ' αυτές όμως, ανάλογα με τον κόσμο στον οποίο υπάρχει, ζει μια ολότελα διαφορετική ζωή.
Με το πολύπλοκο αυτό θέμα ασχολείται το "13ο Πάτωμα", ταινία του 1999 του Josef Rusnak. Ταινία που θεωρώ από τις αρκετά καλές του είδους, κυρίως από σεναριακή άποψη. Ο ήρωας, στέλεχος σε εταιρία που κάνει έρευνα στην πληροφορική, ανακαλύπτει ότι μπορεί να μεταφερθεί σε έναν εικονικό κόσμο που είναι όμοιος της Νέας Υόρκης του μεσοπολέμου. Σ' αυτόν μεταφερόταν συχνά και το αφεντικό και φίλος του, που πέθανε ξαφνικά. Αυτό όμως είναι η αρχή μόλις μιας ιστορίας με μεταφορές σε παράλληλους κόσμους, που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου.
Ο προβληματισμός της ταινίας θυμίζει αρκετά αυτόν του κλασικού "Blade Runner". Εκεί ήταν "κόπιες", εδώ άνθρωποι που ζουν δίχως να το ξέρουν σε εικονικές πραγματικότητες. Παρόμοια προβληματική έχει αναπτυχθεί άλλωστε και σε ταινίες ή βιβλία με θέμα τους κλώνους. Η προβληματική αυτή συνίσταται στο ερώτημα: Τι συμβαίνει αν ένας "εικονικός" άνθρωπος (ή κλώνος ή "κόπια" ή ό,τι άλλο) διαθέτει συνείδηση και δεν είναι απλώς ένα είδος μηχανής; Ποια είναι ή πώς τροποποιείται στην περίπτωση αυτή η συμπεριφορά μας απέναντί του; Έχουμε δικαίωμα εμείς να παριστάνουμε τους "μικρούς θεούς" που κινούν τα νήματα του κόσμου τους αν μας δοθεί αυτή η ικανότητα; Και, τελικά, μήπως κι εμείς δεν είμαστε παρά ένα όνειρο που κάποιος άλλος ονειρεύεται;
Όλα αυτά βέβαια δίνονται στην ταινία με αρκετά καλό ρυθμό, με σασπένς, ενώ συνεχώς γεννιούνται νέα ερωτηματικά και εξηγούνται ανεξήγητες μέχρι τότε καταστάσεις, έως το παζλ συμπληρωθεί και αποκαλυφτεί ολόκληρη η εικόνα. Συνολικά δεν νομίζω ότι πρόκειται για κάποιο αριστούργημα, προσωπικά όμως τη βρήκα μια καλή και ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία παρακολουθείται απνευστί (έχει, βλέπετε, και αρκετή δράση) και, τελικά, κάνει νομίζω τον θεατή να σκεφτεί αρκετά πράγματα. Για μια ακόμα φορά δε επιβεβαιώνεται ότι για να κάνες μια καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας ή φανταστικού γενικότερα δεν χρειάζονται πανάκριβα εφέ και άλλοι τέτοιου είδους εντυπωσιασμοί.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2012

Ο "ΚΕΟΜΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΣΠΑΓΓΕΤΙ


Στη δεκαετία του 60 και κυρίως του 70 οι ιταλοί ανέπτυξαν ένα στιλ σινεμά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που άλλοι το θεωρούν απόλυτα καλτ και άλλοι το μισούν. Μάλιστα το στιλ αυτό διαπέρασε διάφορα είδη: Το γουέστερν (το λεγόμενο σπαγγέτι), τις ταινίες τρόμου, τα αστυνομικά... Ωστόσο τα χαρακτηριστικά είναι κοινά: Το βάρος πέφτει εξ ολοκλήρου σχεδόν στην εικόνα, στη σκηνοθεσία, η οποία είναι εντυπωσιακή και συχνά ευφάνταστη, ενώ το σενάριο, πρόχειρο, με κενά και κάθε λογής "τρύπες", μπορεί ενίοτε να φτάσει στα όρια του γελοίου. Το ίδιο και οι ηθοποιίες. Προφανώς, όπως παντού, οι εξαιρέσεις υπάρχουν, προσπαθώ όμως να περιγράψω τον γενικό κανόνα.
Ο "Keoma" του Enzo G. Castellari γυρίζεται το 1976 και θεωρείται το τελευταίο ίσως μεγάλο σπαγγέτι. Στη συνέχεια το είδος παρακμάζει. Φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε, οπότε αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Ο μοναχικός ήρωας είναι μισός λευκός μισός ινδιάνος και επιστρέφει μετά από καιρό στο χωριό του, το οποίο (κοινό σύνηθες στοιχείο με τα αμερικάνικα γουέστερν) λυμαίνεται ένας κτηματίας με τον ιδιωτικό στρατό του, στον οποίο έχουν προσχωρήσει και τα τρία ετεροθαλή αδέλφια του Κεόμα, τα οποία τον μισούν ως μιγά (κριτική του ρατσισμού υπάρχει και σε άλλα σημεία της ταινίας). Από εδώ και πέρα οι συγκρούσεις και η δράση θα είναι συνεχείς.
Η εικόνα και η σκηνοθεσία είναι συχνά εντυπωσιακές. Προσεγμένα πλάνα, αχανή τοπία, άνεμος που φυσά ανάμεσα σε μισοερειπωμένα σπίτια κινώντας κουρέλια, απίστευτα πεσίματα (συχνά αστεία) όσων πυροβολούνται, βιβλικές αναφορές στη σκηνή της περίπου σταύρωσης του ήρωα, μουσική και τραγούδια που σχολιάζουν τη δράση και διαπερνούν την ταινία, φλας μπακ τα όποία παρακολουθεί ο ενήλικος ήρωας μπαίνοντας ο ίδιος μέσα στη σκηνή, μια γριά που συμβολίζει τη μοίρα και εμφανίζεται συνεχώς συνομιλώντας μόνο μ' αυτόν... Ταυτόχρονα το σενάριο μπάζει από παντού. Δεν ξέρουμε γιατί ο κακός κτηματίας αρνείται να παραγγείλει φάρμακα για το μολυσμένο χωριό, δεν ξέρουμε γιατί οι κακοί δεν σκοτώνουν τον ήρωα ενώ έχουν την ευκαιρία, αλλά στήνουν ατμοσφαιρικές μονομαχίες, δεν ξέρουμε πώς ο Κεόμα μπαινοβγαίνει τόσο άνετα στο αποκλεισμένο χωριό και πολλά άλλα τέτοια. Ο Φράνκο Νέρο, κλασικός ερμηνευτής των σπαγγέτι, ξεστομίζει διαρκώς αμπελοφιλοσοφίες περί μοίρας, ελευθερίας, ανάγκης να γνωρίσει τον εαυτό του και άλλα τέτοια και, φυσικά, με τη μία καθαρίζει πεντ' έξη κακούς καθότι απίστευτα γρήγορος στο πιστόλι, ενώ ο ίδιος δεν πεθαίνει με τίποτα.
Αν είστε λάτρης της εικόνας (και μόνο) θα απολαύσετε την ταινία, που θεωρείται κλασική στο συγκεκριμένο είδος. Αν όχι, μάλλον θα χαμογελάσετε σε κάμποσα σημεία. Πάντως την Όλγα Καρλάτου θα τη θαυμάσετε οπωσδήποτε αφού κρατά το βασικό γυναικείο ρόλο και μάλιστα γεννά εν μέσω σφαγής γύρω της, σφαγής κατά την οποία ακούγονται μόνο οι κραυγές πόνου του τοκετού σε ένα από τα αρκετά σκηνοθετικά ευρήματα του φιλμ. Όσο για το τέλος, το χάπι εντ συχνά δεν ήταν το φόρτε των ιταλών...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2012

Ο ΣΜΑΪΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ "ΓΚΡΙΖΟΙ" ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ




Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τις ταινίες κατασκοπείας, ένα αρκετά κοινό παλιότερα τουλάχιστον κινηματογραφικό υποείδος, σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στις διασκεδαστικές περιπέτειες δράσης - ενίοτε blockbaster - και στις ρεαλιστικές ματιές στον περίκλειστο αυτόν κόσμο. "Ο Κλήρος έπεσε στον Σμάιλι" (Tinker Tailor Soldier Spy, 2011) του σουηδού Tomas Alfredson (που λίγα χρόνια πριν μας είχε χαρίσει το εξαιρετικό "Άσε το Κακό να Μπει" στην πρωτότυπη σουηδική βερσιόν) ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 70, ο ψυχρός πόλεμος καλά κρατεί, Δυτικοί και Σοβιετικοί κάνουν τα πάντα για να υποκλέψουν ο ένας μυστικά του άλλου και το "επάγγελμα" του κατάσκοπου βρίσκεται στις δόξες του. Ο Σμάιλι, κατάσκοπος ο ίδιος, έχει αποσυρθεί, αλλά επανέρχεται στην ενεργό δράση όταν ο αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας του υποψιάζεται ότι υπάρχει κάποιος διπλός πράκτορας στα υψηλότερα κλιμάκια της υπηρεσίας αυτής.
Αυτό που απ' την αρχή γίνεται εμφανές είναι το "παλιομοδίτικο" κλίμα της ταινίας. Η δράση είναι απόλυτα ρεαλιστική, η φωτογραφία γκρίζα και μουντή, η καθημερινότητα των κατασκόπων... απλώς καθημερινότητα, δίχως ηρωισμούς και εξωτικά μέρη και άγρια δράση και ό,τι άλλο έχετε μάθει σε φιλμ του είδους. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα κυριολεκτικά του Τζέιμς Μποντ, του γνωστότερου φυσικά παραδείγματος της πρώτης κατηγορίας κατασκοπικών ταινιών που ανέφερα στην αρχή. Η υπόθεση εξελίσσεται μάλλον αργά, οι λεπτομέρειες και οι πληροφορίες είναι πολλές και πυκνές και η προσοχή του θεατή πρέπει να είναι διαρκώς οξυμένη για να αντιληφτεί τι ακριβώς συμβαίνει (εγώ μπορώ να ομολογήσω ότι δεν πολυκατάλαβα πώς ακριβώς έφτασε ο Σμάιλι στον εντοπισμό του βασικού ύποπτου). Αυτό όμως έχει τελικά λίγη σημασία μπροστά στο όλο κλίμα της ταινίας και την ανάπλαση της εποχής.
Απ' όλα αυτά ίσως βγάλατε ήδη το συμπέρασμα ότι η βασική της αρετή είναι η ατμόσφαιρά της. Και, ταυτόχρονα, το απόλυτο ξεγύμνωμα, η πλήρης αποηρωοποίηση των κατασκόπων. Οι σχεδόν σούπερ ήρωες των τζειμσμποντοειδών φιλμ εδώ δείχνονται σαν απόλυτα συνηθισμένα, γκρίζα ανθρωπάκια, γραφειοκράτες στην ουσία, με συνηθισμένες οικογενειακές ζωές ή - ακόμα συχνότερα - μοναχικοί και μονόχνωτοι τύποι, που δεν κάνουν σχεδόν τίποτα άλλο πέραν του επαγγέλματός τους. Η μιζέρια, η μελαγχολία για να το πούμε λίγο πιο ήπια, είναι διάχυτη τόσο στους χώρους δουλειάς, τα γραφεία τους, όσο και στα σπίτια και στην οικογενειακή ζωή τους (όσοι απ' αυτούς διαθέτουν καν τέτοια). Κανένας ηρωισμός, κανένα ιδανικό. Και επιπλέον ο ήρωας αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι κι ίδιος δεν είναι παρά ένα πιόνι ενός απρόσωπου, στυγνού και αδίστακτου συστήματος, που δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσει για να πετύχει τους θολούς σκοπούς του ακόμα και την οικογενειακή ζωή του. Νομίζω ότι σπάνια σε ταινία είναι τόσο ταιριαστός ο όρος "γκρίζα", τόσο κυριολεκτικά, στην εικόνα, όσο και μεταφορικά, σε όλα τα επίπεδα.
Ξέρω ότι το φιλμ ίσως κουράσει αρκετούς. Ωστόσο το θεωρώ εξαιρετικό δείγμα απομυθοποίησης, "προσγείωσης" και αλήθειας ενός συνήθως "glamorous" (και φυσικά ψεύτικου) είδους.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2012

CINECITTA ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ


Ελάχιστες ταινίες από την Τυνησία έχω δει. Η "Cinecitta" του 2008 γυρίστηκε από τον Ibrahim Letaief και για μένα αποτέλεσε μια αρκετά ευχάριστη έκπληξη. Όχι ότι τη θεωρώ κανενα αριστούργημα, αλλά είναι νομίζω μια πολύ διασκεδαστική ταινία, η οποία μάλιστα διαθέτει και μια απροσδόκητα έντονη κινηματογραφοφιλία. Το ίδιο το στόρι της άλλωστε παραπέμπει εκεί:
Μια ομάδα αποτελούμενη από ένα σεναριογράφο, σκηνοθέτη και "εγκέφαλο" της παρέας, έναν παραγωγό και ένα διευθυντή φωτογραφίας, μετά την άρνηση του αντίστοιχου τυνησιακού "Κέντρου Κινηματογράφου" να επιχορηγήσει την ταινία τους, αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα για να βρει τα απαραίτητα κεφάλαια! Η ληστεία πραγματοποιείται στα πρώτα δύο - τρία λεπτά του φιλμ. Οι επιπλοκές όμως, το σασπένς και οι πλάκες αρχίζουν μετά την επιτυχή της έκβαση...
Πάνω σ' αυτή την πρωτότυπη ιδέα στήνεται μια κωμωδία που, εκτός από το διαρκές σασπένς που προείπαμε, βασίζεται και πάνω στις συνεχείς κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Εκτός της ίδιας της κεντρικής πρωταγωνιστικής ομάδας και των σχεδίων της για το φιλμ που πρόκειται να γυρίσει, από την οθόνη θα παρελάσουν οι "κακοί" που είναι μια απομίμηση των Blues Brothers, μια ηλικιωμένη κυρία που έχει μείνει στην εποχή της ιταλικής Cinecitta και θέλει να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της, να γίνει δηλαδή σταρ, αφού θεωρεί τον εαυτό της πολύ ανώτερο της Κλαούντια Καρντινάλε, ένας ηθοποιός που μιμείται άλλοτε έναν επιθεωρητή βγαλμένο από φιλμ νουάρ, άλλοτε έναν φανατικό ισλαμιστή κλπ. Και φυσικά οι ατάκες - αναφορές δίνουν και παίρνουν καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, καθώς και οι αστείες συζητήσεις από τους ήρωες για υπαρκτές ταινίες του σινεμά - του αμερικάνικου κυρίως.
Εντύπωση ακόμα θα προκαλέσει σε έναν μη γνώστη του αραβικού κόσμου το πόσο σύγχρονη μοιάζει η Τύνιδα. Οι γυναίκες φοράνε μίνι, τα κτίρια είναι αρκετά σύγχρονα, οι ήρωες ενημερωμένοι σινεφίλ, κελεμπίες ή μαντήλες δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε σύγχρονη δυτική πόλη, δίχως να αλλάξει σχεδόν τίποτα από τα τεκταινόμενα. Αυτά για να μη νομίζουν αυθαίρετα μερικοί ότι οποιαδήποτε μουσουλμανική κοινωνία ταυτίζεται με τη στερεότυπη ισλαμοφοβική δυτική εικόνα περί "φανατικού και καθυστερημένου Ισλαμ" και άλλων σχετικών. Είπα ότι δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως διασκεδαστικό, "έπαιξα" προσπαθώντας να εντοπίσω όσο το δυνατόν περισσότερες αναφορές και, τέλος πάντων, διασκέδασα όσο θα διασκέδαζε ο μέσος θεατής βλέποντας μια συμπαθητική αμερικάνικη κωμωδία. Που, επιπλέον, διαθέτει και πρωτότυπη κεντρική ιδέα, πράγμα που συχνότατα πλέον στερούνται οι αμερικάνικες αντίστοιχες. Αφείστε που το φιλμ κλείνει με μια εμφάνιση - αληθινή πιθανότατα - των συντελεστών στο Φεστιβάλ των Καννών, για να ολοκληρωθεί το παιχνίδι της ταινίας μέσα στην ταινία.

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2012

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "L"



Να λοιπόν που ο Λάνθιμος δημιουργεί ένα είδος σχολής στο ελληνικό σινεμά. Ο πρωτοεμφανιζόμενος στο μεγάλο μήκος Μπάμπης Μακρίδης με το "L" του 2012 δεν μοιάζει μεν νοηματικά ή σεναριακά με τις άλλες ταινίες της παρέας, αλλά σίγουρα κινείται στο ίδιο γενικό κλίμα μ' αυτές. Μόνο που εδώ τα πράγματα είναι πιο (ή ακόμα πιο) σουρεαλιστικά, αφού ο σουρεαλισμός ενυπάρχει στο ίδιο το στόρι της ταινίας.
Ένας μεσήλικας άντρας ζει αποκλειστικά μέσα στο αυτοκίνητό του. Μέσα σ' αυτό συναντά τη γυναίκα και τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος βγαίνει έξω μόνο όταν είναι απόλυτα απαραίτητο. Το επάγγελμά του (εξ ίσου σουρεαλιστικό κι αυτό) είναι... να μεταφέρει το καλύτερης δυνατής ποιότητας μέλι στο αφεντικό του, που έχει έμμονη ιδέα με την ακρίβεια στο χρόνο. Όταν ο ήρωας χάνει τη δουλειά του από κάποιον ακόμα ακριβέστερο και καλύτερο προμηθευτή μελιού, προσχωρεί στην ομάδα των εχθρών του αυτοκινήτου: Των ανθρώπων που ζουν αποκλειστικά σε μηχανές!
Όλα αυτά (και άλλα ακόμα) συμβαίνουν σε ένα κλίμα απόλυτης αποστασιοποίησης: Η εκφορά του λόγου και οι κινήσεις των ηθοποιών είναι άκαμπτες και ψυχρές, συχνά τραγουδιούνται α καπέλα τραγούδια με εντελώς παλαβό περιεχόμενο, που μοιάζουν με αυτοσχέδια παιδικά, οι πάντες συμπεριφέρονται παράξενα, ενώ ο ήρωας μιλά σχεδόν αποκλειστικά με στερεότυπες φράσεις, σα να ακούει κανείς να απαγγέλουν εγχειρίδια οδηγιών χρήσης... Τελικά, νομίζω, μάλλον περί παράδοξης, sui generis κωμωδίας πρόκειται.
Ίσως να μπορώ να διακρίνω μια σειρά από αλληγορίες στο όλο πράγμα: Ο άνθρωπος αρνείται, αδυνατεί να ζήσει πραγματικά ανεξάρτητος, να πατήσει στα δικά του πόδια. Θέλει πάντοτε να ανήκει σε ομάδες, να υποστηρίζει κάτι με πάθος. Γι' αυτό και ο ήρωάς μας "μυείται" με σχεδόν τελετουργικό τρόπο σε κάθε νέα κοινότητα στην οποία προσχωρεί, κι από εκεί και πέρα "ανήκει" με ένα είδος φανατισμού σ' αυτή. Ίσως να υποβόσκει και ένα σχόλιο για την ψυχρότητα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας ή για τη σχέση ανθρώπου - μηχανής, την εξάρτηση του πρώτου από τη δεύτερη. Ίσως να υπάρχουν και άλλα νοήματα που θα ανακαλύψει (ή θα επινοήσει) ο θεατής. Σίγουρα πάντως το φιλμ είναι ερμητικό στις προθέσεις και τους όποιους στόχους του. Γι' αυτό και χρησιμοποιώ τόσο συχνά τη λέξη ίσως σε όσα περί νοημάτων γράφω.
Πολύ εύκολα πάντως μπορεί ο καθένας να εκλάβει την ταινία σαν ένα απόλυτα αυθαίρετο, παλαβό και άνευ λόγου παιχνίδι. Σίγουρα πρόκειται για ταινία για λίγους. Νομίζω ότι η πλειοψηφία των θεατών (η μεγάλη πλειοψηφία για να είμαι ακριβής) ακόμα και θα εκνευριστεί με τη συσσωρευμένη παραδοξότητα, τη μουντή, καθημερινή εικόνα - παρά τον σουρεαλισμό - και την τόση ηθελημένη ψυχρότητα. Σε μένα πρέπει να πώ ότι άσκησε κάποια γοητεία, δίχως όμως και να ενθουσιαστώ. Σε καμία περίπτωση. Πάντως περιμένω με ενδιαφέρον όχι μόνο την επόμενη κίνηση του Μακρίδη, αλλά και άλλων μελών της άτυπης αυτής ομάδας, που έφερε κάτι νέο στο ελληνικό σινεμά - και ταυτόχρονα δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο με την παραδοξότητα και την αποστασιοποίησή της, πλήθος ορκισμένων εχθρών (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς). Εξ άλλου είναι από την αρχή ξεκάθαρο, όπως είπαμε, ότι δεν απευθύνεται στο πλατύ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

"HOOK" ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΞΙΕΣ



Το 1991 ο Steven Spielberg, ήδη ο πιο πετυχημένος σκηνοθέτης από καταβολής Χόλιγουντ, αποφασίζει να καταπιαστεί με τον Πίτερ Παν από το διάσημο βιβλίο του Τζέιμς Μπάρι (του ταιριάζει το θέμα άλλωστε), γυρίζοντας όμως μια δική του εκδοχή, ένα είδος σίκουελ του κλασικού βιβλίου. Ο "Hook" είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας.
Ο Πίτερ Παν έχει μεγαλώσει, έχει γίνει οικογενειάρχης με γυναίκα και δύο παιδιά και ζει προσγειωμένος στο σήμερα με κανονική δουλειά, εξ αιτίας της οποίας μάλιστα παραμελεί την οικογένεια. Και, το σπουδαιότερο, έχει ξεχάσει ποιος είναι και πιστεύει ότι είναι ένας κανονικός άνθρωπος σε ένα κανονικό κόσμο. Και, βέβαια, έχει ξεχάσει πως κάποτε μπορούσε να πετά. Ώσπου η απαγωγή των παιδιών του θα τον κάνει να θυμηθεί βίαια και θα τον ξαναφέρει στον παραμυθένιο κόσμο που ζούσε ως παιδί-που-δεν-μεγαλώνει, την μυθική Ονειροχώρα, όπου βέβαια θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον προαιώνιο εχθρό του Κάπτεν Χουκ και του πειρατές του.
Η ταινία ανήκει φυσικά στις καθαρόαιμες σπιλμπεργκικές περιπέτειες, όπου ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται κυρίως για την καθαρή διασκέδαση του κοινού. Ωστόσο διάφορα νοήματα περνούν σ' αυτή. Κυρίαρχο θέμα βέβαια είναι αυτό της σχέσης παιδικότητας - ενηλικίωσης, περιπετειώδους - ήσυχης ζωής (βολέματος αν προτιμάτε), παιχνιδιού και ξενοιασιάς - υποχρεώσεων κλπ. Πάνω σε τέτοια δίπολα χτίζεται όλη η ιστορία. Ο ήρωας καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, την ανεμελιά και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ενηλικίωση και κυρίως η δημιουργία οικογένειας.
Το "Hook" είναι από τις καθαρά περιπετειώδεις ταινίες του Σπίλμπεργκ που μάλλον μ' αρέσουν λιγότερο - παρά το ότι, όπως έχω ξαναγράψει, αυτή η πλευρά του είναι που με κάνει να τον εκτιμώ σαν άψογο διασκεδαστή και όχι οι "σοβαρές", δραματικές του προσπάθειες. Τη βρίσκω κάπως "βαρειά", κάπως περισσότερο φορτωμένη απ' όσο θα ήθελα. Το όλο σκηνικό είναι υπερβολικά μπαρόκ για τα γούστα μου. Όσο για τη δράση, αρχίζει μάλλον αργά για μια ταινία τέτοιου είδους. Φυσικά είναι απόλυτα θεαματική και φυσικά υπάρχουν πολλές εντυπωσιακές σκηνές - αλλοίμονο, για Σπίλμπεργκ μιλάμε. Αλλά είναι κι όλη αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με τις "αιώνιες οικογενειακές αξίες" (με μάλλον αφελή τρόπο) που προσωπικά με ξενερώνει κάπως. Όπως βέβαια εύκολη βρίσκω και την τελική προφανή διαπίστωση ότι "πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή, μια ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους"...
Στα συν όμως θα βάλω την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Χουκ και τον Πίτερ Παν - τουλάχιστον από την πλευρά του πειρατή: Ναι μεν είναι ο θανάσιμος εχθρός του, ναι μεν ποθεί όσο τίποτα άλλο να τον εκδικηθεί, να τον εξοντώσει, ωστόσο, συγχρόνως, όλο αυτό είναι που δίνει σκοπό στη ζωή του, που την κάνει ενιαφέρουσα. Κοινώς δεν μπορεί να ζήσει δίχως τον εχθρό, δίχως έναν ξεκάθαρο στόχο. Ο Χουκ υποφέρει περισσότερο από το ότι ο Πίτερ εγκατέλειψε την Ονειροχώρα και τον άφησε δίχως αξιόλογο αντίπαλο, παρά επειδή δεν έχει καταφέρει να τον σκοτώσει και να πάρει έτσι την εκδίκησή του. Δεν σας θυμίζει όλο αυτό το "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους";
Τέλος πάντων, παρά τις αντιρρήσεις και την "οικογενειϊλα" που αποπνέει το φιλμ, δεν παύει να είναι μια χορταστική και θεαματική περιπέτεια, που, αν τη δουν ως τέτοια και μόνο, πολλοί μπορεί ακόμα και να ενθουσιαστούν. Άλλωστε, πάνω απ' όλα, είναι καθαρός Σπίλμπεργκ , με τα συν και τα πλην του.

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

ΑΔΙΚΟΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Τελικά νομίζω ότι ο Φίλιππος Τσίτος είναι μια αξιόλογη περίπτωση για το ελληνικό σινεμά. Μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» γυρίζει το 2012 τον «Άδικο Κόσμο» και επιβεβαιώνει κατά τη γνώμη μου τις αρετές του προηγούμενου φιλμ, διατηρώντας μάλιστα το προσωπικό του στιλ. Ένα στιλ που θα το χαρακτήριζα χαμηλότονο, ευαίσθητο, ανθρώπινο, που κοιτά με συμπάθεια τον συνηθισμένο άνθρωπο ενώ αφηγείται καθημερινές ιστορίες.

Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός μπάτσος, προανακριτής μάλιστα, που κάποια στιγμή, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος βασίζεται στην αδικία, αποφασίζει να πάψει πια να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να μην ασχολείται με τους φακέλους που του φέρνουν και να διώχνει τους ύποπτους, μια που αυτοί δεν είναι παρά «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», αφού οι μεγάλοι εγκληματίες μένουν πάντοτε ατιμώρητοι. Τότε όμως εμπλέκεται σε μια ακούσια ανθρωποκτονία, γνωρίζει και μια κυνική καθαρίστρια, εμπλεγμένη κι αυτή με την υπόθεση, και τα πράγματα περιπλέκονται.

Ίσως κάποιοι να απογοητευτούν από αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «έλλειψη δράσης». Είναι αυτό το χαμηλότονο ύφος που σας έλεγα πριν, αυτό το απόλυτα καθημερινό που κυριαρχεί. Η πόλη είναι η πόλη, άσχημη, όπως ακριβώς τη ξέρουμε, τα διαμερίσματα των συνηθισμένων ανθρώπων το ίδιο, όπως και οι χώροι δουλειάς. Αυτό όμως κάνει τα πράγματα πολύ περισσότερο οικεία και, τελικά, νοιώθουμε ότι όλο αυτό μας αφορά. Υπάρχει βέβαια και κάποιο χιούμορ, διακριτικό κι αυτό, υπόγειο, συχνά πικρό. Οι ήρωες βρίσκονται πολύ μακριά από σχηματικούς διαχωρισμούς «καλών» και «κακών», είναι δηλαδή όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή, ένα μείγμα απ’ όλα αυτά, με θετικές και αρνητικές πλευρές. Ο Τσίτος τους κοιτά με συμπάθεια, με ανθρωπιά.

Όσο για την καθημερινότητα, που κυριαρχεί όπως είπαμε, είναι γκρίζα, μίζερη θα μπορούσαμε να πούμε, η μοναξιά είναι πανταχού παρούσα. Οι ήρωες αναζητούν την ανθρώπινη επαφή, οι ίδιοι όμως δεν το ξέρουν καν, καθώς είναι εθισμένοι στην άχρωμη ρουτίνα τους. Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους περισσότερους ανθρώπους των πόλεων;

Απαραίτητη τέλος νομίζω ότι είναι και μια αναφορά στον πολύ καλό Καφετζόπουλο, που είναι απόλυτα πειστικός στο ρόλο του.

Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, θα περιμένω και την επόμενη δουλειά ενός σκηνοθέτη αθόρυβου μεν, αλλά αποτελεσματικού και καίριου. Παρατηρώντας γενικότερα για μια ακόμα φορά ότι το ελληνικό σινεμά νομίζω ότι επιτέλους έχει πάρει τα πάνω του τα τελευταία χρόνια και, ευτυχώς, το φαινόμενο αυτό δείχνει να έχει διάρκεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2012

7o SFF-RATED : ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας και Φανταστικού της Αθήνας, το γνωστό SFF Rated, βρίσκεται και πάλι εδώ. Φέτος, εκτός από τον Μικρόκοσμο, οι ταινίες θα προβάλλονται και στο Nixon. Και είναι πολλές: 13 μεγάλου μήκους και πάμπολλες μικρού, από όλο τον κόσμο φυσικά. Από τις 7 μέχρι τις 14 Μαρτίου.
Στα συν (εκτός των άλλων) η προβολή σε παγκόσμια πρεμιέρα (!) - έστω και με μια μέρα διαφορά - του αναμενόμενου "John Carter" την Τετάρτη 17 Μαρτίου στις 9 στο Μικρόκοσμο και η προβολή της πιο πλήρους κόπιας (165'), που ανακαλύφτηκε το 2010 του θρυλικού "Metrpolis" με live dj.
Το πλήρες πρόγραμμα θα το βρείτε στη διεύθυνση
http://sffrated.files.wordpress.com/2012/03/sff-rated-2012-catalogue.pdf.

Θα είμαστε εκεί.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2012

"TEZA": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΘΙΟΠΙΑΣ



Το "Teza", που γύρισε το 2008 ο Haile Gerima, είναι η πρώτη αιθιοπική ταινία που έχω δει. Μαθαίνω ότι ο σκηνοθέτης είναι ο γνωστότερος διεθνώς από τη χώρα αυτή και ότι ζει στις ΗΠΑ. Όσο για την ταινία, με τα 140 λεπτά της, είναι, νομίζω, αυτό που θα λέγαμε "γροθιά στο στομάχι".
Το φιλμ μας δίνει ολόκληρη την τραγική ιστορία της πάμπτωχης αυτής χώρας, από την εποχή της πτώσης του αυτοκράτορα - και, φυσικά, δικτάτορα - Χαϊλέ Σελασιέ, στη δεκαετία του 70, μέχρι σήμερα. Βασικός ήρωας ένας αιθίοπας, που φεύγει από την πατρίδα του νεαρός, καταφεύγει στη Γερμανία όπου σπουδάζει γιατρός, γίνεται μαρξιστής και εμπλέκεται με την πολιτική και, μετά την αλλαγή του καθεστώτος πείθεται από τον καλύτερό του φίλο, επίσης γιατρό, να επιστρέψει στην πατρίδα γεμάτος όρεξη να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη χώρα του να βγει από τον φαύλο κύκλο του αίματος και της ανέχειας. Εκεί όμως συναντά ένα εξ ίσου εφιαλτικό και αιμοσταγές κομμουνιστικό ή "κομμουνιστικό" καθεστώς και έναν αιματηρό εμφύλιο και, τελικά, με τα λογικά του σχεδόν χαμένα επιστρέφει στο εξαθλιωμένο χωριό του και την γριά μητέρα του, όπου... Διότι η ιστορία έχει και συνέχεια.
Ο Gerima αφηγείται την πολύ δυνατή ιστορία του με διαρκή φλας μπακ. Ξεκινά από την επιστροφή του ήρωα στο χωριό και τη μητέρα του και, σιγά - σιγά, ξεδιπλώνει όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πυρά του στρέφονται μόνο ενάντια στο απάνθρωπο "νέο" καθεστώς, δεν παραλείπει να δείξει ανάγλυφα τον ρατσισμό που επικρατεί στη Γερμανία, τους νεοναζί και, βέβαια, να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν και επί αυτοκράτορα. Όπως επίσης δείχνει και με εξ ίσου δυνατό τρόπο τις βάρβαρες πλευρές της πρωτόγονης ουσιαστικά μικροκοινωνίας του χωριού και τις ανισότητες που επικρατούν ακόμα και σ' αυτή. Αυτό που νοιώθει ο θεατής είναι, τελικά, ότι σε κοινωνίες σαν την αιθιοπική δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος.
Το φιλμ κλείνει σχετικά ελπιδοφόρα, πλην όμως δεν μπορείς να νοιώσεις φρίκη μπροστά στη σπαρακτική μοίρα της χώρας αυτής - και ολόκληρης σχεδόν της Αφρικής, όπου επικρατούν παρόμοιες καταστάσεις. Προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Δίχως να πάψω - σε κινηματογραφικό επίπεδο - να σκέφτομαι ότι, μια που το φιλμ είναι και αρκετά καλογυρισμένο, η ταινία αυτή πρέπει να αποτελεί για την φτωχή κινηματογραφία της χώρας ό,τι περίπου ο "Θίασος" για την ελληνική αντίστοιχη, καθώς μας παρουσιάζει μια πλατειά, συγκλονιστική τοιχογραφία της. Και να σκέφτομαι επίσης αν, εν τέλει, υπάρχει ελπίδα σε έναν πλανήτη που δείχνει κτηνώδη ανοχή σε εφιαλτικές, απ' όποια πλευρά κι αν τις δει κανείς, καταστάσεις που συμβαίνουν σε ένα μεγάλο, δυστυχώς, μέρος του.
Αν το πετύχετε κάπου δείτε το. Ακόμα και σαν μάθημα ιστορίας. Αλλά, το ξαναλέω, επειδή είναι και καλή ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

ΠΕΡΙ ΗΡΩΙΣΜΟΥ... ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ


Ο Stephen Frears είναι ένας σκηνοθέτης που ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών των οποίων το στιλ είναι η... έλλειψη στιλ. Κοινώς δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι η επόμενη ταινία του. Από ταινία εποχής μέχρι αστυνομικό, από τολμηρά κοινωνική μέχρι βιογραφία, από τρόμου μέχρι κομεντί (ο Σόντεμπεργκ είναι ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου σκηνοθέτη που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό). Ωστόσο οι περισσότερες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ - αν και έχει κάνει και κάποια αδιάφορα φιλμ.
Το 1992 γυρίζει το "Accidental Hero" (Ήρωας Κατά Λάθος), μια καυστική σάτιρα που προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου, παρά τις κάποιες σχηματικές καταστάσεις που περιέχει, με έναν εξαιρετικό Ντάστιν Χόφμαν και, από κοντά, τον Άντι Γκαρσία στους βασικούς ρόλους. Ένας απατεώνας και καθόλου συμπαθής τύπος, σώζει με κίνδυνο της ζωής του τους εγκλωβισμένους επιβάτες ενός αεροπλάνου που κατέπεσε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Αντί να γίνει όμως ήρωας στα αδηφάγα μίντια, τη δόξα και το χρήμα καρπώνεται ένας συμπαθής άστεγος που έτυχε να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο.
Πάνω σ΄αυτόν τον καμβά ο Φρίαρς στήνει μια καυστικότατη σάτιρα που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, εκτός του ότι είναι από μόνη της, έστω και αν αφαιρέσεις τα "νοήματα", απολαυστικότατη (όλα τα λεφτά ο Χόφμαν σαν μίζερος, γκρινιάρης, δίχως αρχές μικροαπατεώνας). Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο απ' αυτά: Πρώτα πρώτα είναι μια ανελέητη κριτική των μίντια και ιδιαίτερα της τηλεόρασης. Αδίστακτα, δίχως να νοιάζονται για την όποια ηθική ή για την αλήθεια, ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ακροαματικότητα και τα λεφτά που αυτή συνεπάγεται και για τίποτα άλλο. Θα κατασκευάσουν έναν ήρωα επειδή αυτό φέρνει τηλεθέαση και θα διαιωνίζουν χαμηλότατης ποιότητας εκπομπές γύρω απ' αυτόν επειδή προφανώς αυτό το θέμα πουλάει σε εκατομμύρια εθισμένους σε βαθμό ηλιθιότητας θεατές (και εδώ βέβαια τίθεται το παλιό ερώτημα, το οποίο χρειάζεται άλλη συζήτηση από μόνο του, "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;" Κοινώς, οι τηλεθεατές είναι ηλίθιοι και γι' αυτό τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα ή γίνονται ηλίθιοι επειδή τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα;). Ταυτόχρονα οι άνθρωποι των μίντια δείχνονται ρηχοί, αλλοτριωμένοι, αδίστακτοι προκειμένου να πουλήσουν το προϊόν τους.
Περισσότερο όμως μ' ενδιαφέρει προσωπικά το δεύτερο θέμα που τίθεται στο φιλμ: Το θέμα της φύσης του ηρωισμού. Κυνικά σχεδόν ο Φρίαρς δηλώνει ότι ο ηρωισμός δεν είναι πάντα κάτι σπουδαίο, είναι κάτι που μπορεί κάλλιστα να γίνει "εν βρασμώ", όπως ένας φόνος που μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης από έναν κατά τα άλλα απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο (και ο νόμος, άλλωστε, θεωρεί επίσημα την "εν βρασμώ" κατάσταση ως ελαφρυντικό). Έτσι ακριβώς λοιπόν μπορεί κάποιος να γίνει "ήρωας κατά λάθος", γιατί σε μια συγκεκριμένη στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, βρέθηκε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και, δίχως να το σκεφτεί, έκανε ό,τι έκανε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, αν στοιχειωδώς το σκεφτόταν, ο κάθε άλλο παρά αλτρουιστής ήρωας του φιλμ θα άφηνε δίχως πολλές ηθικές αναστολές τους ανθρώπους να πεθάνουν. Έτσι οι καθιερωμένες παραδοχές ανατρέπονται πλήρως: Ο ήρωας είναι ένα κάθαρμα και ο σφετεριστής, αυτός που πήρε με πονηριά τη θέση του και τα τεράστια οφέλη της, ένας συμπαθέστατος, γλυκύτατος και γοητευτικός τύπος, με πραγματικά θαυμάσιο χαρακτήρα, ο οποίος επίσης τη συγκεκριμένη στιγμή και κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες είπε ένα μεγάλο ψέμμα και καρπώθηκε όσα δικαιωματικά ανήκαν σε άλλον. Πανέξυπνη ανατροπή, επαναλαμβάνω, που μας λέει πράγματα για τη φύση του ηρωισμού με τα οποία προσωπικά συμφωνώ απόλυτα.
Αρκετά φλυάρησα όμως. Όπως είπα και πριν, ακόμα κι αν ξεχάσετε όσα έγραψα - ή δεν συμφωνήσετε μ' αυτά - η ταινία παραμένει μια απολαυστική κωμωδία.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2012

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΣΙΝΕΦΙΛ "HUGO"




Ο Martin Scorsese είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) εν ζωή δημιουργός του σινεμά. Συγχρόνως είναι ένας αθεράπευτος, φανατικός σινεφίλ. Με το "Hugo" του 2011, εκτός από το πρώτο, που είναι γενικά παραδεκτό, αποδεικνύει περίτρανα και το δεύτερο. Και, για να προλάβω οποιεσδήποτε απορίες, λέω από την αρχή ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ.
Σπάνια έχω νοιώσει τόση μαγεία στο σινεμά. Η έννοια ακριβώς της μαγείας, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Ο Scorsese εστιάζει σ' αυτήν ακριβώς την πλευρά του κινηματογράφου: Τη μαγική. Το λέει με όλους τους δυνατούς τρόπους: "Ο κινηματογράφος είναι το μέρος όπου γεννιούνται τα όνειρα". Άλλωστε σαν βασικό πρόσωπο στην πλοκή χρησιμοποιεί το ίδιο τον Ζορζ Μελιές, τον "πατέρα" του σινεμά.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (του σινεμά): Οι Λιμιέρ είναι αυτοί που εφηύραν (ή μάλλον τελειοποίησαν) την κάμερα και τη μηχανή προβολής στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα όμως, δεν σκέφτηκαν ποτέ το προφανέστερο εδώ και εκατοτόσα χρόνια πράγμα: Ότι με την εφεύρεσή τους θα μπορούσαν να διηγηθούν ιστορίες. Απλώς έστηναν την κάμερα και κινηματογραφούσαν τη ζωή. Τους εργάτες που σχολάνε από το εργοστάσιο, το τρένο που φτάνει στο σταθμό... Έβλεπαν το νεογέννητο σινεμά απλώς σαν επιστημονικό αξιοπερίεργο: "Κοιτάξτε, οι εικόνες κινούνται"! Ο Μελιές, παλιός ταχυδακτυλουργός και μάγος, είναι αυτός που αμέσως κατάλαβε ότι με το εργαλείο αυτό μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες ή αλλιώς να το μετατρέψει από αξιοπερίεργο σε τέχνη. Υπήρξε ο πρώτος σκηνοθέτης του σινεμά και συγχρόνως δημιούργησε τον κινηματογράφο του φανταστικού και επινόησε πλήθος από ειδικά εφέ. Σ΄αυτή λοιπόν τη μαγική, φαντασμαγορική πλευρά της 7ης τέχνης, που ήταν και η αρχική της, εστιάζει ο Scorsese.
Το "Hugo" είναι πάνω απ' όλα ένα γλυκύτατο και απολαυστικό παραμύθι. Διαδραματίζεται στη δεκαετία του 30 στο Παρίσι, έχει σαν ήρωα ένα μικρό, ορφανό αγόρι που ζει κρυμένο στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο εσωτερικό του μεγάλου ρολογιού του(!), για να μην το συλλάβει ο μόνιμος διώκτης του αστυνομικός - φύλακας του σταθμού. Στο σταθμό, απ' όπου δεν έχει βγει ποτέ, θα γνωρίσει την εγγονή του γέρου πωλητή παιχνιδιών που έχει εκεί το μαγαζί του και η περιπέτεια θα απογειωθεί. Σημειωτέον ότι όσα θα δείτε για τη ζωή του Μελιές, που κάποια στιγμή μπαίνει κι αυτός στο στόρι, είναι αληθινά και βασίζονται όντως στην αληθινή ιστορία του.
Η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από φαντασμαγορική (έχει ίσως κάτι και από τον κόσμο του Ζενέ), οι δόσεις περιπέτειας, σασπένς, χιούμορ, συγκίνησης, σωστά μετρημένες, το θέαμα χορταστικό και το 3D (του οποίου γενικά δεν είμαι και φανατικός φίλος) πραγματικά εδώ αξίζει τον κόπο. Θέλετε να χαρακτηρίσετε το φιλμ κάπως παιδικό; Ελεύθερα. Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι έτσι, χάνει κάτι από τη μαγεία του.
Προσωπικά πάντως κόλλησα κυρίως στις άπειρες σινεφίλ αναφορές. Δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία, που μιλά για τις απαρχές του σινεμά. Είναι και οι συνεχείς αναφορές σε ταινίες, σκηνές, ατάκες κλπ. παλιών ταινιών. Ο Χάρολντ Λόιντ και η περίφημη σκηνή στο ρολόι, ο Μελιές φυσικά, ο Τσάπλιν και πλήθος άλλοι, ακόμα και ο επιθεωρητής Κλουζό (βρείτε πότε και ποιος τον μιμείται χαρακτηριστικά) "κρύβονται" σ' αυτές. Αυτό το παιχνίδι είναι που προσωπικά απόλαυσα κυρίως, κι αυτό είναι το σημείο που δυστυχώς θα χάσουν οι μη γνωρίζοντες την ιστορία του σινεμά, που θα μείνουν υποχρεωτικά απλώς στην περιπέτεια και στο φαντασμαγορικό θέαμα.
Τελικά, πέρα από μηνύματα, ιδέες και νοήματα, ο Scorsese κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο: Μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο και δη την ονειρική του πλευρά. Και με ιδιοφυή τρόπο παντρεύει τα πρώτα του "πρωτόγονα" χρόνια, τη γέννησή του και την κυριολεκτικά χειροποίητη κατασκευή των πρωτόλειων ταινιών (ξέρετε ότι ο Μελιές χρωμάτιζε με το χέρι μερικές ταινίες του, βάφοντας κάθε καρέ ξεχωριστά;) με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2011: Το 3D. Σαν να μας λέει: Όλα είναι μια συνέχεια. Το σινεμά, εδώ και 120 κοντά χρόνια, είναι το κατ΄εξοχήν μέσο που έκανε τον άνθρωπο να ονειρεύεται.

eXTReMe Tracker